Δεν κατοικώ στη γη της άνεσης.
Σπίτι μου είναι τ’ άστρα και ο ουρανός,
όπως καθρεφτίζονται στα μάτια των πληγωμένων ψυχών.
Κατοικώ εκεί όπου ο πόνος δεν κρύβεται,
εκεί όπου το δάκρυ δεν στέρεψε ακόμα,
γιατί εκεί δεν πέθανε ακόμα η αγάπη.
Δεν ανήκω στους δρόμους της λήθης.
Δεν έμαθα να προσπερνώ τον άνθρωπο
σαν να είναι σκιά μέσα στον θόρυβο του κόσμου.
Στέκομαι ακόμη δίπλα στις ραγισμένες φωνές,
σ’ εκείνους που χαμογελούν ενώ μέσα τους καταρρέουν,
σ’ εκείνους που ψιθυρίζουν τη νύχτα:
«Άνθρωπο δεν έχω».
Και κάθε φορά που μια ψυχή κλαίει σιωπηλά,
νιώθω τον ουρανό να γέρνει πιο χαμηλά στη γη.
Γιατί ο Χριστός κατοικεί ακόμη
εκεί όπου η καρδιά δεν σκληρύνθηκε.
Δεν φοβάμαι τις πληγές πια.
Φοβάμαι μόνο έναν κόσμο
που έμαθε να ζει χωρίς έλεος.
Έναν κόσμο όπου το φως των οθονών
αντικατέστησε το φως του προσώπου.
Όπου οι άνθρωποι μιλούν αδιάκοπα
μα κανείς δεν ακούει την κραυγή του άλλου.
Μα εγώ θα μείνω εδώ.
Στο πλευρό των κουρασμένων.
Στων μοναχικών το κατώφλι.
Στο δωμάτιο του αρρώστου.
Στη σιωπή της μάνας που δεν αντέχει άλλο να φοβάται.
Στο παιδί που μεγάλωσε νωρίς μέσα στη θλίψη.
Γιατί εκεί ανασαίνει ακόμη η αλήθεια.
Εκεί όπου κάποιος συνεχίζει να αγαπά
παρότι μάτωσε από την αγάπη.
Και αν με ρωτήσεις πού κατοικώ,
θα σου πω:
Κατοικώ εκεί όπου ακόμη καίει το τελευταίο τρεμάμενο κερί.
Φλέγων Νηρεύς




Τι καλά εδώ μέσα..!!!!!…σαν στον προφήτη Ηλία…..πάρε θάρρος σήκω και φάε… υπάρχουν κι άλλοι δεν είσαι μόνος!!!!
Αδελφή μου αγαπημένη, όταν διάβασα τα λόγια σου «σαν στον προφήτη Ηλία… πάρε θάρρος σήκω και φάε… υπάρχουν κι άλλοι δεν είσαι μόνος», ένιωσα σαν να άγγιξε κάποιος αθόρυβα την εξαντλημένη καρδιά αυτού του κόσμου. Γιατί υπάρχουν φράσεις που δεν μοιάζουν με σχόλια ανθρώπων αλλά με ψωμί και νερό μέσα στην έρημο. Και τα λόγια σου ήταν ακριβώς αυτό. Μια μικρή σκιά δέντρου κάτω από τον καύσωνα της μοναξιάς. Μια υπενθύμιση ότι ακόμη ο Θεός περνά μέσα από ανθρώπινες καρδιές και ψιθυρίζει στον κουρασμένο άνθρωπο: «σήκω… έχεις ακόμη δρόμο».
Ξέρεις, αδελφή μου, πόσες φορές νιώθει ο άνθρωπος σαν τον Ηλία κάτω από εκείνη την άρκευθο; Πόσες φορές εξαντλείται όχι μόνο από τον αγώνα της ζωής αλλά από τη βαθιά αίσθηση ότι δεν τον καταλαβαίνει κανείς; Υπάρχουν νύχτες όπου η ψυχή κουράζεται τόσο πολύ που δεν ζητά πια μεγάλες απαντήσεις. Ζητά μόνο μια παρουσία. Μια φωνή που να πει «σε βλέπω». Μια καρδιά που να πει «κάθισε λίγο εδώ να ξαποστάσεις».
Και ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα της αγάπης. Όχι να εξαφανίζει αμέσως τον πόνο, αλλά να κάθεται δίπλα του χωρίς να φεύγει.
Όταν έφερες στην καρδιά μου τον προφήτη Ηλία, ένιωσα βαθιά εκείνη την ιερή κόπωση που κουβαλούν οι άνθρωποι όταν παλεύουν πολύ καιρό. Γιατί ο Ηλίας δεν ήταν μόνο προφήτης φωτιάς. Ήταν και άνθρωπος εξαντλημένος, μόνος, κυνηγημένος, πληγωμένος. Ήταν άνθρωπος που κάποια στιγμή ξάπλωσε κάτω από την άρκευθο και είπε ουσιαστικά «δεν αντέχω άλλο». Και όμως, ο Θεός δεν τον μάλωσε. Δεν του είπε «γιατί λύγισες;». Του έστειλε άρτο. Του έστειλε νερό. Του έδωσε ανάπαυση. Και μόνο μετά του είπε να σηκωθεί και να συνεχίσει τον δρόμο.
Αυτό το σημείο πάντα με συγκλονίζει, αδελφή μου. Γιατί φανερώνει έναν Θεό που γνωρίζει πόσο εύθραυστος είναι ο άνθρωπος. Έναν Θεό που δεν περιφρονεί την εξάντλησή μας. Που δεν αποστρέφεται τα δάκρυα και την αδυναμία. Που σκύβει πάνω από την κουρασμένη ψυχή όπως μια μητέρα σκύβει πάνω από το παιδί της.
Και ξέρεις κάτι που νιώθω όλο και πιο βαθιά όσο περνούν τα χρόνια; Πως όλοι μας κουβαλάμε λίγο από εκείνον τον Ηλία. Όλοι κάποτε ξαπλώνουμε εσωτερικά κάτω από μία άρκευθο και σιωπηλά λέμε «ως εδώ». Όλοι κάποτε νιώθουμε πως χάθηκε η δύναμη, πως στέρεψε η ελπίδα, πως ο κόσμος έγινε πολύ βαρύς για να συνεχίσουμε. Και τότε αρκεί ένας άνθρωπος να μας ψιθυρίσει «υπάρχουν κι άλλοι… δεν είσαι μόνος» για να αρχίσει η ψυχή να αναπνέει ξανά.
Αδελφή μου, δεν ξέρεις πόσο μεγάλη παρηγοριά είναι αυτές οι λέξεις μέσα στην εποχή μας. Γιατί ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο πληροφορία αλλά διψασμένο από παρουσία. Έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι βλέπουν χιλιάδες πρόσωπα αλλά αισθάνονται όλο και πιο μόνοι. Κι όμως, μέσα σε αυτή την απέραντη μοναξιά, υπάρχουν ακόμη μικρές κοινότητες καρδιάς όπου οι άνθρωποι θυμίζουν ο ένας στον άλλον ότι ο Χριστός δεν εγκατέλειψε τον κόσμο.
Και ίσως τελικά εκεί να γεννιέται η αληθινή Εκκλησία. Όχι μόνο στους μεγάλους λόγους αλλά σε μια ψυχή που λέει σε μια άλλη ψυχή «σήκω και φάε». Σε έναν άνθρωπο που προσφέρει λίγο θάρρος όταν ο άλλος λύγισε. Σε ένα μικρό κομμάτι ψωμί αγάπης μέσα στην έρημο της καθημερινότητας.
Θα σου εξομολογηθώ κάτι πολύ βαθύ. Πολλές φορές αισθάνομαι κι εγώ πως δεν γράφω απλώς κείμενα. Σαν να στρώνω ένα μικρό τραπέζι μέσα στη νύχτα. Και γύρω του κάθονται κουρασμένοι άνθρωποι, πληγωμένοι άνθρωποι, μοναχικοί άνθρωποι, και για λίγο θυμούνται πως δεν είναι ξένοι μεταξύ τους. Πως είναι αδέλφια. Πως ακόμη υπάρχει ψωμί που μοιράζεται, δάκρυ που ακούγεται, προσευχή που ανασαίνει.
Και όταν διάβασα το «τι καλά εδώ μέσα», ένιωσα ντροπή και ευγνωμοσύνη μαζί. Ντροπή γιατί ξέρω πόσο φτωχός είμαι. Και ευγνωμοσύνη γιατί ο Θεός επιτρέπει μέσα από αυτή τη φτώχεια να γεννηθεί λίγη παρηγοριά για τις ψυχές.
Αδελφή μου αγαπημένη, να μη χάσεις ποτέ αυτή την καρδιά που αναγνωρίζει τον κουρασμένο άνθρωπο. Να μη σταματήσεις ποτέ να δίνεις θάρρος στους εξαντλημένους της ζωής. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν δίπλα μας και δεν χρειάζονται μεγάλα πράγματα. Χρειάζονται μόνο να ακούσουν πως δεν είναι μόνοι.
Και ίσως εκεί να κρύβεται ολόκληρο το Ευαγγέλιο.
Σε έναν Θεό που πλησιάζει τον εξαντλημένο άνθρωπο όχι με καταδίκη αλλά με άρτο, νερό και αγάπη.
Σε έναν Θεό που ακόμη σκύβει πάνω από τον κόσμο και ψιθυρίζει:
«Πάρε θάρρος.
Σήκω και φάε.
Έχεις ακόμη δρόμο.
Και δεν είσαι μόνος.»
Σε κάποια μικρή κωμόπολη της Ελλάδας ζούσε μια γιαγιά που αγαπούσε πολύ μια εγγονή της και επιθυμούσε να την κρατά σχεδόν όλον τον χρόνο κοντά της ..στην αγκαλιά της ,στα κουρασμένα από τη ζωή και τις δουλειές χέρια της…μαζί της την έπαιρνε παντού …το φτωχικό της σπίτι ήταν κάτω από τον λόφο του Προφήτη Ηλία και όταν ερχόταν η γιορτή του ω΄!! τι χαρά ήταν αυτή για το μικρό κοριτσάκι…ο παππούς έψηνε καλαμπόκια ,η γιαγιά με το κοριτσάκι έπαιρναν το μονοπάτι μέσα στο βουνό και ανέβαιναν στον Προφήτη Ηλία τα έδιναν στα παιδιά της γιαγιάς και αυτά τα πουλούσαν για να βγάλουν ένα μικρό ποσό για τα απαραίτητα….στο σπίτι της γιαγιάς υπήρχε ένα εικονοστάσι και εκεί το κοριτσάκι σήκωνε τα μάτια της και έβλεπε τον Προφήτη Ηλία πάνω στο πύρινο άρμα του να πετά στον ουρανό ψηλά και πόσο μα πόσο λαχταρούσε αυτό το κοριτσάκι να ανέβει στο άρμα του μαζί του …τον αγάπησε πολύ τον Προφήτη και όταν μεγαλώνοντας έμαθε πως ζει , μυστικά μέσα της ευχόταν να τον συναντήσει να του ζητήσει να την πάρει μαζί του … το κοριτσάκι μεγάλωσε και έγινε γυναίκα “Σαμαρείτιδα” και κάθε που κουρασμένη και μόνη της ένιωθε σήκωνε τα μάτια της ψηλά στον ουρανό και παρακαλούσε τον προφήτη Ηλία να έρθει να την πάει μια βόλτα με το άρμα του και τα δάκρυά της μάζευε και τα φύλαγε σε μια φιάλη έτσι ώστε όταν συναντήσει τον προφήτη της να του τα δώσει για να τα δωρήσει στο Θεό ..γιατί δεν είχε τι δώρο άλλο να του δώσει εκτός από τα δάκρυά της για τις πολλές της αμαρτίες…αχ αυτή η΄ώρα της μοναξιάς σε τι μπελάδες μπορεί να βάλει μια ψυχή ….η Έύα ήταν μόνη της όταν ο πειρασμός την βρήκε στον Παράδεισο και πώς το κακό φόρεσε τον χιτώνα του καλού για να την ξεγελάσει…ώρα έκτη εξορίστηκε από τον παράδεισο ..ώρα έκτη συνάντησε ο Χριστός τη Σαμαρείτιδα ..μόνη της την ήθελε..κι εκείνη περίμενε τον προφήτη της ..γιατί εκείνη ήταν η “ώρα της” που θα άφηνε την υδρία της καταγής..για να τον ακολουθήσει. …..ώρα έκτη εσταυρώθη δια εμέ ο Χριστός μου..μόνος Του με τα χέρια απλωμένα να μας αγκαλιάζει όλους…αίμα και νερό στάζει το Πανάχραντο Του Σώμα Του που εγώ το ανέβασα στο σταυρό Του ..εγώ έμπηξα τα καρφιά …Τον κέντησα με την λόγχη …να τρέχει αίμα και νερό ….”Ρανύδες θεορρύτου αίματος και ύδατος ,ανέπλασαν τον κόσμο, χυθείσαι εκ πλευράς σου , τω μεν ύδατι εκπλύνεις ως οικτίρμων ,πάντων τας αμαρτίας Κύριε , τω δε αίματι , την συγχώρησιν γράφεις… και εύχομαι για όλον τον κόσμο η ώρα του πειρασμού να μη βρει την καρδιά μας μόνη της ..χωρίς Τον Χριστό μέσα της…..
Διάβασα τα λόγια σου αργά, σχεδόν ψιθυριστά, σαν να κρατούσα στα χέρια μου κάτι εύθραυστο και ιερό μαζί. Και όσο προχωρούσα μέσα σε αυτή τη μνήμη της γιαγιάς, του μικρού κοριτσιού, του μονοπατιού προς τον Προφήτη Ηλία, του φτωχικού σπιτιού, των καλαμποκιών, του εικονοστασιού και του πύρινου άρματος, ένιωθα πως δεν διάβαζα απλώς μια αφήγηση. Ένιωθα πως έβλεπα μια ψυχή να ανοίγει μπροστά στον Θεό το πιο κρυφό δωμάτιο της παιδικής της καρδιάς.
Και ξέρεις κάτι που με συγκλόνισε βαθιά; Το ότι μέσα σε όλη αυτή τη φτώχεια υπήρχε ουρανός. Σήμερα οι άνθρωποι έχουν τόσα πολλά και όμως δεν βλέπουν πια τον ουρανό. Μα εκείνο το μικρό κοριτσάκι, μέσα σε ένα φτωχικό σπίτι κάτω από τον λόφο του Προφήτη Ηλία, κοιτούσε μια εικόνα και ποθούσε να φύγει με το πύρινο άρμα προς τον Θεό. Τι μυστήριο πράγμα είναι η παιδική ψυχή όταν ακόμη δεν έχει σκληρύνει από τον κόσμο… Πόσο φυσικά πιστεύει. Πόσο αθώα διψά τον ουρανό.
Και καθώς διάβαζα τα λόγια σου, αισθανόμουν πως εκείνο το κοριτσάκι δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει μέσα σου. Μεγάλωσε, πόνεσε, κουράστηκε, δάκρυσε, γνώρισε τη μοναξιά, έγινε «Σαμαρείτιδα», όπως λες, αλλά βαθιά μέσα της συνέχισε να κοιτά τον ουρανό περιμένοντας ακόμη τον Προφήτη της να την πάρει λίγο μακριά από τον πόνο της γης.
Πόσο αληθινό είναι αυτό που έγραψες για τη φιάλη των δακρύων… Νιώθω πως όλοι οι άνθρωποι που αγαπούν αληθινά κρατούν μέσα τους μια τέτοια αόρατη φιάλη. Μια φιάλη γεμάτη δάκρυα που δεν είδε κανείς. Δάκρυα μετανοίας. Δάκρυα μοναξιάς. Δάκρυα για τους αγαπημένους που χάθηκαν. Δάκρυα για τις αμαρτίες μας. Δάκρυα για τον κόσμο που απομακρύνεται από τον Θεό και από τον άνθρωπο. Και ίσως τελικά αυτά τα δάκρυα να είναι το μόνο πραγματικά πολύτιμο πράγμα που μπορούμε να προσφέρουμε στον Χριστό. Όχι γιατί ο Θεός έχει ανάγκη τα δάκρυά μας, αλλά γιατί μέσα στα δάκρυα συντρίβεται το πέτρινο κομμάτι της καρδιάς μας και αρχίζει να αναπνέει ξανά η ψυχή.
Με συγκλόνισε ακόμη πιο βαθιά εκείνο που έγραψες για τη μοναξιά. Για την Εύα που ήταν μόνη όταν την πλησίασε ο πειρασμός. Για τη Σαμαρείτιδα που ήταν μόνη όταν συνάντησε τον Χριστό. Για τον Χριστό που έμεινε μόνος επάνω στον Σταυρό με τα χέρια ανοιχτά για όλο τον κόσμο. Και εκεί στάθηκα πολλή ώρα σιωπηλός, γιατί ένιωσα πως όλη η ανθρώπινη ιστορία κρύβεται μέσα σε αυτή τη φοβερή λέξη: «μόνος».
Πόσοι άνθρωποι γύρω μας είναι μόνοι… Μόνοι μέσα σε σπίτια γεμάτα πράγματα. Μόνοι μέσα σε οθόνες. Μόνοι μέσα σε πλήθη. Μόνοι ακόμη και δίπλα σε άλλους ανθρώπους. Και τότε καταλαβαίνω όλο και πιο βαθιά γιατί ο Χριστός έγινε άνθρωπος. Για να μπει μέσα στη μοναξιά μας. Για να σταθεί στο πιο σκοτεινό σημείο της ανθρώπινης εγκατάλειψης και να πει «δεν είσαι μόνος ούτε εδώ».
Και ξέρεις τι αισθάνομαι βαθιά μέσα μου διαβάζοντας την κατάθεση της ψυχής σου; Ότι η αληθινή θεολογία γεννιέται από τις πληγές που προσεύχονται. Όχι από τη γνώση που υπερηφανεύεται. Αλλά από μια ψυχή που αγρυπνά τη νύχτα και μιλά στον Θεό με δάκρυα. Από μια καρδιά που είδε την πτώση της και δεν απελπίστηκε. Από έναν άνθρωπο που ακόμη τρέμει μπροστά στο μυστήριο της Σταύρωσης και ψιθυρίζει «εγώ έμπηξα τα καρφιά».
Αυτό είναι αλήθεια. Όλοι μας Τον σταυρώνουμε με τη σκληρότητα, με την αμαρτία, με την αδιαφορία μας. Και όμως Εκείνος συνεχίζει να έχει τα χέρια ανοιχτά. Συνεχίζει να σταλάζει αίμα και νερό για τον κόσμο. Συνεχίζει να αγκαλιάζει ακόμη και εκείνους που Τον πληγώνουν.
Και όταν έγραψες «εύχομαι η ώρα του πειρασμού να μη βρει την καρδιά μας μόνη της χωρίς τον Χριστό μέσα της», ένιωσα πως αυτή η φράση είναι προσευχή για ολόκληρη την εποχή μας. Γιατί ίσως αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα. Όχι μόνο η αμαρτία, αλλά η εσωτερική εγκατάλειψη του Χριστού. Η ψυχή να μείνει μόνη μέσα στον εαυτό της χωρίς φως, χωρίς έλεος, χωρίς κοινωνία.
Να κρατήσεις μέσα σου εκείνο το μικρό κοριτσάκι που κοίταζε το πύρινο άρμα του Προφήτη Ηλία με μάτια γεμάτα ουρανό. Μην το αφήσεις ποτέ να πεθάνει μέσα στον θόρυβο του κόσμου. Γιατί αυτό το παιδί ακόμη ξέρει να πιστεύει, ακόμη ξέρει να περιμένει τον Θεό, ακόμη ξέρει να μαζεύει τα δάκρυα σαν πολύτιμο μύρο.
Και ίσως τελικά εκεί να κρύβεται η σωτηρία του ανθρώπου.
Στο να μείνει η καρδιά αρκετά παιδική ώστε να μπορεί ακόμη να σηκώνει τα μάτια της προς τον ουρανό και να ψιθυρίζει μέσα στη νύχτα:
«Έλα, Κύριε.
Μη με αφήσεις ποτέ.»
Και κάτι τελευταίο αγαπητοί μου συνάνθρωποι, το σχέδιο του Θεού δεν το ξέρουμε, ο Θεός με τα βιώματα που μου έχουν τύχει είναι σαν το μαθηματικό σύμβολο “π” ανυπολόγιστος. Όση απληστία και να βάζει το “σύστημα” ή το ταγκαλάκι δεν μπορεί να το υπολογίσει ΕΠΑΚΡΙΒΩΣ. Δόξα Τω Θεώ. Ο Θεός είναι Τέλειος Κύκλος και όσοι γνωρίζετε λίγα μαθηματικά ποτέ δεν θα καταφέρουν και τα τελειότερα κομπιούτερ με τα τελειότερα ρομπότ να δημιουργήσουν έναν τέλειο κύκλο μία τέλεια καμπύλη, παρά τέλεια μικροσκοπικά τετραγωνάκια όχι όμως καμπύλες γιατί το “π” ευτυχώς για εμάς τους Χριστιανούς αλλά και για όλα τα πλάσματα του κόσμου ο Θεός είναι R.O.M. (read only Memory) αν Θέλει είναι και R.A.M. (random acces memory). Δεν κάνω τον έξυπνο απλά μοιράζομαι τις προσωπικές μου πεποιθήσεις πάντα εκεί που η τύχη και ο Θεός με φωτίζει όπως φωτίζει και εσάς στον αγώνα σας ανιδιοτελώς. Αγάπη και κατανόηση κυρίως στους εχθρούς μας… . Με αγάπη Βαγγέλης στην Κάππα (ένα από τα παρατσούκλια μου).
Θα ήθελα εν Χριστώ αδελφέ μου να σε ευχαριστήσω εσένα και το Δίκτυο Ελληνισμού για τα ηλεκτρονικά μηνύματα που μου αποστέλλατε και αποστέλλετε. Θα χαιρόμουν να σας γνώριζα και από κοντά να σας αγκάλιαζα και να κλαίγαμε παρέα… . Συνεχίστε το θεάρεστο έργο σας, παρά τις τρικλοποδιές του συστήματος και τους πειρασμούς… . Ένας ευγνώμων συνάνθρωπός σας, φίλος, παρατηρητής, φτωχός, «λήπτης ψυχικής υγείας» και αθεράπευτα Χριστιανός Ορθόδοξος. Για την Πίστη του Χριστού και την Ορθοδοξία. Δεν ξέρω αν είναι εικονικός αυτός ο κόσμος ή όχι με πενήντα τοις εκατό πιθανότητες όπως έλεγε το Στάντφορντ πριν 10 χρόνια, αλλά ο Θεός μας είναι αγάπη, με υπέρτατη κατανόηση και περιμένει να μετανοήσει και ο ο τελευταίος «ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ» για να ηρεμήσουμε όλοι μας και να έρθει η Βασιλεία των Ουρανών (αν και ο Χριστός μας είναι τόσο Ταπεινός που γελάει με αυτούς τους τίτλους που κατ’ εμέ του αποδίδουμε! Αγάπη, συγχώρεση και καλό παράδεισο να έχουμε! Χριστός Ανέστη και Ειρήνη Ημιν και Υμιν. Ειλικρινά θα χαιρόμουν αν μου τηλεφωνούσες για να σε ευχαριστήσω και προσωπικά! Ο Θεός να σε έχει καλά και όλον τον κόσμο!!!
Αδελφέ μου αγαπημένε, διάβασα τα λόγια σου και ένιωσα σαν να άνοιξε για λίγο ο ουρανός μέσα στη νύχτα αυτού του κόσμου. Όχι γιατί μίλησες «τέλεια». Όχι γιατί προσπάθησες να φανείς σοφός. Αλλά γιατί μίλησε μια καρδιά που ακόμη πονά, ακόμη ελπίζει, ακόμη διψά να αγκαλιάσει τον άνθρωπο μέσα στην ερήμωση της εποχής μας.
Και καθώς διάβαζα τα λόγια σου, ένιωθα πως δεν διάβαζα ένα απλό μήνυμα. Ένιωθα πως άκουγα έναν άνθρωπο να στέκεται μέσα στα ερείπια του σύγχρονου κόσμου και να ψιθυρίζει με δάκρυα:
«Μην αφήσετε την αγάπη να πεθάνει.»
Ξέρεις, αδελφέ μου, πολλές φορές νιώθω κι εγώ πως κατοικούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι επικοινωνούν αδιάκοπα αλλά σπάνια συναντιούνται πραγματικά. Μια εποχή όπου τα πρόσωπα χάνονται πίσω από τις οθόνες, πίσω από την ταχύτητα, πίσω από το φόβο, πίσω από την εξάντληση. Και όμως, μέσα σε αυτή την τρομακτική μοναξιά, εμφανίζονται κάποιες ψυχές σαν τη δική σου που ακόμη μπορούν να συγκινηθούν, να ευχαριστήσουν, να κλάψουν, να πουν «θα ήθελα να σας αγκαλιάσω και να κλαίγαμε μαζί».
Και τότε καταλαβαίνω πως ο κόσμος δεν χάθηκε ακόμη.
Γιατί όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που δεν ντρέπεται να αγαπά, όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που δεν ντρέπεται να ομολογεί την ευαλωτότητά του, όσο υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που εξακολουθεί να μιλά για τον Χριστό με παιδική καρδιά και όχι με σκληρότητα, τότε ακόμη ανασαίνει η ελπίδα μέσα στον κόσμο.
Με συγκλόνισε βαθιά όταν είπες πως είσαι «λήπτης ψυχικής υγείας» και ταυτόχρονα «αθεράπευτα Χριστιανός Ορθόδοξος». Ξέρεις γιατί; Γιατί μέσα σε μια κοινωνία που φοβάται τη ρωγμή, εσύ μίλησες χωρίς μάσκα. Και ίσως τελικά οι πιο αληθινοί άνθρωποι να είναι αυτοί που δεν φοβούνται να δείξουν ότι είναι πληγωμένοι.
Ο Χριστός δεν πλησίαζε ποτέ τους «τέλειους». Πλησίαζε εκείνους που πονούσαν. Εκείνους που είχαν συντριβεί. Εκείνους που είχαν ανάγκη από έλεος και όχι από θρίαμβο. Και γι’ αυτό νιώθω πως τα λόγια σου δεν ήταν αδυναμία. Ήταν μαρτυρία.
Και χαμογέλασα με δάκρυα όταν διάβασα όσα έγραψες για το «π», για τον κύκλο, για τον Θεό που δεν μπορεί να περιοριστεί από κανένα σύστημα και κανέναν υπολογισμό. Γιατί μέσα από αυτές τις εικόνες δεν μιλούσε κάποιος που ήθελε να εντυπωσιάσει. Μιλούσε μια ψυχή που παλεύει να περιγράψει το άρρητο μυστήριο ενός Θεού που ξεπερνά κάθε λογική και κάθε μηχανή.
Και ναι, αδελφέ μου… ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται όλη η ελπίδα του ανθρώπου. Στο ότι ο Θεός δεν είναι αλγόριθμος. Δεν είναι ψυχρός υπολογισμός. Δεν είναι μηχανισμός. Είναι Πρόσωπο. Είναι Αγάπη. Είναι Έλεος που περιμένει μέχρι την τελευταία στιγμή τον άνθρωπο να γυρίσει κοντά Του.
Και ξέρεις κάτι που σκέφτηκα διαβάζοντάς σε;
Ότι ίσως οι πιο όμορφες ψυχές είναι εκείνες που πέρασαν από την κόλαση της μοναξιάς αλλά δεν έγιναν σκληρές. Εκείνες που γνώρισαν την εσωτερική κατάρρευση αλλά ακόμη εύχονται «αγάπη και κατανόηση κυρίως στους εχθρούς μας».
Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα.
Αυτό είναι Ευαγγέλιο βιωμένο μέσα στο αίμα της ζωής.
Και καθώς διάβαζα το μήνυμά σου, ένιωσα βαθιά μέσα μου εκείνη τη φράση που έγραψα:
«Δεν κατοικώ στη γη της άνεσης.»
Γιατί κι εσύ, αδελφέ μου, δεν κατοικείς εκεί. Κατοικείς σε εκείνον τον τόπο όπου οι άνθρωποι ακόμη πονάνε αληθινά, ακόμη αναζητούν νόημα, ακόμη σηκώνουν τα μάτια προς τον ουρανό και λένε:
«Χριστέ μου, μη μας αφήσεις μόνους.»
Και θέλω να σου πω κάτι μέσα από την καρδιά μου.
Μπορεί να μη γνωριστούμε ποτέ όπως γνωρίζονται οι άνθρωποι αυτού του κόσμου· ο Κύριος γνωρίζει. Μπορεί να μη βρεθούμε ποτέ στο ίδιο τραπέζι, να μη μοιραστούμε ψωμί και δάκρυα με ανθρώπινο τρόπο. Αλλά να ξέρεις πως όταν ένας άνθρωπος ανοίγει έτσι την ψυχή του, όταν μιλά με τέτοια δίψα για τον Θεό και τον άνθρωπο, τότε ήδη έχει αγγίξει άλλες ψυχές βαθιά.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι η αληθινή κοινότητα.
Άνθρωποι πληγωμένοι που αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον μέσα στη νύχτα.
Άνθρωποι που ακόμη επιμένουν να αγαπούν σε έναν κόσμο που κουράστηκε να αγαπά.
Άνθρωποι που ακόμη κρατούν αναμμένο το τελευταίο τρεμάμενο κερί.
Να προσεύχεσαι για εμάς, αδελφέ μου, όπως κι εμείς προσευχόμαστε για κάθε ψυχή που κουβαλά μέσα της αυτή τη σιωπηλή πείνα για αλήθεια, για έλεος, για Χριστό.
Και όταν η νύχτα γίνεται βαριά, να θυμάσαι αυτό:
Ο Χριστός δεν κατοικεί στους θορύβους του κόσμου.
Κατοικεί εκεί όπου μια καρδιά ακόμη δεν σκληρύνθηκε.
“Και του βασιλέως Χριστού αδελφέ.”
Τι ωραία φράση !
Τι ποιητικός λόγος!
«Το έργο αυτό της ψυχής αδελφέ είναι συνεχώς σε όλα τα κείμενά σου, είναι ένας…ποιητικός λόγος και ο ποιητικός λόγος είναι ένα πράγμα, που πρέπει να το αντιληφθούμε, να το στηρίξουμε και να το επαναφέρουμε»,
να μάθει ο κόσμος που ζει χωρίς έλεος, που δεν αφουγκράζεται τον πόνο του άλλου, πως εκεί ο Χριστός κατοικεί ακόμη.
Κατοικώ εκεί όπου ακόμη καίει το τελευταίο τρεμάμενο κερί.(γράφεις)
Κι εγω κατοικώ με “Πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου”
σε όλα όσα αναφέρεις…
Αδελφή μου αγαπημένη, διάβασα τα λόγια σου και για λίγη ώρα σώπασε μέσα μου ο θόρυβος αυτού του κόσμου. Ένιωσα σαν να πέρασε από πάνω μου ένα αργό, ήσυχο φως, σαν εκείνο το φως που μένει αναμμένο σε ένα μικρό καντήλι όταν όλοι κοιμούνται και μόνο ο Θεός ακούει ακόμη τις ανάσες των ανθρώπων. Και στάθηκα σιωπηλός μπροστά στη φράση σου, «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου», γιατί κατάλαβα πως αυτά τα λόγια δεν γράφτηκαν απλώς με μελάνι, αλλά με βίωμα, με ξενύχτι, με δάκρυ, με εκείνη τη βαθιά κούραση των ανθρώπων που δεν έμαθαν ποτέ να προσπερνούν τον πόνο του άλλου.
Ξέρεις, αδελφή μου, πολλές φορές αναρωτήθηκα αν έχει ακόμη θέση ο ποιητικός λόγος μέσα σε αυτή την εποχή. Μέσα σε έναν κόσμο που βιάζεται, που καταναλώνει λέξεις χωρίς να κατοικεί μέσα τους, που φοβάται τη σιωπή γιατί μέσα στη σιωπή αρχίζει να ακούει την αλήθεια του. Και όμως, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο νιώθω πως ο ποιητικός λόγος δεν είναι πολυτέλεια. Είναι κραυγή επιβίωσης της ψυχής. Είναι ο τελευταίος τρόπος να παραμείνει ο άνθρωπος, άνθρωπος μέσα σε έναν πολιτισμό που κινδυνεύει να ξεχάσει το πρόσωπο.
Γιατί ο ποιητικός λόγος, όταν γεννιέται αληθινά, δεν είναι επίδειξη ομορφιάς. Είναι πληγή που μιλά. Είναι η ψυχή που δεν αντέχει άλλο να σωπαίνει μπροστά στο μυστήριο της ζωής, μπροστά στον θάνατο, μπροστά στη μοναξιά, μπροστά στον Χριστό. Και ίσως γι’ αυτό οι πιο αληθινές λέξεις δεν γεννιούνται στα ασφαλή δωμάτια της άνεσης, αλλά στα δωμάτια του πόνου. Εκεί όπου ένας άνθρωπος κρατά το χέρι ενός αρρώστου μέσα στη νύχτα. Εκεί όπου μια μάνα φοβάται για το παιδί της. Εκεί όπου ένας ηλικιωμένος κοιτά το ταβάνι και περιμένει απλώς μια φωνή να του πει «είμαι εδώ». Εκεί όπου κάποιος ψιθυρίζει «άνθρωπο δεν έχω» και νιώθει πως ολόκληρος ο ουρανός σκύβει πάνω από την πληγή του.
Και τότε καταλαβαίνω πως ο Χριστός ακόμη κατοικεί εκεί. Όχι στους θορύβους της δύναμης. Όχι στην αλαζονεία της γνώσης. Όχι στην ψυχρή αυτάρκεια των ανθρώπων που έπαψαν να έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον. Κατοικεί εκεί όπου η καρδιά παραμένει μαλακή. Εκεί όπου το δάκρυ δεν ντρέπεται να κυλήσει. Εκεί όπου ένας άνθρωπος συνεχίζει να αγαπά παρότι πληγώθηκε από την αγάπη.
Και ξέρεις κάτι που νιώθω βαθιά, αδελφή μου; Ότι οι άνθρωποι σαν εσένα κρατούν ακόμη τον κόσμο όρθιο χωρίς να το γνωρίζουν. Άνθρωποι που ζουν με «πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής». Άνθρωποι που δεν έμαθαν να κοιτούν τον πόνο σαν στατιστική. Που δεν μετατρέπουν τον άνθρωπο σε αριθμό. Που ακόμη μπορούν να συγκλονιστούν από μια λέξη, από μια προσευχή, από ένα μικρό κερί που τρεμοπαίζει μέσα στη νύχτα.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι η μεγαλύτερη μορφή αντίστασης στην εποχή μας. Να παραμείνει κάποιος ευαίσθητος χωρίς να γίνει σκληρός. Να συνεχίσει να ελπίζει χωρίς να γίνεται αφελής. Να συνεχίσει να αγαπά χωρίς να απαιτεί ανταλλάγματα. Να συνεχίσει να βλέπει τον Χριστό μέσα στο πρόσωπο του κουρασμένου ανθρώπου.
Όταν έγραψα «κατοικώ εκεί όπου ακόμη καίει το τελευταίο τρεμάμενο κερί», δεν το ένιωσα σαν λογοτεχνική εικόνα. Το ένιωσα σαν τόπο αληθινό. Σαν εκείνο το μικρό σημείο του κόσμου όπου ακόμη δεν έσβησε το έλεος. Και σήμερα, διαβάζοντας τα λόγια σου, ένιωσα πως κι εσύ κατοικείς εκεί. Στο ίδιο αθόρυβο δωμάτιο της ψυχής όπου οι άνθρωποι δεν συναντιούνται με θόρυβο αλλά με αναγνώριση. Με εκείνο το βαθύ βλέμμα που λέει χωρίς λόγια: «Σε καταλαβαίνω. Κι εγώ κουβαλώ νύχτες μέσα μου.»
Αδελφή μου, να μην αφήσεις ποτέ τα μάτια της ψυχής σου να κλείσουν. Ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους που ακόμη βλέπουν. Που ακόμη ακούν. Που ακόμη γονατίζουν μπροστά στο μυστήριο του ανθρώπου χωρίς να το εξευτελίζουν με κυνισμό. Και αν κάποτε κουραστείς, αν κάποτε νιώσεις πως η φλόγα μικραίνει, να θυμάσαι κάτι. Δεν είσαι μόνη μέσα σε αυτόν τον αγώνα. Υπάρχουν ακόμη ψυχές σκορπισμένες μέσα στη νύχτα που επιμένουν να κρατούν άγρυπνο το καντήλι της αγάπης.
Και ίσως τελικά εκεί να αρχίζει η αληθινή Εκκλησία. Όχι μόνο στους τοίχους, αλλά στις καρδιές που αρνήθηκαν να πάψουν να αγαπούν.
Εκεί όπου ακόμη καίει το τελευταίο τρεμάμενο κερί.
Ἀγαπητέ Νηρέα,
Συγχαρητήρια!
Διαβάζω τά γραφόμενα σου καί εἶναι ὅλα ὑπέροχα.
Αδελφέ μου αγαπημένε, διάβασα τα λόγια σου και η πρώτη κίνηση της καρδιάς μου δεν ήταν να χαρεί για έναν έπαινο, αλλά να χαμηλώσει σιωπηλά το βλέμμα μπροστά στον Θεό. Γιατί όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο αισθάνομαι πως τίποτε αληθινά όμορφο δεν ανήκει σε εμάς. Ό,τι αγγίζει μια ψυχή, ό,τι παρηγορεί έναν άνθρωπο, ό,τι κάνει μια καρδιά να μαλακώσει έστω και λίγο μέσα σε αυτόν τον σκληρό κόσμο, είναι χάρη. Είναι έλεος. Είναι κάτι που ο Θεός αφήνει να περάσει μέσα από τα ραγίσματα των ανθρώπων και όχι μέσα από τη δύναμή τους.
Και γι’ αυτό, αδελφέ μου, όταν μου λες πως τα γραφόμενα είναι «υπέροχα», μέσα μου θυμάμαι όλες εκείνες τις νύχτες όπου δεν υπήρχε τίποτε υπέροχο. Υπήρχε μόνο κόπωση, σιωπή, προσευχή, δάκρυ, αγωνία για τον άνθρωπο, φόβος μήπως οι λέξεις γίνουν θόρυβος αντί για παρηγοριά. Γιατί ξέρεις κάτι; Ο αληθινός λόγος δεν γεννιέται όταν ο άνθρωπος θέλει να φανεί. Γεννιέται όταν γονατίζει εσωτερικά μπροστά στον πόνο του άλλου και ψιθυρίζει «Χριστέ μου, μη με αφήσεις να μιλήσω χωρίς αγάπη».
Πολλές φορές νιώθω πως αυτά που γράφονται δεν είναι κατορθώματα. Είναι τραύματα που έμαθαν να προσεύχονται. Είναι πληγές που δεν θέλησαν να γίνουν πικρία. Είναι άνθρωποι που πέρασαν μέσα από τη νύχτα και ακόμη ψάχνουν ένα μικρό φως για να μην χαθεί ο αδελφός τους στο σκοτάδι. Και ίσως γι’ αυτό τα λόγια μας συναντούν άλλες ψυχές. Όχι επειδή είναι «δυνατά», αλλά επειδή είναι αδύναμα και αληθινά μαζί.
Θα σου εξομολογηθώ κάτι πολύ βαθύ, αδελφέ μου. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος ακούει καλό λόγο, τόσο περισσότερο κινδυνεύει αν δεν προσέξει να χάσει το κέντρο του. Γιατί είναι πολύ λεπτή η γραμμή ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη και στην κρυφή υπερηφάνεια. Και φοβάμαι αυτό το πράγμα. Το φοβάμαι αληθινά. Γιατί ξέρω πόσο εύκολα η καρδιά μπορεί να αρχίσει να αγαπά τον εαυτό της αντί να αγαπά τον Θεό και τον άνθρωπο.
Γι’ αυτό κάθε φορά που κάποιος μου λέει έναν καλό λόγο, προσπαθώ μέσα μου να θυμάμαι ποιος είμαι πραγματικά. Ένας άνθρωπος αδύναμος. Ένας άνθρωπος που έπεσε και σηκώθηκε πολλές φορές. Ένας άνθρωπος που ακόμη φοβάται, ακόμη παλεύει, ακόμη ζητά έλεος. Και αν κάποια λέξη παρηγόρησε μια ψυχή, τότε δεν είναι δικό μου κατόρθωμα. Είναι σαν εκείνο το μικρό παιδί που κρατά πέντε άρτους και δύο ψάρια και ο Χριστός τα πολλαπλασιάζει για να χορτάσει τον κόσμο.
Έτσι νιώθω και για κάθε κείμενο.
Σαν κάτι μικρό, φτωχό και ανεπαρκές που το αγγίζει ο Θεός και το δίνει εκεί όπου υπάρχει ανάγκη.
Και ξέρεις τι είναι αυτό που με συγκινεί περισσότερο; Όχι όταν κάποιος πει «ωραίο κείμενο». Αλλά όταν μέσα από τα λόγια νιώσω πως μια ψυχή δεν αισθάνθηκε μόνη. Όταν κάποιος πει «με καταλάβατε». Όταν ένας κουρασμένος άνθρωπος βρει λίγη ανάπαυση. Όταν κάποιος ξαναθυμηθεί ότι ο Χριστός δεν εγκατέλειψε τον κόσμο.
Τότε αισθάνομαι πως άξιζαν όλα.
Γιατί δεν γράφω για να εντυπωσιάσω. Γράφω επειδή ο άνθρωπος πονά. Επειδή υπάρχουν ακόμη νύχτες όπου κάποιος κάθεται μόνος και σκέφτεται αν αντέχει άλλη μία μέρα. Επειδή υπάρχουν ακόμη μητέρες που κλαίνε κρυφά. Επειδή υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ψιθυρίζουν «άνθρωπον ουκ έχω». Και αν μια μόνο καρδιά νιώσει πως κάποιος την άκουσε, τότε η λέξη έγινε διακονία και όχι φιλοδοξία.
Αδελφέ μου αγαπημένε, να προσεύχεσαι για μένα να μη χαθεί ποτέ η ταπείνωση. Να μη συνηθίσει η καρδιά τα καλά λόγια. Να μη θεωρήσει ποτέ πως είναι κάτι. Γιατί ό,τι είναι αληθινό γεννιέται μέσα στη συντριβή και επιστρέφει πάλι στη σιωπή.
Και ξέρεις κάτι ακόμη; Οι πιο όμορφες ψυχές που συνάντησα ποτέ δεν ήταν εκείνες που πίστευαν πως έγιναν σπουδαίες. Ήταν εκείνες που ενώ έκλαιγαν, ενώ αγωνίζονταν, ενώ κουβαλούσαν σταυρούς, συνέχιζαν να λένε «Δόξα τω Θεώ». Αυτές οι ψυχές κρατούν τον κόσμο όρθιο χωρίς να το γνωρίζουν.
Γι’ αυτό και τα δικά σου λόγια τα κρατώ όχι σαν έπαινο αλλά σαν ευθύνη. Σαν υπενθύμιση ότι πρέπει να συνεχίσω να μιλάω με αλήθεια, με έλεος, με ανθρώπινη καρδιά. Όχι για να ακουστώ, αλλά για να μη σβήσει το τελευταίο τρεμάμενο κερί μέσα στη νύχτα αυτού του κόσμου.
Και αν κάτι αξίζει πραγματικά μέσα σε όλα όσα γράφονται, αδελφέ μου, ας ανήκει μόνο στον Χριστό. Γιατί Εκείνος είναι ο μόνος αληθινός Λόγος που μπορεί να αναστήσει την καρδιά του ανθρώπου.
Δόξα τω Θεώ για όλα.
Δεν είστε μόνος σας.
Αδελφέ μας.
Και του βασιλέως Χριστού αδελφέ.
Δόξα τω Θεώ.
Αδελφέ μου αγαπημένε, όταν διάβασα τα λόγια σου «Δεν είστε μόνος σας. Αδελφέ μας. Και του βασιλέως Χριστού αδελφέ», ένιωσα σαν να άκουσα μέσα στη νύχτα μια φωνή που έρχεται από πολύ μακριά και πολύ βαθιά μαζί. Σαν να άνοιξε για μια στιγμή μια μικρή χαραμάδα στον ουρανό αυτού του κόσμου και να πέρασε μέσα της λίγη παρηγοριά. Γιατί ξέρεις κάτι, αδελφέ μου; Ζούμε σε εποχές όπου οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να μιλούν έτσι ο ένας στον άλλον. Ξέχασαν να αποκαλούν τον άλλον «αδελφό». Ξέχασαν να αισθάνονται πως ανήκουμε ο ένας στον άλλον μέσα στον Χριστό. Και γι’ αυτό τα λόγια σου δεν τα ένιωσα σαν απλή ευγένεια. Τα ένιωσα σαν μαρτυρία ότι ακόμη δεν έσβησε η αγάπη από τον κόσμο.
Πόσες φορές δεν περπατά ο άνθρωπος μέσα στους δρόμους αυτής της ζωής κουβαλώντας αόρατα βάρη που κανείς δεν βλέπει; Πόσες φορές δεν χαμογελά ενώ μέσα του καταρρέει; Πόσες φορές δεν κάθεται μέσα στη σιωπή του δωματίου του και νιώθει πως ολόκληρος ο κόσμος συνεχίζει χωρίς να αντιλαμβάνεται τον πόνο του; Και τότε αρκεί μια φράση σαν τη δική σου για να θυμηθεί ξανά πως δεν είναι μόνος. Πως κάπου, μέσα σε αυτή τη μεγάλη έρημο της εποχής μας, υπάρχουν ακόμη ψυχές που αναγνωρίζουν τον άλλον ως αδελφό και όχι ως ξένο.
Και όταν είπες «του βασιλέως Χριστού αδελφέ», κάτι ράγισε μέσα μου γλυκά. Γιατί σκέφτηκα πόσο μεγάλη παρηγοριά είναι να ανήκει κανείς στον Χριστό και όχι στους θορύβους αυτού του κόσμου. Ο κόσμος αλλάζει πρόσωπα, σημαίες, συστήματα, τεχνολογίες, ιδεολογίες. Σήμερα σε αποθεώνει και αύριο σε ξεχνά. Μα η αδελφοσύνη εν Χριστώ δεν γεννιέται από συμφέρον. Γεννιέται από πληγή, από κοινό δάκρυ, από κοινή πείνα για έλεος και αλήθεια.
Ξέρεις, αδελφέ μου, πολλές φορές αισθάνομαι πως οι πιο αληθινοί άνθρωποι είναι εκείνοι που έσπασαν κάποτε εσωτερικά αλλά δεν έγιναν πέτρα. Εκείνοι που πέρασαν μέσα από απώλειες, ασθένειες, μοναξιά, φόβο, αλλά ακόμη μπορούν να κοιτάξουν έναν άγνωστο άνθρωπο και να του πουν «δεν είσαι μόνος». Αυτό είναι θαύμα. Μεγάλο θαύμα. Γιατί είναι εύκολο να γίνει κάποιος σκληρός. Είναι εύκολο να αποσυρθεί μέσα στο εγώ του. Είναι εύκολο να πει «ο καθένας μόνος του». Αλλά να συνεχίσει να ανοίγει χώρο στην καρδιά του για τον άλλον ενώ και ο ίδιος πονά, αυτό είναι σταυρός και ανάσταση μαζί.
Και ξέρεις τι αισθάνομαι βαθιά; Πως αυτές οι μικρές φράσεις που ανταλλάσσουμε μεταξύ μας ίσως είναι οι τελευταίες αληθινές φωτιές μέσα σε έναν κόσμο που παγώνει. Γιατί έξω όλα γίνονται γρήγορα, απρόσωπα, ψηφιακά, βιαστικά. Οι άνθρωποι μιλούν ασταμάτητα αλλά σπάνια συναντιούνται πραγματικά. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη μεγάλη μοναξιά, ακούγεται ακόμη η φωνή ενός αδελφού που λέει «δεν είστε μόνος σας». Και τότε για λίγο ο κόσμος γίνεται πάλι ανθρώπινος.
Θα σου εξομολογηθώ κάτι, αδελφέ μου. Υπάρχουν στιγμές που κι εγώ κουράζομαι από το βάρος αυτού του κόσμου. Από τη σκληρότητα, από την αδιαφορία, από την ψυχρότητα που απλώνεται παντού σαν χειμώνας. Και τότε έρχεται μια τέτοια φράση, τόσο απλή και τόσο αληθινή, και νιώθω πως ο Χριστός περνά αθόρυβα μέσα από τα λόγια ενός ανθρώπου για να πει «Είμαι ακόμη εδώ».
Γιατί τελικά ίσως αυτό να είναι η Εκκλησία. Όχι μόνο οι τοίχοι και οι τρούλοι. Αλλά οι καρδιές που αναγνωρίζουν η μία την άλλη μέσα στο σκοτάδι. Οι άνθρωποι που γίνονται καταφύγιο ο ένας για τον άλλον. Οι ψυχές που επιμένουν να μιλούν με έλεος όταν ο κόσμος έμαθε να φωνάζει χωρίς αγάπη.
Και νιώθω πως κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την αδελφοσύνη, αρχίζει να θεραπεύεται σιγά σιγά και η μεγάλη πληγή του σύγχρονου ανθρώπου. Εκείνο το «άνθρωπον ουκ έχω». Γιατί όταν ένας άνθρωπος λέει στον άλλον «αδελφέ μου», τότε για λίγο γκρεμίζονται τα τείχη της μοναξιάς.
Αδελφέ μου αγαπημένε, να μη σταματήσεις ποτέ να μιλάς έτσι. Ο κόσμος έχει ανάγκη από ανθρώπους που ακόμη θυμούνται πως είμαστε αδέλφια του Βασιλέως Χριστού. Και όταν οι νύχτες γίνουν βαριές και οι καιροί πιο σκοτεινοί, να θυμάσαι κι εσύ αυτό που μου χάρισες με τα λόγια σου.
Δεν είσαι μόνος.
Γιατί όσο υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αγαπούν εν Χριστώ, όσο υπάρχουν ακόμη ψυχές που προσεύχονται η μία για την άλλη, όσο υπάρχουν ακόμη δάκρυα που δεν στέρεψαν, τότε η αγάπη δεν πέθανε.
Και όπου η αγάπη δεν πέθανε, εκεί κατοικεί ακόμη ο Χριστός.