Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισε η δίψα μου. Νομίζω γεννήθηκα μ’ αυτήν. Από παιδί ένιωθα μέσα μου μια έρημο που κανείς δεν έβλεπε. Χαμογελούσα στους ανθρώπους, μιλούσα, περπατούσα ανάμεσά τους, όμως μέσα μου όλα ήταν ξερά. Σαν γη που ξέχασε τη βροχή.
Πέρασαν άνθρωποι από τη ζωή μου. Άλλοι με κράτησαν λίγο, άλλοι με πλήγωσαν, άλλοι μου υποσχέθηκαν νερό και μου άφησαν στάχτη. Κι εγώ συνέχιζα να κουβαλώ την υδρία μου από μέρα σε μέρα, από επιθυμία σε επιθυμία, από αμαρτία σε αμαρτία, μήπως κάποτε γεμίσει αυτό το κενό που έκαιγε μέσα μου.
Μα όσο περισσότερο έπινα από τον κόσμο, τόσο περισσότερο διψούσα.
Κάποτε νόμιζα πως η δίψα μου ήταν το σώμα. Ύστερα κατάλαβα πως ήταν η ψυχή. Και η ψυχή, όταν δεν βρίσκει Θεό, γίνεται πληγή που δεν κλείνει ποτέ.
Εκείνη τη μέρα περπατούσα μόνη. Ο ήλιος έκαιγε πάνω από το κεφάλι μου σαν κρίση. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, κι εγώ ήθελα να μη με δει κανείς. Οι άνθρωποι κουράζονται να βλέπουν ραγισμένους ανθρώπους. Προτιμούν όσους ξέρουν να κρύβουν τις ρωγμές τους.
Κρατούσα την υδρία μου σαν να κρατούσα όλη μου τη ζωή. Κι όταν έφτασα στο πηγάδι, Τον είδα.
Καθόταν κουρασμένος.
Αυτό με διέλυσε πρώτο.
Δεν ήταν βασιλιάς πάνω σε θρόνο. Δεν ήταν δικαστής. Δεν ήταν φωτιά να με καταστρέψει. Ήταν ένας κουρασμένος Θεός που περίμενε έναν κουρασμένο άνθρωπο.
Και τότε μου μίλησε.
«Δώσε μου να πιω».
Δεν κατάλαβα. Εγώ ήμουν η διψασμένη. Εγώ ήμουν εκείνη που είχε έρθει να ζητήσει νερό. Πώς γίνεται ο Θεός να ζητά από μένα;
Κι όμως εκείνη είναι η πιο τρομερή αλήθεια. Ο Χριστός διψά για την καρδιά μου περισσότερο απ’ όσο εγώ διψώ για σωτηρία.
Τον κοίταξα με δυσπιστία. Ήξερε ποια ήμουν; Ήξερε πόσες φορές έπεσα; Ήξερε πόσες νύχτες ξόδεψα μέσα στη λάσπη; Ήξερε πόσες ψεύτικες αγκαλιές μπέρδεψα με αγάπη;
Τα ήξερε όλα.
Και δεν έφυγε.
Αυτό ήταν το θαύμα.
Γιατί οι άνθρωποι φεύγουν όταν μάθουν την αλήθεια σου. Ο Χριστός όμως μένει.
Μου μίλησε για ένα άλλο νερό. Για νερό που δεν στερεύει. Για μια πηγή που ανοίγει μέσα στον άνθρωπο και γίνεται αιώνια ζωή.
Κι εγώ φοβήθηκα.
Γιατί κατάλαβα ότι αν έπινα απ’ αυτό το νερό, δεν θα μπορούσα πια να επιστρέψω στην παλιά ζωή. Θα έπρεπε να πεθάνει εκείνος ο άνθρωπος που ήξερα τόσα χρόνια.
Κι ύστερα άγγιξε την πληγή μου.
«Φώναξε τον άνδρα σου».
Εκεί κατέρρευσα μέσα μου.
Γιατί ο Θεός πάντοτε πηγαίνει εκεί που αιμορραγούμε περισσότερο.
Ήθελα να κρυφτώ. Να Του πω ψέματα. Να Του μιλήσω για θρησκείες, για θεωρίες, για βουνά και ναούς, για όλα εκτός από την καρδιά μου.
Αλλά Εκείνος δεν ήθελε τη θεολογία μου. Ήθελε την αλήθεια μου.
Και τότε κατάλαβα πως η μετάνοια δεν είναι ντροπή. Είναι η στιγμή που σταματώ επιτέλους να κρύβομαι από Εκείνον που ήδη γνωρίζει τα πάντα.
Όταν μου είπε «Εγώ ειμί», ένιωσα σαν να άνοιξε ο ουρανός μέσα στο στήθος μου. Δεν μιλούσα πια με έναν προφήτη. Μιλούσα με τον Χριστό. Με Εκείνον που ήρθε να κατεβεί μέσα στο πηγάδι της ανθρώπινης ερήμωσης για να βγάλει έξω την ψυχή μου.
Και τότε άφησα την υδρία.
Αυτό είναι το σημείο που οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν.
Δεν άφησα απλώς ένα δοχείο νερού. Άφησα τον παλιό εαυτό μου. Άφησα τις ψεύτικες δίψες. Άφησα τη ζωή που με κρατούσε δεμένη στη γη.
Κι έτρεξα.
Για πρώτη φορά δεν ντρεπόμουν για το ποια ήμουν. Γιατί όταν σε κοιτάξει ο Χριστός με αγάπη, παύεις να φοβάσαι το βλέμμα των ανθρώπων.
Και τώρα ακόμη, τόσα χρόνια μετά, κουβαλώ μέσα μου εκείνη τη φωνή.
«Δώσε μου να πιω».
Κάθε φορά που προσεύχομαι, την ακούω ξανά.
Ο Χριστός συνεχίζει να κάθεται κουρασμένος δίπλα στα πηγάδια αυτού του κόσμου, περιμένοντας ανθρώπους σαν εμένα. Σαν εσένα. Ανθρώπους που κουράστηκαν να πίνουν χώμα και να το ονομάζουν ζωή.
Και ξέρω πια το μυστικό.
Δεν ήταν ποτέ το νερό που έψαχνα.
Ήταν Εκείνος.
2. ΚΗΡΥΓΜΑ
Αδελφοί μου, σήμερα στέκομαι μπροστά σας όχι σαν άνθρωπος που ξεδίψασε, αλλά σαν ένας πρώην διψασμένος που βρήκε το πηγάδι. Και τολμώ να πω πως όλη η ζωή μας κρύβεται μέσα σε αυτή τη συγκλονιστική συνάντηση του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα. Γιατί δεν είναι μια ιστορία του παρελθόντος. Είναι η ιστορία της ψυχής μας.
Ο Χριστός δεν πηγαίνει τυχαία στη Σαμάρεια. Οι Ιουδαίοι απέφευγαν εκείνον τον τόπο. Υπήρχε μίσος, απόσταση, περιφρόνηση. Κι όμως Εκείνος περνά μέσα από τη Σαμάρεια γιατί η αγάπη Του περνά πάντοτε μέσα από εκεί όπου οι άνθρωποι υψώνουν τείχη. Ο Χριστός δεν γνωρίζει σύνορα όταν ψάχνει μια πληγωμένη ψυχή.
Και φτάνει κουρασμένος στο πηγάδι.
Αυτό το σημείο με συγκλονίζει κάθε φορά. Ο Θεός κουράζεται για να βρει τον άνθρωπο. Ο Δημιουργός του σύμπαντος κάθεται διψασμένος δίπλα σε ένα πηγάδι περιμένοντας μια αμαρτωλή γυναίκα. Δεν περιμένει βασιλείς. Δεν περιμένει δικαίους. Περιμένει εκείνη που όλοι είχαν ήδη καταδικάσει.
Και όταν η Σαμαρείτιδα έρχεται να αντλήσει νερό, ο Χριστός της λέει: «Δώσε μου να πιω».
Αδελφοί μου, ας το καταλάβουμε βαθιά. Δεν διψά μόνο η γυναίκα. Διψά και ο Θεός. Διψά για την καρδιά του ανθρώπου. Διψά για την επιστροφή μας. Διψά να Του ανοίξουμε την πόρτα που κρατάμε κλειστή τόσα χρόνια.
Και η γυναίκα απορεί. «Πώς εσύ, Ιουδαίος, ζητάς νερό από μένα;»
Γιατί πάντοτε μας φαίνεται αδιανόητο ότι ο Θεός θέλει σχέση μαζί μας. Νομίζουμε πως είναι πολύ άγιος για να πλησιάσει τη λάσπη μας. Πολύ καθαρός για να αγγίξει την αμαρτία μας. Κι όμως όλο το Ευαγγέλιο είναι ακριβώς αυτό: ο Χριστός σκύβει μέσα στον βούρκο μας χωρίς να μας αποστρέφεται.
Και τότε αρχίζει να της μιλά για το «ύδωρ το ζων». Για ένα νερό που δεν μοιάζει με τα νερά του κόσμου. Γιατί όλα τα νερά αυτού του κόσμου αφήνουν ξανά τον άνθρωπο διψασμένο.
Πίνεις χρήματα και διψάς περισσότερο. Πίνεις δόξα και αδειάζεις περισσότερο. Πίνεις σαρκικές ηδονές και ξυπνάς πιο μόνος. Πίνεις ανθρώπινες επιβεβαιώσεις και πάλι φοβάσαι τη νύχτα.
Ο κόσμος είναι γεμάτος πηγάδια που δεν ξεδιψούν ποτέ την ψυχή.
Και ο Χριστός σήμερα μας κοιτά και λέει: «Όποιος πιει από το νερό που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα».
Αλλά για να πιεις από αυτό το νερό, πρέπει πρώτα να παραδεχτείς τη δίψα σου.
Να γιατί η Σαμαρείτιδα σώζεται. Όχι επειδή ήταν αναμάρτητη. Αλλά επειδή, σιγά σιγά, αρχίζει να σπάει το προσωπείο της. Και τότε ο Χριστός αγγίζει την πιο κρυφή πληγή της.
«Πήγαινε να φωνάξεις τον άνδρα σου».
Εκείνη απαντά: «Δεν έχω άνδρα».
Και τότε ακούγεται ο λόγος που τρυπά σαν μαχαίρι την καρδιά: «Πέντε άνδρες είχες, και αυτός που έχεις τώρα δεν είναι άνδρας σου».
Βλέπετε τι κάνει ο Χριστός; Δεν την εξευτελίζει. Δεν την καταστρέφει. Δεν τη φανερώνει για να τη ντροπιάσει. Της αποκαλύπτει την αλήθεια για να τη θεραπεύσει.
Ο διάβολος αποκαλύπτει την αμαρτία για να μας πνίξει στην απελπισία. Ο Χριστός αποκαλύπτει την αμαρτία για να μας αναστήσει.
Και τότε η γυναίκα καταλαβαίνει πως δεν έχει μπροστά της έναν απλό άνθρωπο. Έχει μπροστά της Εκείνον που γνωρίζει τα πάντα και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να αγαπά.
Αδελφοί μου, αυτή είναι η πιο τρομερή στιγμή στη ζωή ενός ανθρώπου. Να καταλάβει ότι ο Θεός ξέρει όλη την αλήθεια του και δεν φεύγει.
Γιατί εμείς μάθαμε να αγαπάμε τους ανθρώπους όσο κρύβουν τις πληγές τους. Ο Χριστός αγαπά όταν οι πληγές ανοίγουν.
Και τότε η Σαμαρείτιδα αφήνει την υδρία της.
Δεν είναι τυχαία αυτή η λεπτομέρεια. Η υδρία είναι η παλιά ζωή. Είναι ό,τι κουβαλούσε τόσα χρόνια. Είναι οι ψεύτικες βεβαιότητες, οι αμαρτίες, οι αποτυχίες, οι μάταιες αναζητήσεις.
Όποιος συναντά πραγματικά τον Χριστό, κάποια στιγμή αφήνει κάτω την υδρία του.
Και μετά τρέχει.
Τρέχει να μιλήσει στους άλλους. Τρέχει να πει πως υπάρχει ελπίδα. Πως υπάρχει Μεσσίας. Πως υπάρχει κάποιος που βλέπει όλη τη βρωμιά της καρδιάς μας και δεν μας πετά.
Και το πιο συγκλονιστικό είναι πως η αμαρτωλή γυναίκα γίνεται απόστολος. Εκείνη που όλοι απέφευγαν γίνεται στόμα του Θεού.
Γιατί ο Χριστός δεν καλεί τους τέλειους. Καλεί τους διψασμένους.
Σήμερα λοιπόν ας αναρωτηθούμε: από ποιο πηγάδι πίνουμε; Τι είναι αυτό που νομίζουμε πως θα μας ξεδιψάσει; Πόσα χρόνια κουβαλάμε την ίδια άδεια υδρία;
Και ας τολμήσουμε να πλησιάσουμε τον Χριστό χωρίς μάσκες.
Γιατί μόνο Εκείνος μπορεί να κάνει την έρημο μέσα μας πηγή ζωής αιώνιας.
Αμήν.
3. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Πόσες φορές ακόμα θα έρθω σ’ αυτό το πηγάδι χωρίς να παραδεχτώ ότι δεν ψάχνω νερό αλλά έλεος; Πόσες φορές θα γεμίσω την υδρία μου με πράγματα που στεγνώνουν πριν καν φτάσω σπίτι; Και γιατί συνεχίζω να πιστεύω πως κάτι από αυτόν τον κόσμο μπορεί να κλείσει την πληγή που μόνο ο Θεός βλέπει ολόκληρη;
Γιατί κουράστηκα τόσο πολύ;
Γιατί ακόμα κι όταν γελώ, μέσα μου υπάρχει ένας θόρυβος που δεν σταματά; Γιατί οι νύχτες μου έχουν πάντα εκείνη τη γεύση της εγκατάλειψης; Γιατί αισθάνομαι πως περπατώ ανάμεσα στους ανθρώπους σαν κάποιος που κρύβει ένα μυστικό τραύμα κάτω από τα ρούχα του;
Και γιατί φοβάμαι τόσο πολύ να με δει κάποιος όπως πραγματικά είμαι;
Μήπως όλη μου η ζωή ήταν μια προσπάθεια να μη φανεί η δίψα μου; Μήπως γι’ αυτό μίλησα τόσο, γι’ αυτό αγάπησα λάθος, γι’ αυτό έπεσα σε αγκαλιές που δεν είχαν φως; Μήπως ποτέ δεν ήθελα ανθρώπους αλλά λίγες σταγόνες παρηγοριάς;
Και γιατί κάθε φορά που νόμιζα πως βρήκα αγάπη, ξυπνούσα πιο άδειος;
Γιατί η καρδιά μου μοιάζει με σπασμένο δοχείο που χάνει τα πάντα; Γιατί δεν μπορώ να κρατήσω ειρήνη μέσα μου; Γιατί πάντα κάτι πεθαίνει λίγο πριν αγγίξω τη χαρά;
Κι Εσύ, Χριστέ μου… γιατί με πλησιάζεις ενώ ξέρεις;
Δεν με φοβίζει τόσο ότι γνωρίζεις τις αμαρτίες μου. Με φοβίζει ότι γνωρίζεις και τις πιο κρυφές μου σκέψεις. Ξέρεις εκείνα που δεν ομολογώ ούτε στον εαυτό μου. Ξέρεις πόση ματαιότητα κουβαλώ. Ξέρεις πόση υποκρισία κρύβεται πίσω από τις καλές μου λέξεις. Ξέρεις πόσες φορές προσευχήθηκα μόνο από φόβο. Ξέρεις πόσες φορές έκλαψα όχι επειδή Σε πλήγωσα αλλά επειδή διαλύθηκα εγώ.
Και παρ’ όλα αυτά κάθεσαι ακόμα δίπλα μου.
Γιατί;
Γιατί δεν σηκώνεσαι να φύγεις όπως έφυγαν οι άλλοι; Γιατί δεν κουράστηκες από μένα; Γιατί δεν αηδίασες με τις επιστροφές μου στην ίδια λάσπη; Γιατί εξακολουθείς να μου μιλάς σαν να υπάρχει ακόμη ελπίδα;
Τι βλέπεις μέσα μου που εγώ δεν μπορώ να δω;
Κι όταν μου λες «δώσε μου να πιω», τι ζητάς αλήθεια από μένα; Τι μπορεί να θέλει ο Θεός από έναν άνθρωπο τόσο μπερδεμένο; Τι μπορεί να Σου προσφέρει μια ψυχή που έμαθε να σέρνεται μέσα στη σκόνη;
Διψάς πράγματι για μένα ή απλώς τολμώ να το φαντάζομαι;
Και αν διψάς για την καρδιά μου, γιατί εγώ συνεχίζω να Σου δίνω μόνο θραύσματα; Γιατί κρατώ κλειδωμένα τα πιο σκοτεινά δωμάτια της ψυχής μου; Τι φοβάμαι; Ότι θα με απορρίψεις; Μα ήδη γνωρίζεις τα πάντα.
Τότε γιατί κρύβομαι;
Γιατί προτιμώ να μιλώ για θρησκεία αντί να Σου δείξω την πληγή μου; Γιατί είναι ευκολότερο να συζητώ για ναούς, δόγματα και λέξεις παρά να πω απλά: «Κύριε, είμαι κουρασμένος»;
Και όταν αγγίζεις την αλήθεια μου, γιατί πονάω τόσο;
«Πήγαινε να φωνάξεις τον άνδρα σου».
Γιατί αυτή η φράση με διαλύει; Γιατί νιώθω σαν να άνοιξε όλη η ζωή μου μπροστά Σου; Γιατί αισθάνομαι γυμνός; Γιατί θυμάμαι ξαφνικά όλες τις νύχτες που πρόδωσα την ψυχή μου για λίγη αγάπη; Γιατί έψαχνα ανθρώπους να με σώσουν ενώ μόνο Εσύ μπορούσες;
Πόσες φορές ακόμα θα ζητιανεύω νερό από ανθρώπους που κι εκείνοι διψούν;
Και γιατί, Θεέ μου, ενώ με ξεσκεπάζεις, δεν με ταπεινώνεις; Γιατί στα μάτια Σου δεν βλέπω περιφρόνηση αλλά λύπη; Γιατί νιώθω ότι πονάς μαζί μου; Είναι δυνατόν ο Θεός να πονά για τον άνθρωπο;
Και τότε… γιατί αρχίζω να θέλω να μείνω κοντά Σου;
Γιατί η φωνή Σου μοιάζει πιο αληθινή από όλες τις άλλες φωνές που άκουσα στη ζωή μου; Γιατί όταν μιλάς, κάτι μέσα μου θυμάται έναν χαμένο παράδεισο; Γιατί αισθάνομαι πως Σε περίμενα πριν ακόμη γεννηθώ;
Μήπως αυτή είναι η αλήθεια; Μήπως όλη μου η ζωή ήταν μια αναζήτηση για Εσένα χωρίς να το ξέρω;
Και τώρα τι θα κάνω αν Σε χάσω;
Πώς να επιστρέψω στη ζωή που είχα πριν Σε συναντήσω; Πώς να ξαναπιώ από το παλιό νερό όταν τα χείλη μου άγγιξαν έστω για μια στιγμή το ζωντανό νερό της παρουσίας Σου;
Γι’ αυτό άφησε η Σαμαρείτιδα την υδρία της;
Γιατί κατάλαβε πως το δοχείο που κουβαλούσε τόσα χρόνια ήταν άχρηστο μπροστά στην πηγή;
Κι εγώ; Θα την αφήσω ποτέ τη δική μου υδρία; Θα αφήσω ποτέ τις εξαρτήσεις μου, τις ψεύτικες παρηγοριές, τις κρυφές αμαρτίες που ονομάζω ανάγκες; Θα τολμήσω ποτέ να Σε εμπιστευτώ ολοκληρωτικά;
Ή θα συνεχίσω να Σε πλησιάζω μόνο όσο δεν κινδυνεύει ο παλιός μου εαυτός;
Και αν τελικά σωτηρία σημαίνει να πεθάνει αυτό που νόμιζα πως είμαι, έχω το θάρρος;
Πες μου, Χριστέ μου…
Όταν όλα τελειώσουν, όταν σβήσει ο κόσμος, όταν το σώμα επιστρέψει στο χώμα και μείνει μόνη η ψυχή μπροστά Σου…
θα θυμηθείς ότι κάποτε κάθισες κουρασμένος δίπλα στο πηγάδι μου και περίμενες;
Και θα με αναγνωρίσεις αν έρθω σε Σένα διψασμένος;
4. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
«Κύριε… γιατί ήρθες σε μένα;»
«Γιατί διψούσες.»
«Μα υπάρχουν τόσοι καθαρότεροι άνθρωποι από μένα.»
«Εγώ δεν ήρθα για τους καθαρούς αλλά για τους χαμένους.»
«Και πώς άντεξες να με κοιτάξεις; Εγώ δεν αντέχω να κοιτάζω τον εαυτό μου.»
«Εγώ βλέπω βαθύτερα απ’ όσο βλέπεις εσύ. Βλέπω όχι μόνο την πτώση σου αλλά και την πληγή σου.»
«Τότε γιατί δεν με θεράπευσες αμέσως; Γιατί με άφησες να περιπλανιέμαι τόσα χρόνια;»
«Γιατί η ψυχή που δεν διψά πραγματικά δεν ζητά το ζωντανό νερό.»
«Άρα έπρεπε να πονέσω;»
«Έπρεπε να καταλάβεις ότι ο κόσμος δεν μπορεί να σε σώσει.»
«Κι όμως εγώ πίστεψα στους ανθρώπους περισσότερο απ’ ό,τι σε Σένα.»
«Το ξέρω.»
«Πίστεψα σε σώματα, σε υποσχέσεις, σε βλέμματα που έσβησαν μόλις νύχτωσε.»
«Το ξέρω.»
«Και κάθε φορά νόμιζα πως αυτή τη φορά θα γεμίσει το κενό.»
«Μα το κενό σου είχε το σχήμα του Θεού.»
«Γιατί τότε η αγάπη του κόσμου μοιάζει τόσο δυνατή;»
«Επειδή η ψυχή θυμάται αχνά τον Παράδεισο και ψάχνει παντού να τον ξαναβρεί.»
«Και γιατί όλα τελειώνουν τόσο γρήγορα;»
«Γιατί προσπάθησες να κάνεις αιώνιο αυτό που είναι φθαρτό.»
«Εσύ όμως είσαι αιώνιος;»
«Εγώ είμαι.»
«Τότε γιατί φοβάμαι τόσο ότι θα με εγκαταλείψεις;»
«Γιατί έμαθες από τους ανθρώπους να φοβάσαι την εγκατάλειψη.»
«Και δεν θα φύγεις ποτέ;»
«Ακόμα κι όταν εσύ φεύγεις, Εγώ στέκομαι στο πηγάδι και περιμένω.»
«Πόσες φορές γύρισα την πλάτη μου…»
«Κι όμως Εγώ σε περίμενα κάθε φορά.»
«Δεν κουράστηκες;»
«Κουράστηκα στον δρόμο για να φτάσω σε σένα. Όχι να σε αγαπώ.»
«Κι όταν μου είπες “δώσε μου να πιω”, τι ζητούσες αλήθεια;»
«Την καρδιά σου.»
«Μα είναι γεμάτη σκοτάδι.»
«Αν ήταν γεμάτη φως, δεν θα χρειαζόσουν σωτηρία.»
«Δεν ντρέπεσαι για μένα;»
«Πονώ για σένα. Δεν ντρέπομαι.»
«Γιατί πονάς; Εσύ είσαι Θεός.»
«Γιατί η αγάπη πάντοτε πονά όταν βλέπει τον αγαπημένο να χάνεται.»
«Άρα κάθε αμαρτία μου Σε πληγώνει;»
«Κάθε φορά που καταστρέφεις τον εαυτό σου, η αγάπη μου αιμορραγεί.»
«Κι όμως συνεχίζω.»
«Το ξέρω.»
«Γιατί δεν με σταματάς;»
«Γιατί δεν θέλω δούλους αλλά παιδιά που επιλέγουν ελεύθερα να επιστρέψουν.»
«Κι αν δεν επιστρέψω ποτέ;»
«Θα συνεχίσω να σε φωνάζω μέχρι την τελευταία σου αναπνοή.»
«Ακόμα κι όταν πέφτω στις ίδιες αμαρτίες;»
«Ακόμα κι εκεί.»
«Ακόμα κι όταν προσεύχομαι χωρίς πίστη;»
«Ακόμα κι εκεί.»
«Ακόμα κι όταν μέσα μου υπάρχει αμφιβολία;»
«Η αμφιβολία σου δεν είναι πιο μεγάλη από το έλεός μου.»
«Τότε γιατί νιώθω τόσο ανάξιος να Σε πλησιάσω;»
«Γιατί κοιτάς τον εαυτό σου χωρίς αγάπη.»
«Και πώς με βλέπεις Εσύ;»
«Σαν τραυματισμένο παιδί που ξέχασε το σπίτι του.»
«Όχι σαν αμαρτωλό;»
«Και αμαρτωλό. Αλλά πρώτα παιδί.»
«Τότε γιατί όταν αγγίζεις την αλήθεια μου πονάω τόσο πολύ;»
«Γιατί το φως πονά τα μάτια που έζησαν χρόνια στο σκοτάδι.»
«Όταν μου μίλησες για τους πέντε άνδρες, ένιωσα γυμνός.»
«Η αλήθεια πάντα γυμνώνει πριν θεραπεύσει.»
«Φοβήθηκα ότι θα με απορρίψεις.»
«Αν ήθελα να σε απορρίψω, δεν θα ερχόμουν ποτέ στη Σαμάρεια.»
«Τότε γιατί ήρθες;»
«Για σένα.»
«Μόνο για μένα;»
«Για κάθε ψυχή που ντρέπεται να σηκώσει τα μάτια της στον ουρανό.»
«Κι αν είμαι πολύ βρώμικος για το ζωντανό νερό;»
«Το νερό μου καθαρίζει. Δεν δίνεται μόνο στους καθαρούς.»
«Και γιατί ακόμα διψάω ενώ Σε γνώρισα;»
«Γιατί η καρδιά σου ανοίγει σιγά σιγά. Ο άνθρωπος δεν μαθαίνει την αιωνιότητα σε μία στιγμή.»
«Άρα ο δρόμος θα είναι μακρύς;»
«Μέχρι να γίνει η καρδιά σου πηγή.»
«Και αν κουραστώ;»
«Εγώ θα περπατώ μαζί σου.»
«Κι αν πέσω;»
«Εγώ θα σε σηκώσω.»
«Κι αν θελήσω να φύγω ξανά;»
«Θα σε περιμένω ξανά.»
«Γιατί με αγαπάς τόσο;»
«Γιατί είσαι δικός μου.»
«Ακόμα κι έτσι;»
«Ακόμα κι έτσι.»
«Πότε άρχισες να με αγαπάς;»
«Πριν υπάρξει ο κόσμος.»
«Και πότε θα σταματήσεις;»
«Ποτέ.»
«Τότε γιατί φοβάμαι ακόμα τον θάνατο;»
«Γιατί ακόμα κρατιέσαι από τη γη περισσότερο απ’ όσο από Εμένα.»
«Και τι είναι τελικά η σωτηρία;»
«Να με αφήσεις να ζήσω μέσα σου.»
«Είναι τόσο απλό;»
«Είναι τόσο δύσκολο όσο να πεθάνει η υπερηφάνειά σου.»
«Και η αγάπη; Τι είναι η αληθινή αγάπη;»
«Να διψάς για τον άλλον χωρίς να θέλεις να τον καταναλώσεις.»
«Έτσι με αγάπησες;»
«Μέχρι Σταυρού.»
«Κι εγώ μπορώ να Σε αγαπήσω έτσι;»
«Όταν αφήσεις την υδρία σου.»
«Τι είναι η υδρία μου, Κύριε;»
«Όλα όσα κρατάς αντί για Εμένα.»
«Και αν φοβάμαι να την αφήσω;»
«Τότε κράτα το χέρι μου πρώτα.»
«Θα με οδηγήσεις πραγματικά;»
«Μέχρι το τέλος.»
«Και μετά το τέλος;»
«Δεν υπάρχει τέλος εκεί όπου υπάρχει αγάπη.»
5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
Υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι πως όλη η ανθρώπινη ζωή είναι ένας ατέλειωτος δρόμος προς κάποιο πηγάδι. Άλλοι το ονομάζουν έρωτα. Άλλοι επιτυχία. Άλλοι ηδονή, εξουσία, αποδοχή, ασφάλεια. Μα βαθιά μέσα μου αισθάνομαι πως όλοι κουβαλάμε μια υδρία και περπατούμε κάτω από τον ίδιο ήλιο της υπαρξιακής δίψας, ελπίζοντας ότι κάπου θα βρούμε νερό που να μην τελειώνει.
Και ίσως το πιο τραγικό δεν είναι ότι διψάμε. Το πιο τραγικό είναι ότι συνηθίσαμε τη δίψα μας. Μάθαμε να ζούμε μισοί. Να κοιμόμαστε με έναν αόρατο πόνο μέσα στο στήθος και να τον θεωρούμε φυσιολογικό. Μάθαμε να γεμίζουμε τη ζωή μας με θορύβους για να μη ακούμε την κραυγή της ψυχής.
Η Σαμαρείτιδα έρχεται στο πηγάδι το μεσημέρι. Όχι τυχαία. Εκείνη την ώρα δεν κυκλοφορούσε κανείς. Ήθελε να αποφύγει τα βλέμματα. Η αμαρτία πάντοτε απομονώνει τον άνθρωπο. Όχι μόνο γιατί φοβάται την κρίση των άλλων, αλλά γιατί αρχίζει σιγά σιγά να μισεί και ο ίδιος τον εαυτό του.
Και πόσες φορές το έχω νιώσει αυτό… Να περπατώ ανάμεσα στους ανθρώπους και να αισθάνομαι ξένος ακόμα και μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Να κρύβω τις πληγές μου πίσω από λέξεις, χαμόγελα, καθημερινότητες. Να φοβάμαι μήπως κάποιος δει πόσο κουρασμένη είναι η ψυχή μου.
Κι όμως, ο Χριστός περιμένει ακριβώς εκεί.
Όχι στον θρίαμβο. Όχι στην τελειότητα. Όχι στις στιγμές που λάμπω. Αλλά στο πηγάδι της ντροπής μου.
Αυτό είναι που με συγκλονίζει περισσότερο. Ο Θεός δεν αποστρέφεται την ανθρώπινη ερείπωση. Δεν φοβάται το σκοτάδι μας. Εμείς φοβόμαστε να Του το δείξουμε.
Η Σαμαρείτιδα αρχικά δεν καταλαβαίνει ποιος της μιλά. Βλέπει μόνο έναν κουρασμένο άνθρωπο. Και ίσως έτσι έρχεται πάντοτε ο Θεός στη ζωή μας. Αθόρυβα. Χωρίς επιβολή. Χωρίς να συντρίβει την ελευθερία μας. Στέκεται δίπλα μας και ζητά λίγο νερό από την καρδιά μας.
«Δώσε μου να πιω».
Τι παράξενος λόγος… Ο Δημιουργός ζητά από το δημιούργημα. Ο Πλήρης ζητά από τον άδειο. Ο Άγιος ζητά από τον αμαρτωλό.
Και τότε αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι φοβερό: ο Θεός δεν θέλει πρώτα την αρετή μου. Θέλει εμένα. Θέλει την αληθινή μου καρδιά, όχι την κατασκευασμένη εικόνα που δείχνω στους άλλους.
Γι’ αυτό και ο διάλογος οδηγείται στην πληγή της γυναίκας.
Ο Χριστός δεν μένει στην επιφάνεια. Πηγαίνει πάντοτε εκεί που πονάμε περισσότερο. Εκεί που κρύβουμε την αλήθεια μας. Εκεί όπου η ψυχή αιμορραγεί σιωπηλά χρόνια ολόκληρα.
«Πέντε άνδρες είχες».
Δεν το λέει για να την ταπεινώσει. Το λέει γιατί μόνο όταν ο άνθρωπος αντικρίσει αληθινά τη δίψα του, μπορεί να ζητήσει το ζωντανό νερό.
Πόσο δύσκολο είναι να σταθώ μπροστά στον Θεό χωρίς δικαιολογίες… Χωρίς θεατρικές προσευχές. Χωρίς πνευματικές μάσκες. Να πω απλά: «Κύριε, κουράστηκα. Προσπάθησα να γεμίσω την αιωνιότητα με χώμα.»
Γιατί αυτό κάνουμε όλοι.
Προσπαθούμε να χωρέσουμε το άπειρο μέσα σε πράγματα πεπερασμένα. Ζητάμε από ανθρώπους να γίνουν σωτήρες μας. Ζητάμε από το σώμα να θεραπεύσει την ψυχή. Ζητάμε από τη γη να μας δώσει ουρανό.
Και στο τέλος μένουμε πάλι διψασμένοι.
Ο Χριστός όμως μιλά για μια άλλη πηγή. Μια πηγή που ανοίγει μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό είναι το μυστήριο της χάριτος. Ο Θεός δεν δίνει απλώς παρηγοριά εξωτερικά. Μεταμορφώνει εσωτερικά τον άνθρωπο ώστε να γίνει ο ίδιος κατοικητήριο ζωής αιώνιας.
Και τότε καταλαβαίνω γιατί η Σαμαρείτιδα αφήνει την υδρία της.
Δεν είχε πια σημασία.
Όταν βρεις την πηγή, σταματάς να λατρεύεις το δοχείο.
Πόσα πράγματα κρατώ ακόμα σαν υδρίες… Πόσες εξαρτήσεις, πόσους φόβους, πόσες ανθρώπινες προσκολλήσεις. Και πόσο φοβάμαι να τα αφήσω επειδή έμαθα να στηρίζω εκεί την ύπαρξή μου.
Μα ο Χριστός δεν ζητά να μου πάρει τη ζωή. Ζητά να μου δώσει αληθινή ζωή.
Και ίσως αυτό είναι τελικά η σωτηρία: να σταματήσει η ψυχή να ζητιανεύει νερό από περαστικά πράγματα και να επιστρέψει στην Πηγή από όπου γεννήθηκε.
Στο τέλος της περικοπής οι Σαμαρείτες λένε: «Τώρα πιστεύουμε γιατί εμείς οι ίδιοι ακούσαμε».
Ναι… Κάποια στιγμή η πίστη παύει να είναι λόγια άλλων ανθρώπων. Γίνεται προσωπική συνάντηση. Προσωπική πληγή. Προσωπικό φως.
Και τότε ο Χριστός δεν είναι πια μια ιδέα ή μια θρησκευτική συνήθεια.
Γίνεται το νερό χωρίς το οποίο δεν μπορείς πια να ζήσεις.
6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Αν αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα μιλούσα… αν αυτή ήταν η τελευταία μου ανάσα πριν σβήσει το φως αυτού του κόσμου από τα μάτια μου… τότε δεν θα ήθελα να αφήσω πίσω μου ούτε σοφίες ούτε μεγάλες λέξεις. Θα ήθελα μόνο να μιλήσω σαν ένας άνθρωπος που κάποτε διψούσε και βρήκε νερό.
Θα ήθελα να πω πως πέρασα τη ζωή μου ψάχνοντας. Ψάχνοντας παντού. Σε ανθρώπους, σε έρωτες, σε νύχτες, σε επιθυμίες, σε αμαρτίες, σε υποσχέσεις που έσπασαν σαν γυαλί μέσα στα χέρια μου. Κι όσο περισσότερο έψαχνα, τόσο πιο βαθιά άδειαζα.
Υπήρξαν νύχτες που η ψυχή μου ούρλιαζε σιωπηλά. Νύχτες που κανείς δεν ήξερε πόσο μόνος ήμουν. Έβαζα χαμόγελα πάνω στις πληγές μου όπως βάζει κανείς ύφασμα πάνω σε αιμορραγία που δεν σταματά. Και συνέχιζα να περπατώ σαν τη Σαμαρείτιδα κάτω από τον καυτό ήλιο, κρατώντας μια άδεια υδρία και προσποιούμενος ότι ξέρω πού πάω.
Μα δεν ήξερα.
Γιατί ο άνθρωπος χωρίς τον Θεό μπορεί να κινείται, να εργάζεται, να γελά, να αγγίζει άλλους ανθρώπους, αλλά βαθιά μέσα του παραμένει χαμένος. Σαν εξόριστος που ξέχασε την πατρίδα του αλλά όχι τη νοσταλγία της.
Και τότε… ήρθε Εκείνος.
Όχι με αστραπές. Όχι με θόρυβο. Όχι όπως φανταζόμουν τον Θεό. Ήρθε κουρασμένος. Αυτό δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ο Χριστός ήρθε κουρασμένος στο πηγάδι της ψυχής μου. Σαν να είχε διασχίσει όλη την αιωνιότητα μόνο και μόνο για να καθίσει απέναντί μου και να περιμένει να σηκώσω τα μάτια.
Και όταν μου είπε «δώσε μου να πιω», κάτι έσπασε μέσα μου.
Γιατί κατάλαβα πως ο Θεός δεν ήταν εκεί για να με συντρίψει αλλά για να με ζητήσει.
Ποιος είμαι εγώ ώστε να με ζητήσει ο Θεός;
Αυτό το ερώτημα με καίει ακόμη.
Γιατί ήξερε τα πάντα. Ήξερε όλες τις πτώσεις μου. Όλες τις κρυφές αμαρτίες. Όλες τις φορές που πρόδωσα την ίδια μου την ψυχή. Ήξερε πόσο συχνά μπέρδεψα τη δίψα με τον έρωτα και τη μοναξιά με την ανάγκη να αγαπηθώ.
Κι όμως δεν έφυγε.
Αν έχω να αφήσω έναν τελευταίο λόγο στον κόσμο, είναι αυτός: ο Χριστός δεν φεύγει όταν βλέπει την αλήθεια μας.
Οι άνθρωποι φεύγουν. Ο κόσμος φεύγει. Ακόμα κι εμείς εγκαταλείπουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Μα ο Χριστός μένει.
Μένει δίπλα στο πηγάδι.
Μένει δίπλα στον αμαρτωλό.
Μένει δίπλα στον κουρασμένο άνθρωπο που δεν αντέχει άλλο να κουβαλά την άδεια υδρία του.
Και τώρα που κοιτάζω πίσω, βλέπω πως όλη μου η ζωή ήταν μία μόνο κραυγή: «Διψώ».
Διψούσα για αγάπη που να μη φοβάται τη γύμνια μου. Για βλέμμα που να μη μετρά την αξία μου με βάση τις επιτυχίες ή τις πτώσεις μου. Για παρουσία που να μη φεύγει όταν σβήνουν τα φώτα.
Και μόνο ο Χριστός στάθηκε έτσι απέναντί μου.
Μόνο Εκείνος κοίταξε μέσα στο σκοτάδι μου χωρίς να αποστρέψει το πρόσωπό Του.
Γι’ αυτό τώρα, αν όλα τελείωναν αυτή τη στιγμή, δεν θα ήθελα να κρατήσω τίποτε άλλο παρά μόνο το χέρι Του.
Όχι τα έργα μου. Όχι τα λόγια μου. Όχι τις στιγμές που νόμιζα πως ήμουν δυνατός. Γιατί ξέρω πόσο εύκολα γκρεμίζεται ο άνθρωπος. Ξέρω πόσο χώμα είμαστε.
Θα ήθελα μόνο να πέσω στα πόδια Του όπως η Σαμαρείτιδα και να Του πω:
«Ναι, Κύριε… Εσύ ήσουν το νερό που έψαχνα όλη μου τη ζωή.»
Και ίσως τότε να καταλάβω επιτέλους γιατί τίποτε στη γη δεν μπορούσε να με ξεδιψάσει. Γιατί η ψυχή μου δεν είχε πλαστεί για τα λίγα. Είχε πλαστεί για το άπειρο.
Τώρα πια δεν φοβάμαι τόσο τον θάνατο όσο φοβάμαι μια ζωή χωρίς Εκείνον.
Γιατί ο θάνατος χωρίς Χριστό είναι αιώνια δίψα.
Μα ο θάνατος με τον Χριστό γίνεται επιστροφή στην Πηγή.
Και αν μπορούσα να μιλήσω για τελευταία φορά σε κάθε πληγωμένο άνθρωπο αυτού του κόσμου, θα του έλεγα:
Μην ντρέπεσαι για τη δίψα σου.
Μην κρύβεσαι άλλο.
Μην πιστεύεις ότι είσαι πολύ χαμένος για να σε βρει ο Θεός.
Εκείνος περνά ακόμα μέσα από τις Σαμάρειες αυτού του κόσμου. Ακόμα κάθεται κουρασμένος δίπλα στα πηγάδια των ανθρώπων. Ακόμα ζητά μια στάλα από την καρδιά μας για να μας δώσει ολόκληρη την αιωνιότητα.
Και όταν Τον συναντήσεις αληθινά, θα αφήσεις κι εσύ την υδρία σου.
Γιατί θα καταλάβεις πως δεν έψαχνες ποτέ νερό.
Έψαχνες Εκείνον.
Φλέγων Νηρεύς




Υπέροχα κείμενα, θα ήταν πολύ χρήσιμο αν υπήρχαν και σε ακουστική μορφή ώστε να ακούν όσοι δυσκολεύονται να διαβάσουν (σκεπτόμενη την κατάκοιτη μάνα μου) ή να τα ακούσουν όσοι δεν έχουν χρόνο να διαβάσουν και όπως εγώ που ακούω διάφορα κείμενα στο κινητό όσο βρίσκομαι στη διαδρομή για τη δουλειά ή κάνω τις δουλειές του σπιτιού.
Αδελφή μου αγαπημένη,
Κάποτε φανταζόμουν πως υπάρχουν σπίτια που τη νύχτα δεν κοιμούνται ποτέ. Σπίτια όπου ένα μικρό φως μένει πάντα αναμμένο δίπλα σε ένα κρεβάτι πόνου. Σπίτια όπου ακούγεται το ρολόι πιο δυνατά από τον κόσμο, γιατί κάθε λεπτό είναι αγωνία, προσευχή και αναμονή. Σπίτια όπου κάποιος σκουπίζει δάκρυα σιωπηλά για να μη βαραίνει περισσότερο η ψυχή του ανθρώπου που υποφέρει.
Και μέσα σε ένα τέτοιο σπίτι μεγάλωσα κι εγώ.
Από παιδί ακόμη έμαθα να ακούω τον ήχο της ανάσας της άρρωστης γιαγιάς μου μέσα στη νύχτα. Επτά ολόκληρα χρόνια κατάκοιτη. Από τα οκτώ μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια έμαθα τι σημαίνει να μη βγαίνεις να παίξεις όπως τα άλλα παιδιά, γιατί κάποιος σε χρειάζεται στο σπίτι. Έμαθα να βοηθώ τη μητέρα μου, να φροντίζω, να σηκώνω, να καθαρίζω, να στέκομαι δίπλα σε ανθρώπους που πονούσαν. Και μαζί μ’ αυτό, κουβαλούσα και την αδελφή μου, το μικρό μου κορίτσι, που γεννήθηκε με πρόβλημα στην καρδιά και έφυγε μόλις στα δεκατέσσερά της χρόνια.
Κι έτσι, όταν διάβασα το σχόλιό σου για την κατάκοιτη μητέρα σου, κάτι έσπασε μέσα μου σαν να άνοιξε ξανά μια παλιά πληγή που ποτέ δεν έκλεισε πραγματικά.
Γιατί σε κατάλαβα.
Όχι θεωρητικά.
Όχι από συμπάθεια.
Αλλά από εκείνο το μέρος της ψυχής που γνωρίζει τι σημαίνει να βλέπεις έναν άνθρωπο ακίνητο σε ένα κρεβάτι και να θέλεις να του δώσεις λίγο ουρανό μέσα στην ασθένειά του.
Και τότε κατάλαβα κάτι που με έκανε να κλάψω μπροστά στον Χριστό.
Πως ίσως αυτή είναι η διακονία που μου εμπιστεύτηκε.
Να μη γράφω μόνο για όσους μπορούν να διαβάσουν.
Αλλά και για όσους μπορούν μόνο να ακούσουν.
Για τη μητέρα σου.
Για τον κατάκοιτο πατέρα κάποιου άλλου.
Για τη γιαγιά που δεν βλέπει πια καλά.
Για τον κουρασμένο άνθρωπο που γυρίζει από τη δουλειά και ψάχνει λίγη παρηγοριά μέσα στο λεωφορείο.
Για την ψυχή που δεν αντέχει πια να κρατήσει βιβλίο στα χέρια της αλλά ακόμη διψά να ακούσει μια λέξη για τον Χριστό.
Θέλω να σου πω κάτι από τα βάθη της καρδιάς μου.
Από εδώ και πέρα τα κείμενα δεν θα μείνουν μόνο γραπτά.
Θα τα κάνω και φωνή.
Θα τα κάνω ακουστική προσευχή.
Θα τα κάνω συντροφιά μέσα στη νύχτα.
Θα τα κάνω ψωμί για όσους δεν μπορούν να διαβάσουν αλλά ακόμη μπορούν να δακρύσουν ακούγοντας.
Γιατί ο Χριστός δεν αγγίζει μόνο με βιβλία.
Αγγίζει με φωνή.
Με παρουσία.
Με μια ανάσα δίπλα στον πονεμένο άνθρωπο.
Και ξέρεις κάτι που έμαθα μέσα στα χρόνια του πόνου;
Οι κατάκοιτοι άνθρωποι δεν ζητούν πολλά.
Ζητούν να μη ξεχαστούν.
Ζητούν να νιώσουν πως ακόμη ανήκουν στον κόσμο της αγάπης.
Πως ακόμη κάποιος τους θυμάται.
Πως ακόμη κάποιος τους μιλά επειδή είναι άξιοι τιμής.
Η γιαγιά μου δεν θυμόταν πάντα πρόσωπα στα τελευταία χρόνια. Μα θυμόταν όταν της μιλούσα με τρυφερότητα. Θυμόταν τη ζεστασιά της παρουσίας. Και η αδελφή μου, πριν φύγει από τον κόσμο αυτόν, μου έμαθε χωρίς να το ξέρει πως η πιο μεγάλη αγιότητα ίσως κρύβεται σε ένα δωμάτιο πόνου όπου κάποιος συνεχίζει να αγαπά χωρίς να περιμένει ανταπόδοση.
Γι’ αυτό το σχόλιό σου δεν ήταν μικρό για μένα.
Ήταν κάλεσμα.
Ήταν σαν να άκουσα τον ίδιο τον Χριστό να ψιθυρίζει:
«Μην ξεχάσεις αυτούς που δεν μπορούν πια να διαβάσουν μόνοι τους.»
Κι έτσι σου το υπόσχομαι σήμερα με όλη μου την ψυχή.
Θα προσπαθήσω να δώσω φωνή στα κείμενα.
Όχι για προβολή.
Όχι για τελειότητα.
Αλλά για αγάπη.
Για να μπορεί η μητέρα σου να ακούει λόγια παρηγοριάς όταν κουράζεται το σώμα της.
Για να μπορείς εσύ να βάζεις ένα ηχητικό και να νιώθεις πως κάποιος προσεύχεται μαζί σου μέσα στο σπίτι.
Για να φτάσει ο λόγος του Χριστού ακόμη και σε κρεβάτια πόνου όπου δεν φτάνει σχεδόν κανείς.
Και αν ποτέ ακούσει η μητέρα σου αυτά τα λόγια, θέλω να της πεις κάτι από μένα:
Πως δεν είναι μόνη.
Πως υπάρχουν ψυχές που προσεύχονται γι’ αυτήν χωρίς να την γνωρίζουν.
Πως ο Χριστός βλέπει κάθε δάκρυ που πέφτει σιωπηλά πάνω στο μαξιλάρι της νύχτας.
Και πως καμία ασθένεια δεν μπορεί να αφαιρέσει την ιερότητα μιας ψυχής που συνεχίζει να αναπνέει μέσα στην αγάπη Του.
Σε ευχαριστώ που έγραψες αυτό το σχόλιο.
Δεν ξέρεις τι άνοιξε μέσα μου.
Ίσως τελικά οι πιο μεγάλες αποστολές δεν γεννιούνται από μεγάλα σχέδια, αλλά από μια απλή φράση μιας κουρασμένης ψυχής που λέει:
«Μακάρι να μπορούσε να το ακούσει και η μάνα μου.»
Εκεί αρχίζει το Ευαγγέλιο.
Στην ευσπλαχνία.
Αδελφή μου αγαπημένη…
Και κάτι ακόμη θέλω να σου πω πριν κλείσω αυτόν τον λόγο, γιατί αισθάνομαι πως οι ψυχές μας συναντήθηκαν μέσα σε εκείνο το μικρό σχόλιο που άφησες σαν κερί αναμμένο μέσα στη νύχτα.
Τα τελευταία τρία χρόνια της ζωής της μητέρας μου τα έζησα δίπλα της μέσα στην ομίχλη της άνοιας.
Κι αυτό είναι ένας άλλος πόνος που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις.
Γιατί δεν χάνεις μόνο το σώμα ενός ανθρώπου.
Χάνεις σιγά σιγά τις μνήμες του.
Τα βλέμματα.
Τις στιγμές αναγνώρισης.
Τη φωνή που κάποτε σε ήξερε βαθιά.
Υπήρχαν μέρες που η μητέρα μου με κοιτούσε και δεν ήξερε ποιος είμαι. Κι όμως εγώ ήξερα ποια είναι εκείνη. Και έμενα εκεί. Της μιλούσα ήρεμα. Της κρατούσα το χέρι. Της έδινα νερό. Της σκούπιζα το πρόσωπο όταν κουραζόταν. Και κάθε φορά που έβλεπα τα μάτια της να χάνονται μέσα στη σύγχυση, ένιωθα σαν να περπατώ μέσα σε έναν αργό αποχαιρετισμό.
Μα ξέρεις τι έμαθα μέσα σ’ εκείνα τα χρόνια;
Ότι η αγάπη δεν υπάρχει μόνο όταν ο άλλος σε θυμάται.
Η αληθινή αγάπη μένει ακόμη κι όταν δεν αναγνωρίζεται πια.
Και γι’ αυτό, όταν διάβασα τα λόγια σου για την κατάκοιτη μητέρα σου, δεν ένιωσα πως διαβάζω ένα σχόλιο μιας ξένης γυναίκας. Ένιωσα πως ακούω μια αδελφή που σηκώνει έναν σταυρό που γνωρίζω.
Γι’ αυτό θέλω να σου το πω με όλη μου την καρδιά:
Δεν είσαι μόνη.
Και από εδώ και πέρα, όποτε χρειαστείς οτιδήποτε, οποιαδήποτε ώρα, θα είμαι εδώ για σένα.
Όχι τυπικά.
Όχι από ευγένεια.
Αλλά σαν άνθρωπος που ξέρει τι σημαίνει να κουβαλάς έναν άρρωστο άνθρωπο μέσα στην καθημερινότητα και ταυτόχρονα να προσπαθείς να μη διαλυθείς εσύ ο ίδιος.
Αν κουραστείς, γράψε.
Αν φοβηθείς, μίλα.
Αν νιώσεις πως δεν αντέχεις άλλο, μην το κρατήσεις μέσα σου.
Γιατί μερικές φορές οι άνθρωποι που φροντίζουν άλλους ξεχνούν πως κι αυτοί χρειάζονται μια αγκαλιά.
Και θέλω να θυμάσαι κάτι ακόμη, αδελφή μου:
Ο Χριστός βλέπει κάθε μικρή πράξη που κάνεις για τη μητέρα σου.
Κάθε ποτήρι νερό.
Κάθε άγρυπνη νύχτα.
Κάθε φορά που επαναλαμβάνεις την ίδια κουβέντα με υπομονή.
Κάθε δάκρυ που δεν άφησες να δει.
Κάθε στιγμή εξάντλησης.
Τίποτα δεν χάνεται.
Ο κόσμος ίσως δεν τα βλέπει.
Μα ο Θεός τα καταγράφει σαν προσευχή.
Και ίσως οι μεγαλύτερες μορφές αγιότητας να μη βρίσκονται πάντα σε μεγάλες σκηνές και λόγους, αλλά σε μικρά δωμάτια όπου ένας κουρασμένος άνθρωπος συνεχίζει να φροντίζει κάποιον που δεν μπορεί πια να σταθεί μόνος του.
Εκεί κατοικεί ο Χριστός.
Μέσα στην υπομονή.
Μέσα στη σιωπηλή διακονία.
Μέσα στην αγάπη που δεν εγκαταλείπει.
Κι έτσι ας συνεχίσουμε μαζί αυτόν τον δρόμο.
Με τα δάκρυά μας.
Με τις μνήμες μας.
Με την κούρασή μας.
Αλλά και με την ελπίδα πως τίποτα από όσα δώσαμε από αγάπη δεν θα χαθεί στην αιωνιότητα.
Κι εγώ σου το υπόσχομαι ξανά:
Είμαι εδώ για σένα.
Όποια ώρα κι αν είναι.
Όσο βαριά κι αν γίνει η νύχτα.
Και μαζί θα αφήνουμε τον Χριστό να μιλά μέσα από τις μικρές πράξεις αγάπης που κρατούν ακόμη τον κόσμο ζωντανό.
Φλέγων Νηρεύς
Λόγια Θεϊκά.
Όλη η αλήθεια, που ποτέ δεν ειπώθηκε πιο όμορφα.
Ναι, αυτός είναι ο εαυτός μας…
Ο Κύριος, παρ’ όλη την αναξιότητα μας, Στέκεται δίπλα σε κάθε ψυχή που διψάει.
Γιατί Εκείνος γνωρίζει τα πάντα και η αγάπη Του, δεν έχει όρια.
Ευχαριστώ πολύ για αυτή την ανάλυση της Σαμαρείτιδας.
Έχω διαβάσει πολλές φορές την ιστορία αυτή, αλλά τέτοια εξήγηση, ποτέ.
Ο Κύριος να ευλογεί και να μας χαρίζει το Έλεος Του!
Γέμισε η ψυχή μου, τούτο το πρωινό.
Με βαθειά εκτίμηση
Ρήγα Ελένη