Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος
(Πράξ. ια΄ 19-30)
‘Eν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις διασπαρέντες οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις. Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι, οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν. καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ’ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον. Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας· ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ, ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος Ἁγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ. ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν. ἐγένετο δὲ αὐτοὺς ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς. Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν· ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος. τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς· ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.
1. Αλληγορική αναδιήγηση
Δεν έφυγα από την πόλη επειδή ήμουν γενναίος. Έφυγα επειδή φοβήθηκα.
Ακόμη θυμάμαι τη μέρα που σκότωσαν τον Στέφανο. Ο ουρανός είχε ένα χρώμα μολυβί, σαν να είχε σβήσει μέσα του ο ήλιος. Οι κραυγές του όχλου δεν έμοιαζαν ανθρώπινες· έμοιαζαν με θηρία που πεινούσαν για αίμα. Κι εγώ στεκόμουν μακριά, με τα χέρια παγωμένα, ανήμπορος να καταλάβω γιατί ο κόσμος μισεί τόσο πολύ το φως.
Όταν έπεσε το πρώτο λιθάρι πάνω στο σώμα του, κάτι έσπασε και μέσα μου. Δεν ήταν μόνο ο φόβος. Ήταν η βεβαιότητα πως όποιος αγαπήσει αληθινά τον Χριστό, θα μείνει μόνος πάνω στη γη.
Και τότε φύγαμε.
Διασκορπιστήκαμε σαν σπόροι μέσα στον άνεμο. Άλλος προς τη Φοινίκη, άλλος προς την Κύπρο, άλλος προς την Αντιόχεια. Νομίζαμε πως τρέχαμε να σωθούμε, μα στην αλήθεια ο Θεός μάς έσπειρε μέσα στον κόσμο.
Εγώ περπατούσα νύχτες ολόκληρες. Τα πόδια μου μάτωναν. Η πείνα έκαιγε το στομάχι μου. Κάποτε κοιμόμουν κάτω από πέτρες και ξυπνούσα με τρόμο, νομίζοντας πως άκουγα ακόμη τις φωνές εκείνου του λιθοβολισμού.
Κι όμως… μέσα σ’ εκείνη την εξορία άρχισε να γεννιέται κάτι παράξενο.
Άρχισα να μιλώ για Εκείνον.
Στην αρχή μόνο στους Ιουδαίους. Ψιθυριστά. Σαν να φοβόμουν ακόμη μην ακουστεί το όνομα του Ιησού και ανοίξει πάλι η γη κάτω από τα πόδια μου. Μα ύστερα γνώρισα ανθρώπους ξένους. Έλληνες. Άνθρωποι που δεν είχαν μεγαλώσει με τον Νόμο, κι όμως μέσα στα μάτια τους υπήρχε δίψα.
Τότε κατάλαβα.
Ο Χριστός δεν ήρθε μόνο για όσους Τον περίμεναν. Ήρθε και για όσους δεν ήξεραν καν πως Τον αναζητούσαν όλη τους τη ζωή.
Θυμάμαι έναν άνδρα στην Αντιόχεια. Τα χέρια του μύριζαν σίδερο από τη δουλειά. Τα μάτια του όμως είχαν μια θλίψη βαθιά, σαν άνθρωπος που είχε χάσει το σπίτι του μέσα του. Όταν του μίλησα για τον Εσταυρωμένο, άρχισε να κλαίει χωρίς να μιλά.
Εκείνο το βράδυ κατάλαβα πως η χάρη του Θεού δεν κατεβαίνει σαν αστραπή. Κατεβαίνει σαν δάκρυ.
Και τότε ήρθε ο Βαρνάβας.
Δεν έχω γνωρίσει ποτέ άνθρωπο με τόσο φωτεινή καρδιά. Όταν μας είδε, δεν μας κοίταξε σαν αριθμούς ούτε σαν επιτυχία μιας αποστολής. Μας κοίταξε σαν πατέρας που ξαναβρίσκει χαμένα παιδιά.
«Μείνετε στον Κύριο με όλη την πρόθεση της καρδιάς σας», μας είπε.
Αυτή η φράση δεν έφυγε ποτέ από μέσα μου.
Γιατί η καρδιά μου δεν ήταν ολόκληρη. Ένα κομμάτι ανήκε ακόμη στον φόβο. Ένα κομμάτι στη μνήμη. Ένα κομμάτι στην επιθυμία να γυρίσω πίσω και να ξαναγίνω ένας απλός άνθρωπος χωρίς σταυρό.
Αλλά ο Χριστός δεν με άφηνε.
Ήταν σαν φωτιά μέσα στα κόκαλά μου.
Ο Βαρνάβας έφερε μαζί του και τον Σαύλο. Τον άνθρωπο που κάποτε κυνηγούσε τους αδελφούς μας. Στην αρχή δεν μπορούσα ούτε να τον κοιτάξω. Σκεφτόμουν τον Στέφανο. Σκεφτόμουν το αίμα.
Μα όταν άκουσα τον Σαύλο να μιλά για τον Χριστό, ένιωσα να γκρεμίζεται μέσα μου το τελευταίο τείχος.
Γιατί αν ο Θεός μπορούσε να σώσει εκείνον, τότε ίσως υπήρχε ελπίδα και για μένα.
Μείναμε μαζί έναν ολόκληρο χρόνο. Προσευχόμασταν, διδάσκαμε, κλαίγαμε, τρώγαμε ψωμί με ανθρώπους φτωχούς και διψασμένους για ουρανό. Και τότε μας ονόμασαν πρώτη φορά «Χριστιανούς».
Δεν ήταν τίτλος τιμής.
Ήταν πληγή.
Σήμαινε πως δεν μας ανήκε πια τίποτε άλλο παρά μόνο ο Χριστός.
Κι ύστερα ήρθε η προφητεία του λιμού.
Ο κόσμος πάλι θα πεινούσε.
Μα αυτή τη φορά δεν φοβήθηκα.
Γιατί είχα καταλάβει κάτι μεγάλο: ο αληθινός λιμός δεν είναι του ψωμιού. Είναι η απουσία αγάπης.
Έτσι δώσαμε ό,τι είχαμε. Άλλος λίγο, άλλος πολύ. Και μέσα σε εκείνη τη φτώχεια ένιωσα πρώτη φορά πλούσιος.
Γιατί όταν το χέρι μου άδειαζε για τον αδελφό, η ψυχή μου γέμιζε Θεό.
Και τώρα που κοιτάζω πίσω, καταλαβαίνω.
Ο Στέφανος δεν πέθανε.
Έγινε ο σπόρος.
Κι εμείς, οι φοβισμένοι και διασκορπισμένοι, γίναμε το χωράφι όπου ο Θεός άναψε την Εκκλησία Του μέσα στον κόσμο.
Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις αρκετές για να μιλήσω γι’ αυτή την περικοπή χωρίς να ραγίσει η φωνή μου. Γιατί εδώ δεν διαβάζω απλώς την ιστορία των Αποστόλων. Εδώ βλέπω τη δική μου ζωή. Βλέπω έναν άνθρωπο που τρέχει πληγωμένος μέσα στον κόσμο, κουβαλώντας έναν φόβο που δεν λέγεται εύκολα. Βλέπω έναν άνθρωπο που έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του, κι όμως μέσα ακριβώς από αυτή τη συντριβή γεννήθηκε η Εκκλησία.
Όλα αρχίζουν από μια θλίψη. Από τον λιθοβολισμό του Στεφάνου. Από έναν θάνατο.
Και αυτό είναι το πρώτο μυστήριο του Θεού που με συγκλονίζει: ότι ο Θεός δεν χτίζει το έργο Του πάνω στις ανθρώπινες επιτυχίες αλλά πάνω στις πληγές που Του παραδίδουμε.
Οι Απόστολοι διασκορπίζονται. Φεύγουν. Κρύβονται. Περπατούν σε ξένους τόπους. Κανείς τους εκείνη την ώρα δεν αισθανόταν ήρωας. Ήταν φοβισμένοι άνθρωποι. Άνθρωποι κυνηγημένοι. Άνθρωποι που ίσως έκλαιγαν τη νύχτα όταν κανείς δεν τους έβλεπε.
Κι όμως… ακριβώς μέσα από αυτή τη διασπορά αρχίζει να εξαπλώνεται το Ευαγγέλιο.
Αυτό με συντρίβει κάθε φορά.
Γιατί εγώ νόμιζα πως ο Θεός εργάζεται μόνο όταν είμαι δυνατός. Όταν είμαι καθαρός. Όταν είμαι βέβαιος. Όταν προσεύχομαι χωρίς να σκοτεινιάζω. Όταν η πίστη μου δεν τρέμει.
Αλλά όχι.
Ο Θεός περνά μέσα από τα ραγίσματα.
Μέσα από τις εξορίες μας.
Μέσα από τα συντρίμμια μας.
Οι Απόστολοι φτάνουν στην Αντιόχεια και αρχίζουν να μιλούν όχι μόνο στους Ιουδαίους αλλά και στους Έλληνες. Και εκεί αλλάζει ο κόσμος ολόκληρος. Γιατί το Ευαγγέλιο παύει να είναι υπόθεση μιας φυλής και γίνεται κραυγή σωτηρίας για κάθε άνθρωπο που πονά.
Κι εγώ αναρωτιέμαι: ποιον αποκλείω ακόμη από την αγάπη μου; Ποιον θεωρώ ξένο; Ποιον κοιτώ με κρυφή υπερηφάνεια; Πόσες φορές μίλησα για τον Χριστό μόνο σε όσους μου μοιάζουν, μόνο σε όσους δεν απειλούν την ασφάλειά μου;
Γιατί ο Χριστός δεν σταυρώθηκε για τους «δικούς» Του μόνο.
Σταυρώθηκε για όλους.
Για τον άσωτο.
Για τον βλάσφημο.
Για τον πληγωμένο.
Για τον ακάθαρτο.
Για τον άνθρωπο που δεν ξέρει καν πώς να προσευχηθεί.
Κι ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο πράγμα να δεχθεί η καρδιά μου: ότι ο Θεός αγαπά με την ίδια φλόγα και εκείνον που εγώ δυσκολεύομαι να αγαπήσω.
Και τότε εμφανίζεται ο Βαρνάβας.
Τι μυστήριο άνθρωπος…
Δεν έρχεται ως ελεγκτής. Δεν έρχεται ως δικαστής. Δεν έρχεται να επιβάλει εξουσία. Έρχεται και «ιδών την χάριν του Θεού εχάρη».
Χάρηκε.
Αυτό είναι η Εκκλησία.
Να χαίρεσαι όταν βλέπεις τον Θεό να ανασταίνει έναν άλλον άνθρωπο.
Όχι να τον φθονείς.
Όχι να τον συγκρίνεις.
Όχι να αισθάνεσαι ότι απειλείσαι.
Πόσο λίγο μοιάζω στον Βαρνάβα…
Πόσες φορές η καρδιά μου σκληραίνει αντί να χαίρεται.
Και όμως εκείνος γίνεται πατέρας. Γίνεται αγκαλιά. Γίνεται παρηγοριά. «Μείνετε στον Κύριο με όλη την πρόθεση της καρδιάς σας», τους λέει.
Με όλη την καρδιά.
Όχι μισή.
Όχι λίγο Χριστός και λίγο κόσμος.
Όχι λίγο προσευχή και λίγο σκοτάδι.
Όχι λίγο πίστη και λίγο συμβιβασμός.
Ολόκληρη η καρδιά.
Κι εδώ πονάω.
Γιατί ξέρω πόσο διασπασμένος είμαι μέσα μου. Ξέρω πως πολλές φορές λέω ότι αγαπώ τον Θεό, αλλά ένα μέρος μου ακόμη ζητά καταφύγιο σε πράγματα νεκρά. Σε επιβεβαιώσεις ανθρώπων. Σε πάθη. Σε φόβους. Σε μια κρυφή ανάγκη να με αγαπήσει ο κόσμος.
Αλλά ο Χριστός δεν ζητά ένα κομμάτι μου.
Ζητά όλο το είναι μου.
Και μέσα σε αυτή την πορεία εμφανίζεται και ο Σαύλος.
Αυτός που κάποτε καταδίωκε.
Αυτός που φόβιζε.
Αυτός που είχε χέρια βαμμένα με μνήμη αίματος.
Και όμως γίνεται Απόστολος.
Πώς να μη γονατίσω μπροστά σε ένα τέτοιο έλεος;
Πώς να απελπιστώ για τη σωτηρία οποιουδήποτε ανθρώπου όταν ο Θεός πήρε έναν διώκτη και τον έκανε φωτιά του Ευαγγελίου;
Αδελφοί μου, δεν υπάρχει καρδιά που να μην μπορεί να αναστηθεί.
Δεν υπάρχει νύχτα που ο Χριστός να μη μπορεί να διαπεράσει.
Δεν υπάρχει αμαρτία πιο μεγάλη από το έλεός Του.
Και τέλος έρχεται ο λιμός.
Μα οι μαθητές δεν κλείνονται στον εαυτό τους. Δεν λένε «να σωθούμε εμείς». Δίνουν. Προσφέρουν. Στέλνουν βοήθεια.
Γιατί ο άνθρωπος που γνώρισε τον Χριστό δεν μπορεί πια να ζήσει μόνο για τον εαυτό του.
Και ίσως αυτό είναι το τελευταίο και πιο τρομερό ερώτημα αυτής της περικοπής:
Αν ο κόσμος πεινά δίπλα μου — σε ψωμί, σε αγάπη, σε ελπίδα, σε Θεό — εγώ τι κάνω;
Κλείνω την καρδιά μου;
Ή γίνομαι ψωμί που κόβεται για τους άλλους;
Αυτή είναι η Εκκλησία.
Άνθρωποι πληγωμένοι που έγιναν φωτιά.
Άνθρωποι εξόριστοι που έγιναν πατρίδα.
Άνθρωποι φτωχοί που έγιναν χάρις.
Άνθρωποι που έχασαν τα πάντα και βρήκαν τον Χριστό.
Κι εγώ σήμερα δεν ζητώ τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό:
Να μη φύγει ποτέ από μέσα μου αυτή η φλόγα.
Πόσο παράξενο είναι, Θεέ μου, να διαβάζω αυτή την περικοπή και να αισθάνομαι πως μιλά για μένα…
Γιατί κι εγώ είμαι ένας διασκορπισμένος άνθρωπος.
Κι εγώ κουβαλώ μέσα μου μια φυγή.
Δεν έφυγα ίσως από πόλεις και τόπους όπως οι Απόστολοι, αλλά έφυγα από εκδοχές του εαυτού μου που πέθαναν. Έφυγα από νύχτες που δεν άντεχα άλλο να κατοικώ. Έφυγα από ανθρώπους που κάποτε ήταν ολόκληρος κόσμος για μένα. Και τώρα στέκομαι εδώ, ανάμεσα σε ερείπια μνήμης και προσευχής, και αναρωτιέμαι:
Μπορεί άραγε η θλίψη να γεννήσει φως;
Ή μήπως όλα τελειώνουν εκεί όπου αρχίζει ο πόνος;
Οι Απόστολοι έφυγαν μετά τον θάνατο του Στεφάνου. Μα εγώ από ποιον θάνατο τρέχω ακόμη; Ποιο βλέμμα δεν ξεπέρασα ποτέ; Ποια κραυγή συνεχίζει να αντηχεί μέσα μου τα βράδια όταν όλα σωπαίνουν;
Και γιατί, Θεέ μου, η καρδιά θυμάται πιο εύκολα το τραύμα παρά την παρηγοριά Σου;
Διαβάζω πως πήγαν μέχρι την Αντιόχεια και μιλούσαν για τον Χριστό. Κι εγώ ντρέπομαι.
Γιατί εγώ συχνά δεν μιλώ.
Κρύβω τη φωτιά μου.
Κρύβω την πίστη μου.
Κρύβω ακόμη και την πληγή μου.
Μήπως φοβάμαι πως αν μιλήσω αληθινά, οι άνθρωποι θα φύγουν;
Μήπως φοβάμαι πως αν φανεί πόσο ανάγκη έχω τον Χριστό, θα αποκαλυφθεί πόσο αδύναμος είμαι;
Και όμως… εκείνοι μιλούσαν ενώ κυνηγιούνταν. Ενώ πονούσαν. Ενώ δεν είχαν βεβαιότητα για το αύριο.
Τι είναι λοιπόν αυτό που με παραλύει;
Γιατί η ψυχή μου γίνεται τόσο μικρή μπροστά στον φόβο;
Και ποια είναι τελικά η πίστη μου, αν καταρρέει τόσο εύκολα μπροστά σε μια ανθρώπινη απόρριψη;
«Ην χειρ Κυρίου μετ’ αυτών», λέει η Γραφή.
Μετ’ αυτών…
Πώς είναι άραγε να αισθάνεται κανείς πραγματικά το χέρι του Θεού πάνω του;
Το ένιωσα ποτέ;
Ή μήπως πέρασε δίπλα μου τόσες φορές και εγώ κοιτούσα αλλού;
Μήπως το χέρι Του ήταν εκείνες οι στιγμές που επέζησα ενώ μέσα μου είχα ήδη διαλυθεί;
Μήπως ήταν εκείνο το ανεξήγητο δάκρυ την ώρα της προσευχής;
Μήπως ήταν οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα μου όταν δεν άντεχα άλλο;
Και γιατί συνεχίζω να αμφιβάλλω;
Γιατί η καρδιά μου ξεχνά τόσο γρήγορα τα θαύματα;
Ύστερα εμφανίζεται ο Βαρνάβας.
Και νιώθω να σπάω μέσα μου.
Γιατί εγώ δεν είμαι σαν τον Βαρνάβα.
Εκείνος βλέπει τη χάρη του Θεού και χαίρεται.
Εγώ πολλές φορές βλέπω το φως σε έναν άλλον άνθρωπο και πληγώνομαι. Συγκρίνομαι. Κλείνομαι. Ζηλεύω σιωπηλά. Νιώθω λίγος.
Γιατί, Θεέ μου;
Γιατί είναι τόσο δύσκολο να αγαπήσω καθαρά;
Γιατί η ανθρώπινη καρδιά κουβαλά τόσο σκοτάδι ακόμη και όταν μιλά για Σένα;
Και όμως ο Βαρνάβας δεν ήρθε να κατακρίνει. Ήρθε να παρηγορήσει.
Πότε έγινα τόσο αυστηρός με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό μου;
Πότε έχασα αυτή τη γλυκύτητα της πρώτης πίστης;
Θυμάμαι τότε που αρκούσε μόνο το όνομα του Χριστού για να καίγεται η ψυχή μου. Τώρα γιατί τόση κόπωση; Γιατί τόση εσωτερική έρημος;
Μήπως συνήθισα τα ιερά;
Μήπως άφησα την καρδιά μου να γίνει πέτρα;
Μήπως μιλώ για τον Θεό χωρίς να Τον αφήνω πια να με συντρίβει;
Και τότε έρχεται ο Σαύλος.
Αυτός που κάποτε καταδίωκε γίνεται αδελφός.
Και εδώ δεν έχω πια πού να κρυφτώ.
Αν ο Θεός συγχώρεσε εκείνον, τότε γιατί εγώ συνεχίζω να κρατώ μέσα μου πρόσωπα φυλακισμένα;
Γιατί δεν μπορώ να συγχωρήσω ολοκληρωτικά;
Τι είναι αυτό που υπερασπίζομαι μέσα μου με τόσο πείσμα;
Την πληγή μου;
Το δίκιο μου;
Τον εγωισμό μου;
Και ποιος είμαι εγώ που ζητώ έλεος καθημερινά αλλά δυσκολεύομαι να δώσω έλεος στους άλλους;
Ύστερα ακούγεται η προφητεία για τον λιμό.
Και ξαφνικά αισθάνομαι πως όλος ο κόσμος σήμερα πεινά.
Πεινά για αγάπη.
Πεινά για αλήθεια.
Πεινά για μια αγκαλιά χωρίς συμφέρον.
Πεινά για Θεό.
Κι εγώ;
Τι προσφέρω;
Έγινα ποτέ ψωμί για έναν άλλον άνθρωπο;
Ή ζω μόνο ζητώντας να με αγαπούν, να με καταλαβαίνουν, να με σώζουν;
Και αν σήμερα ο Χριστός στεκόταν απέναντί μου και με ρωτούσε:
«Τι έκανες με την καρδιά που σου έδωσα;»
Τι θα απαντούσα;
Ότι φοβήθηκα;
Ότι κουράστηκα;
Ότι πληγώθηκα πολύ;
Θα ήταν αρκετό αυτό;
Ή μήπως στο τέλος της ζωής θα μείνει μόνο ένα ερώτημα:
Αγάπησες;
Θεέ μου…
φοβάμαι τόσο πολύ μήπως περάσω από αυτή τη γη χωρίς να έχω αγαπήσει αληθινά.
Κι όμως, μέσα σ’ αυτόν τον φόβο υπάρχει ακόμη μια μικρή φλόγα που δεν σβήνει.
Μια φλόγα που ψιθυρίζει πως Εσύ δεν τελείωσες ακόμη μαζί μου.
Πως ακόμη και η διασπορά μου μπορεί να γίνει αποστολή.
Πως ακόμη και τα ερείπιά μου μπορούν να γίνουν εκκλησία.
Πως ακόμη και η σπασμένη μου καρδιά μπορεί να γίνει τόπος κατοίκησης του Αγίου Πνεύματος.
Αν μόνο Σου την παραδώσω ολόκληρη.
«Γιατί φοβάσαι ακόμη;»
Η φωνή Του δεν ήρθε σαν βροντή. Ήρθε μέσα στη σιωπή, εκεί όπου η ψυχή μου είχε γονατίσει από την κούραση.
Κι εγώ δεν μπόρεσα να Τον κοιτάξω.
«Δεν φοβάμαι τον θάνατο τόσο, Κύριε», Του είπα. «Φοβάμαι μήπως η καρδιά μου σβήσει. Φοβάμαι μήπως συνηθίσω το σκοτάδι και πάψω να Σε αναζητώ.»
Και τότε ένιωσα εκείνη τη γλυκιά σιωπή Του, τη σιωπή που δεν καταδικάζει αλλά περιμένει.
«Όταν διασκορπίστηκαν οι μαθητές Μου», μου είπε, «νόμιζαν κι εκείνοι πως όλα τελείωσαν.»
«Μα εκείνοι ήταν Απόστολοι… εγώ είμαι αδύναμος.»
«Κι εκείνοι αδύναμοι ήταν.»
Τα λόγια Του μπήκαν μέσα μου σαν φως που πονά.
«Δεν έφυγαν γενναίοι από την Ιερουσαλήμ. Έφυγαν πληγωμένοι. Έφυγαν κυνηγημένοι. Έφυγαν κλαίγοντας. Κι όμως μέσα από τη φυγή τους γεννήθηκε η Εκκλησία.»
Τότε σήκωσα αργά το βλέμμα.
«Δηλαδή μπορείς να χρησιμοποιήσεις ακόμη κι αυτό που με διαλύει;»
«Εγώ ανασταίνω ακόμη κι εκείνο που εσύ θεωρείς χαμένο.»
Σώπασα.
Γιατί μέσα μου υπήρχαν ακόμη πρόσωπα, νύχτες, μνήμες που δεν μπορούσα να παραδώσω.
«Κύριε… γιατί πονά τόσο η αγάπη;»
Δεν απάντησε αμέσως.
Ένιωσα μόνο σαν να πέρασε μέσα μου ένας άνεμος από Γολγοθά.
«Γιατί η αληθινή αγάπη σταυρώνεται πριν αναστηθεί.»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Και γιατί αφήνεις την καρδιά να σπάει τόσο;»
«Γιατί μόνο η σπασμένη καρδιά μπορεί να χωρέσει ολόκληρο τον ουρανό.»
Τότε ένιωσα όλη μου την άμυνα να γκρεμίζεται.
«Κουράστηκα…» Του ψιθύρισα. «Κουράστηκα να πολεμώ μέσα μου. Άλλοτε Σε νιώθω τόσο κοντά κι άλλοτε πέφτω πάλι στη γη. Άλλοτε καίγομαι από πίστη κι άλλοτε γίνομαι πέτρα. Τι είμαι τελικά;»
Και τότε η φωνή Του έγινε ακόμη πιο ήσυχη.
«Είσαι άνθρωπος που μαθαίνει να Με αγαπά.»
«Μα αποτυγχάνω…»
«Και οι μαθητές Μου απέτυχαν.»
«Αμφιβάλλω.»
«Κι ο Πέτρος αμφέβαλε.»
«Φοβάμαι.»
«Κι εκείνοι κρύφτηκαν από φόβο.»
«Τότε γιατί τους διάλεξες;»
«Γιατί δεν Με συγκινεί η τελειότητα. Με συγκινεί η καρδιά που επιστρέφει.»
Εκεί λύγισα.
Γιατί όλη μου τη ζωή προσπαθούσα να είμαι άξιος πριν Τον πλησιάσω. Να γίνω καθαρός πριν προσευχηθώ. Να διορθωθώ πριν Τον κοιτάξω.
Κι όμως Εκείνος ερχόταν πάντα μέσα στα ερείπιά μου.
«Κύριε… γιατί αγαπάς τόσο τον άνθρωπο;»
Και τότε ένιωσα σαν να πλημμύρισε ολόκληρος ο κόσμος από μια θλίψη γεμάτη φως.
«Γιατί τον κράτησα στα χέρια Μου όταν τον έπλασα. Γιατί φύσηξα μέσα του την πνοή Μου. Γιατί ακόμη κι όταν φεύγει, Εγώ συνεχίζω να τον περιμένω.»
«Ακόμη κι εμένα;»
«Ειδικά εσένα.»
Δεν άντεξα άλλο και έκλαψα.
Όχι δυνατά. Εκείνο το βαθύ κλάμα που βγαίνει όταν η ψυχή κουβαλά χρόνια ολόκληρα κόπωσης.
«Μα εγώ αλλάζω τόσο εύκολα… μια μέρα φλέγομαι και την άλλη παγώνω.»
«Η φλόγα δεν μετριέται από τη στιγμή που δυναμώνει αλλά από τη στιγμή που αρνείται να σβήσει.»
«Κι αν πέσω πάλι;»
«Σήκω.»
«Κι αν απομακρυνθώ;»
«Γύρνα.»
«Κι αν Σε προδώσω μέσα στην αδυναμία μου;»
Τότε θυμήθηκα τον Πέτρο μπροστά στη φωτιά της αυλής.
Και πριν καν ολοκληρώσω τη σκέψη μου, Εκείνος είπε:
«Δεν σταμάτησα να αγαπώ τον Πέτρο όταν Με αρνήθηκε.»
Έκλεισα τα μάτια.
Γιατί εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που η ψυχή μου πολεμούσε χρόνια να πιστέψει: πως η αγάπη Του δεν εξαρτάται από την αξία μου.
«Τότε τι ζητάς από μένα, Κύριε;»
«Την καρδιά σου.»
«Μα είναι γεμάτη σύγχυση.»
«Δώσ’ την Μου.»
«Είναι κουρασμένη.»
«Δώσ’ την Μου.»
«Είναι μισοσπασμένη.»
«Τότε μπορεί να χωρέσει περισσότερο φως.»
Έμεινα σιωπηλός.
Κι ύστερα σκέφτηκα τους μαθητές στην Αντιόχεια. Τον Βαρνάβα. Τον Σαύλο. Τους ανθρώπους που έγιναν “Χριστιανοί” ενώ ακόμη πάλευαν με τον φόβο, τη φτώχεια και την αδυναμία τους.
Και τότε Τον ρώτησα:
«Άρα η Εκκλησία δεν είναι οι δυνατοί;»
«Η Εκκλησία είναι όσοι έμαθαν να επιστρέφουν σε Μένα.»
«Και η αγιότητα;»
«Να Μην φύγεις όταν όλα μέσα σου θέλουν να φύγουν.»
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά.
«Κι αν έρθει πάλι λιμός στον κόσμο;»
«Ήρθε ήδη.»
«Τι πεινά περισσότερο ο άνθρωπος σήμερα;»
«Αγάπη χωρίς όρους.»
Τότε άνοιξα τα μάτια και μέσα στη σιωπή ψιθύρισα:
«Κάνε με κι εμένα λίγο ψωμί για τους άλλους.»
Και για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, δεν ένιωσα μόνος.
Γιατί κατάλαβα πως ο Χριστός δεν περπατά μπροστά μου μόνο.
Περπατά μέσα μου.
Υπάρχουν στιγμές που διαβάζω αυτή την αποστολική περικοπή και αισθάνομαι πως ο Θεός δεν μιλά για ανθρώπους μακρινούς, αλλά για την ίδια την ψυχή μου. Σαν να κοιτάζει μέσα στις πιο κρυφές ρωγμές μου και να μου αποκαλύπτει πως τίποτε δεν χάνεται όταν παραδοθεί στο έλεός Του. Ούτε η θλίψη. Ούτε η αποτυχία. Ούτε η φυγή.
Οι Απόστολοι διασκορπίστηκαν μετά τον λιθοβολισμό του Στεφάνου. Αυτό είναι το πρώτο σημείο που με συγκλονίζει. Η Εκκλησία γεννιέται μέσα από τραύμα. Όχι μέσα από ασφάλεια. Όχι μέσα από ανθρώπινη δύναμη. Αλλά μέσα από φόβο, αίμα και απώλεια.
Και σκέφτομαι πόσο διαφορετικά βλέπω εγώ τη ζωή μου.
Όταν όλα πηγαίνουν καλά, πιστεύω πως ο Θεός είναι μαζί μου. Όταν όμως έρχεται η συντριβή, νιώθω εγκαταλελειμμένος. Κι όμως η Γραφή αποκαλύπτει το αντίθετο: πως πολλές φορές ο Θεός εργάζεται πιο βαθιά ακριβώς εκεί όπου εγώ αισθάνομαι πως όλα καταρρέουν.
Πόσες φορές στη ζωή μου δεν κατάλαβα ότι οι εξορίες μου ήταν αποστολές; Ότι εκείνο που έμοιαζε τέλος ήταν η αρχή ενός άλλου δρόμου; Ότι ο πόνος που με διέλυσε άνοιγε χώρο για να περάσει μέσα μου περισσότερο φως;
Οι Απόστολοι φεύγουν από την Ιερουσαλήμ σαν κυνηγημένοι άνθρωποι. Δεν φεύγουν σαν νικητές. Κι όμως η χάρη του Θεού τους ακολουθεί. Αυτό αλλάζει όλη τη θεώρησή μου για την πνευματική ζωή. Γιατί μεγαλώσαμε πολλές φορές με την ιδέα πως ο πιστός πρέπει να φαίνεται αλύγιστος, βέβαιος, ακέραιος, συνεχώς φωτεινός. Αλλά η πρώτη Εκκλησία δεν ήταν έτσι. Ήταν μια κοινότητα πληγωμένων ανθρώπων που κρατιούνταν από τον Χριστό ενώ όλα γύρω τους έτρεμαν.
Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο θαύμα: όχι ότι δεν λύγισαν ποτέ, αλλά ότι δεν εγκατέλειψαν τον Κύριο μέσα στο λύγισμά τους.
Στην Αντιόχεια οι μαθητές αρχίζουν να μιλούν και στους Έλληνες. Το Ευαγγέλιο ανοίγει την αγκαλιά του πέρα από τα σύνορα της φυλής, της παράδοσης, της βεβαιότητας. Κι εδώ αισθάνομαι πως ο Θεός ελέγχει τη στενότητα της καρδιάς μου.
Γιατί συχνά θέλω έναν Θεό «δικό μου». Έναν Θεό που να αγαπά αυτούς που καταλαβαίνω, αυτούς που μου μοιάζουν, αυτούς που δεν με απειλούν. Όμως ο Χριστός διαλύει κάθε ανθρώπινο τείχος. Πηγαίνει εκεί όπου εγώ δεν θα πήγαινα. Αγγίζει εκείνον που εγώ θα απέφευγα. Σώζει εκείνον που εγώ ίσως θα είχα ήδη καταδικάσει.
Και τότε εμφανίζεται ο Βαρνάβας.
Δεν μπορώ να διαβάσω το όνομά του χωρίς να νιώσω εσωτερική ντροπή. Γιατί εκείνος «είδε τη χάρη του Θεού και χάρηκε». Εγώ όμως πόσες φορές βλέπω το φως σε έναν άλλον άνθρωπο και αντί να χαρώ, συγκρίνομαι; Πόσες φορές αφήνω τον εγωισμό να δηλητηριάσει ακόμη και τα πνευματικά μου αισθήματα;
Ο Βαρνάβας με διδάσκει πως η αληθινή πνευματικότητα δεν είναι να φαίνομαι άγιος αλλά να μπορώ να αναγνωρίζω τη χάρη του Θεού στον αδελφό μου και να ευφραίνομαι γι’ αυτό.
Κι έπειτα έρχεται ο Σαύλος.
Κάθε φορά που σκέφτομαι τον Παύλο, κάτι σπάει μέσα μου. Γιατί ο Θεός παίρνει έναν διώκτη και τον μεταμορφώνει σε Απόστολο. Παίρνει έναν άνθρωπο γεμάτο φανατισμό και τον κάνει σκεύος εκλογής.
Άρα ποιος μπορεί να απελπιστεί;
Ποιος μπορεί να πει «είμαι χαμένος» όταν ο Χριστός μπαίνει ακόμη και στα πιο σκοτεινά δωμάτια της ανθρώπινης ύπαρξης;
Αυτό είναι το σημείο όπου η ψυχή μου αρχίζει να ανασαίνει ξανά. Γιατί καταλαβαίνω πως η σωτηρία δεν είναι ανταμοιβή των καλών αλλά ανάσταση των νεκρών.
Και τέλος έρχεται ο λιμός.
Δεν είναι τυχαίο ότι η περικοπή κλείνει έτσι. Γιατί πάντοτε ο κόσμος πεινά. Άλλοτε για ψωμί. Άλλοτε για αλήθεια. Άλλοτε για αγάπη. Άλλοτε για ελπίδα.
Και οι μαθητές δεν μένουν αδιάφοροι.
Δίνουν από το υστέρημά τους.
Αυτό με ελέγχει βαθιά. Γιατί εγώ συχνά θέλω πρώτα να αισθανθώ πλήρης και μετά να προσφέρω. Αλλά στην Εκκλησία η προσφορά δεν γεννιέται από την αφθονία· γεννιέται από την αγάπη.
Ο άνθρωπος που γνώρισε τον Χριστό δεν μπορεί να κρατήσει τον εαυτό του κλειστό. Γίνεται ψωμί που κόβεται. Γίνεται χέρια που σηκώνουν άλλους. Γίνεται παρηγοριά μέσα σε έναν κόσμο εξαντλημένο.
Και τελικά αυτός είναι ο μεγάλος πνευματικός στοχασμός που αφήνει μέσα μου η περικοπή:
Ο Θεός δεν περιμένει να γίνω ατσαλένιος. Περιμένει να Του παραδώσω ακόμη και τη ραγισμένη μου καρδιά.
Γιατί ακριβώς από εκεί περνά η χάρη Του.
Αν αυτός ήταν ο τελευταίος μου λόγος προς τον κόσμο, θα ήθελα να μιλήσω σαν ένας άνθρωπος που περπάτησε πολύ μέσα στη νύχτα και στο τέλος είδε, έστω για μια στιγμή, το φως του Χριστού να καίει πάνω από τα ερείπια της καρδιάς του.
Δεν θα μιλούσα σαν διδάσκαλος. Δεν θα μιλούσα σαν δίκαιος. Θα μιλούσα σαν ένας από εκείνους τους διασκορπισμένους ανθρώπους της Αντιόχειας. Σαν ένας άνθρωπος που φοβήθηκε, που κουράστηκε, που έπεσε, που θέλησε κάποτε να εγκαταλείψει τα πάντα, αλλά δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την αγάπη του Θεού.
Γιατί αυτό είναι τελικά το Ευαγγέλιο.
Όχι ότι εγώ κράτησα τον Χριστό.
Αλλά ότι Εκείνος δεν άφησε ποτέ εμένα.
Υπήρξαν νύχτες που αισθανόμουν άδειος σαν εγκαταλειμμένος ναός. Νύχτες που προσευχόμουν και η σιωπή έμοιαζε ατελείωτη. Νύχτες που το μόνο που άκουγα ήταν ο θόρυβος των φόβων μου. Και τότε πίστευα πως ίσως ο Θεός απομακρύνθηκε.
Μα τώρα, κοιτάζοντας πίσω, βλέπω ότι Εκείνος στεκόταν πάντα εκεί.
Μέσα στην εξορία.
Μέσα στη διάλυση.
Μέσα στην απώλεια.
Μέσα στην ντροπή μου.
Μέσα στις αμαρτίες που δεν άντεχα ούτε να ομολογήσω.
Και αυτό είναι το μυστήριο που συντρίβει την ψυχή μου: ότι ο Θεός δεν αγάπησε μια εξιδανικευμένη εικόνα μου. Αγάπησε εμένα. Τον αληθινό. Τον σπασμένο. Τον φοβισμένο. Τον αντιφατικό.
Όπως αγάπησε και τους μαθητές που διασκορπίστηκαν μετά τον Στέφανο.
Εκείνοι δεν ήξεραν ότι η φυγή τους θα γινόταν αποστολή. Δεν ήξεραν ότι τα δάκρυά τους θα πότιζαν την πρώτη Εκκλησία των εθνών. Δεν ήξεραν ότι κάποτε οι άνθρωποι θα τους ονόμαζαν «Χριστιανούς».
Απλώς περπατούσαν μέσα στον πόνο κρατώντας μια μικρή φλόγα.
Και ίσως αυτό αρκεί τελικά για να σωθεί ένας άνθρωπος.
Να μη σβήσει εντελώς η φλόγα.
Έμαθα αργά πως η πίστη δεν είναι να μην πέφτεις ποτέ. Είναι να επιστρέφεις. Να γυρίζεις στον Χριστό ξανά και ξανά, ακόμη κι όταν αισθάνεσαι ανάξιος να σηκώσεις το βλέμμα σου προς Αυτόν.
Γιατί Εκείνος δεν κουράζεται να περιμένει.
Εγώ κουράστηκα πολλές φορές με τον εαυτό μου. Αηδίασα με τις ίδιες αμαρτίες, τις ίδιες αδυναμίες, τις ίδιες πληγές που άνοιγαν συνεχώς. Μα ο Χριστός στεκόταν εκεί με μια υπομονή που δεν μοιάζει ανθρώπινη.
Και τώρα καταλαβαίνω πως το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι ότι ο Θεός ανασταίνει νεκρούς.
Το μεγαλύτερο θαύμα είναι ότι συνεχίζει να αγαπά τον άνθρωπο ενώ γνωρίζει τα πάντα γι’ αυτόν.
Αν λοιπόν αυτός ήταν ο τελευταίος μου λόγος, θα ήθελα να φωνάξω σε κάθε ψυχή που κουράστηκε:
Μην απελπίζεσαι.
Μην πιστέψεις ποτέ ότι χάθηκες οριστικά.
Μην αφήσεις την αμαρτία σου να γίνει μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού.
Υπάρχει ακόμη δρόμος πίσω.
Υπάρχει ακόμη φως μέσα στη νύχτα.
Υπάρχει ακόμη μια φωνή που ψιθυρίζει το όνομά σου με αγάπη.
Ο Χριστός δεν ήρθε για τους τέλειους.
Ήρθε για εκείνον που γονατίζει και λέει:
«Σώσε με, γιατί μόνος μου δεν μπορώ.»
Κι ακόμη κάτι θα ήθελα να πω πριν τελειώσω.
Να αγαπάτε.
Όχι επιφανειακά. Όχι εγωιστικά. Όχι μόνο όταν δεν πληγώνεστε.
Να αγαπάτε όπως ο Χριστός.
Να μένετε δίπλα στον άνθρωπο που καταρρέει.
Να μη χλευάζετε την αδυναμία.
Να μη γίνεστε πέτρα στην πληγή του άλλου.
Να μάθετε να βλέπετε πίσω από τα πρόσωπα την κρυφή μάχη που δίνει κάθε ψυχή.
Γιατί όλοι πεινούν.
Άλλος για ψωμί.
Άλλος για ελπίδα.
Άλλος για συγχώρεση.
Άλλος για μια αγκαλιά που να μην τον φοβάται.
Κι αν κάποτε σας ρωτήσουν τι είναι τελικά η Εκκλησία, μη δώσετε πρώτα ορισμούς.
Πείτε πως είναι ένα πλήθος πληγωμένων ανθρώπων που έμαθαν να κρατιούνται από τον Χριστό μέσα στο σκοτάδι.
Πείτε πως είναι άνθρωποι που έκλαψαν αλλά δεν έφυγαν.
Που έπεσαν αλλά σηκώθηκαν.
Που φοβήθηκαν αλλά συνέχισαν να περπατούν.
Πείτε πως είναι φωτιά που πέρασε μέσα από στάχτες και δεν έσβησε.
Και τώρα, στο τέλος αυτού του λόγου, αν απέμενε μέσα μου μία μόνο προσευχή, θα ήταν αυτή:
Χριστέ μου,
όταν έρθει η ώρα να φύγω από αυτόν τον κόσμο,
μη με θυμηθείς για όσα κατάφερα,
αλλά για όσες φορές γύρισα κλαίγοντας κοντά Σου.
Και κράτα κοντά Σου όλους όσους αγάπησα.
Να μη χαθεί κανείς.
Να βρεθούμε όλοι κάποτε εκεί όπου δεν υπάρχει πια φόβος, ούτε θάνατος, ούτε χωρισμός, αλλά μόνο το ανέσπερο φως της αγάπης Σου.
Αμήν.
Φλέγων Νηρεύς




Παραμυθία οι λόγοι που ο Εσταυρωμένος Κύριος σου χαρίζει, να είσαι καλά, δεν ξέρω πως θα ξαναέγραφες όλα αυτά για μια καρδιά διαλυμένη από αρρώστια σε αγαπημένο πρόσωπο πολύ μικρής ηλικίας. Ο Αναστημένος Κύριος ψάχνει τρόπο να ξαναφέρει τη χαρά στη ζωή μας, να ακούσει η αγάπη Του να χαρίσει ίαση και στο δικό μας και σε όλα τα παιδιά του κόσμου.