Το Ημερολόγιο ενός Προσκυνητή στα Έσχατα.

Μάι 19, 2026 | Φλέγων Νηρεύς

Α. Το Προοίμιο 

1. «Η νύχτα που άρχισα να γράφω»

Δεν ξέρω πια αν γράφω για να σωθώ ή για να θυμάμαι ότι υπήρξα άνθρωπος.

Η νύχτα έξω μυρίζει καμένο ξύλο και βροχή. Από το σπασμένο παράθυρο μπαίνει αέρας παγωμένος και περνά πάνω από το δέρμα μου σαν χέρι νεκρού. Τα δάχτυλά μου τρέμουν. Δεν είναι μόνο το κρύο. Είναι η εξάντληση που έρχεται όταν η ψυχή κουβαλά περισσότερα απ’ όσα αντέχει το σώμα.

Κάποτε πίστευα ότι η Αποκάλυψη θα ερχόταν με φωτιά από τον ουρανό, με σειρήνες, με αγγέλους και τρόμο. Τώρα ξέρω πως ήρθε αργά, σχεδόν αθόρυβα, σαν αρρώστια που μπαίνει στο αίμα χωρίς να τη νιώσεις. Οι άνθρωποι δεν ξύπνησαν ένα πρωί για να αρνηθούν τον Θεό. Απλώς άρχισαν να ξεχνούν. Πρώτα την προσευχή. Ύστερα τη σιωπή. Ύστερα ο ένας τον άλλον.

Και κάποτε ξεχάσαμε ακόμα και πώς να κοιτάμε τον ουρανό.

Θυμάμαι την τελευταία φορά που είδα ανθρώπους να γελούν πραγματικά. Ήταν μέσα σε ένα μικρό σπίτι, πριν από χρόνια, όταν ακόμα υπήρχε ψωμί στο τραπέζι και η μητέρα μου άναβε ένα κερί μπροστά στην εικόνα του Χριστού. Το φως εκείνου του κεριού έπεφτε πάνω στο πρόσωπό της σαν έλεος. Δεν ήξερα τότε ότι κοιτούσα μια εποχή που πέθαινε.

Τώρα οι πόλεις είναι γεμάτες οθόνες και άδεια μάτια. Οι άνθρωποι περπατούν σαν να έχουν χάσει κάτι που δεν μπορούν πια να ονομάσουν. Μιλούν ασταμάτητα αλλά δεν λένε τίποτα. Αγγίζονται χωρίς να αγαπιούνται. Κοιμούνται χωρίς ειρήνη. Ξυπνούν χωρίς ελπίδα.

Κι εγώ ήμουν ένας από αυτούς.

Δεν γεννήθηκα άγιος. Ούτε δυνατός. 

Γεννήθηκα άνθρωπος γεμάτος φόβο.

Υπήρξαν νύχτες που ξάπλωνα στο πάτωμα και ένιωθα το βάρος της ύπαρξής μου να με πλακώνει σαν πέτρα. Άκουγα την καρδιά μου να χτυπά και αναρωτιόμουν γιατί συνεχίζει. Για ποιον λόγο επιμένει ακόμα αυτό το σώμα να αναπνέει όταν όλα μέσα μου είχαν αρχίσει να σαπίζουν.

Η αμαρτία δεν έρχεται πάντα σαν εξέγερση. Μερικές φορές έρχεται σαν κούραση.

Σαν μια αργή παραίτηση από το φως.

Κι εγώ κουράστηκα πολύ.

Κουράστηκα να βλέπω ανθρώπους να πουλούν την ψυχή τους για λίγη αποδοχή. Κουράστηκα να βλέπω παιδιά να μεγαλώνουν χωρίς αγάπη. Κουράστηκα να βλέπω πρόσωπα φωτισμένα από οθόνες και όχι από Θεό. Κουράστηκα να κουβαλώ μέσα μου αυτή τη δίψα για κάτι αιώνιο μέσα σε έναν κόσμο που λατρεύει μόνο το εφήμερο.

Υπήρξαν στιγμές που φοβήθηκα πως ο Χριστός είχε φύγει από τη γη.

Το λέω με τρόμο αυτό.

Γιατί υπήρξαν νύχτες που προσευχόμουν και δεν άκουγα τίποτα πίσω από τη σιωπή. Μόνο την ανάσα μου. Μόνο το αίμα μου μέσα στην ύπαρξη μου. Μόνο εκείνη τη φρικτή αίσθηση εγκατάλειψης που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει σαν τελευταίος επιζών σε έναν νεκρό κόσμο.

Κι όμως…

Μέσα σε εκείνη τη σιωπή άρχισε κάτι να καίει.

Όχι έξω από εμένα.

Μέσα σε εμένα.

Μια μικρή φλόγα.

Τόσο μικρή που σχεδόν ντρεπόμουν να την ονομάσω πίστη.

Και κατάλαβα τότε κάτι που θα με στοιχειώνει μέχρι να πεθάνω:

ο Θεός πολλές φορές δεν φωνάζει.

Μένει.

Μένει μέσα στο τελευταίο κομμάτι φωτός που δεν πρόδωσες.

Γι’ αυτό γράφω τώρα.

Όχι γιατί είμαι άξιος.

Αλλά γιατί φοβάμαι.

Φοβάμαι πως έρχονται μέρες όπου οι άνθρωποι δεν θα θυμούνται πια τι σημαίνει έλεος. Φοβάμαι πως το κακό δεν θα μοιάζει πλέον κακό αλλά φυσιολογικό. Φοβάμαι πως οι ψυχές θα πεθαίνουν αργά ενώ τα σώματα θα συνεχίζουν να περπατούν.

Και αν κάποιος βρει αυτές τις σελίδες όταν εγώ θα έχω χαθεί, θέλω να ξέρει τούτο:

Μέχρι την τελευταία στιγμή του κόσμου, υπήρξε έστω ένας άνθρωπος που προσπάθησε να κρατήσει αναμμένη τη φλόγα.

2. «Το σώμα θυμάται όσα η ψυχή προσπαθεί να θάψει»

Δεν κοιμάμαι πια κανονικά.

Το σώμα μου έχει ξεχάσει την ειρήνη. Ξυπνάω κάθε λίγες ώρες σαν να με καλεί κάποιος από πολύ μακριά. Μερικές φορές νομίζω πως ακούω βήματα έξω από το καταφύγιο. Άλλες φορές ακούω φωνές ανθρώπων να κλαίνε και να σπαράζουν. Και κάποιες νύχτες, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, ακούω το ίδιο μου το όνομα σαν προειδοποίηση.

Τότε ανοίγω τα μάτια και για λίγα δευτερόλεπτα δεν θυμάμαι πού βρίσκομαι.

Μόνο το κρύο θυμάμαι.

Το κρύο που τρυπάει τα κόκαλα και κάθεται εκεί σαν μνήμη θανάτου.

Τα χέρια μου έχουν γεμίσει μικρές πληγές από τη σκόνη, τα σπασμένα μέταλλα και τις πέτρες. Το δέρμα στα δάχτυλά μου σκίζεται εύκολα τώρα. Ακόμα και να γράφω πονάει. Αλλά συνεχίζω, γιατί φοβάμαι πιο πολύ τη σιωπή απ’ ό,τι τον πόνο.

Ο άνθρωπος αντέχει πολλά όταν έχει κάποιον να τον ακούσει.

Ακόμα κι αν αυτός ο κάποιος δεν έχει γεννηθεί ακόμα.

Σήμερα βγήκα έξω λίγο πριν ξημερώσει. Ο ουρανός είχε εκείνο το βαθύ μολυβί χρώμα που μοιάζει σαν ο ήλιος να δίσταζε να επιστρέψει στη γη. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Μόνο χαλασμένες πινακίδες, καμένα αυτοκίνητα και κτίρια ανοιγμένα σαν πληγές.

Κάποτε εδώ υπήρχε ζωή.

Το νιώθω ακόμα.

Το τσιμέντο θυμάται τις φωνές. Οι τοίχοι θυμούνται τα γέλια. Ακόμα και τα ερείπια μοιάζουν να πενθούν.

Πέρασα μπροστά από ένα παιδικό δωμάτιο χωρίς στέγη. Υπήρχε ακόμα ένα μικρό κρεβάτι εκεί μέσα. Ένα λούτρινο ζωάκι γεμάτο στάχτη. Και στον τοίχο, ζωγραφισμένος με παιδικό χέρι, ένας ήλιος.

Στάθηκα πολλή ώρα.

Δεν ξέρω γιατί αυτό με διέλυσε περισσότερο απ’ όλα.

Ίσως γιατί ο κόσμος δεν καταστρέφεται πραγματικά όταν πέφτουν οι πόλεις.

Καταστρέφεται όταν χάνεται η αθωότητα.

Κι ένιωσα τότε κάτι απαίσιο μέσα μου. Όχι μόνο θλίψη. Ζήλια.

Ζήλεψα εκείνο το παιδί που κάποτε μπορούσε να ζωγραφίζει ήλιους χωρίς να φοβάται το σκοτάδι.

Εγώ δεν θυμάμαι πια πότε άρχισα να φοβάμαι.

Ίσως όταν κατάλαβα πως οι άνθρωποι μπορούν να συνηθίσουν τα πάντα. Ακόμα και το κακό. Ακόμα και την απουσία του Θεού.

Αυτό είναι που με τρομάζει περισσότερο.

Όχι οι σειρήνες. Όχι οι διωγμοί. Όχι η πείνα.

Αλλά η συνήθεια.

Η στιγμή που η ψυχή σταματά να αντιστέκεται.

Θυμάμαι τον εαυτό μου πριν χρόνια μέσα σε πλήθη ανθρώπων. Όλοι κοιτούσαν οθόνες. Σκυμμένα κεφάλια. Φωτισμένα πρόσωπα. Και μέσα μου μια φωνή ψιθύριζε συνεχώς:

«Κάτι πεθαίνει.»

Όχι έξω από εμάς.

Μέσα μας.

Κι όμως δεν έφυγα τότε. Έμεινα. Συμβιβάστηκα. Έκανα πως δεν βλέπω. Γέλασα όταν δεν έπρεπε να γελάσω. Σιώπησα όταν έπρεπε να μιλήσω. Πρόδωσα μικρά κομμάτια της ψυχής μου για να μη μείνω μόνος.

Αυτή είναι η αλήθεια.

Ο άνθρωπος δεν πέφτει ξαφνικά.

Πέφτει λίγο λίγο.

Κάθε φορά που προδίδει κάτι ιερό μέσα του.

Και κάποτε κοιτάζει τον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζει το βλέμμα του.

Εγώ έφτασα εκεί.

Υπήρξε μια νύχτα — δεν θα την ξεχάσω ποτέ — που κοίταξα το πρόσωπό μου στο σκοτεινό τζάμι και είδα έναν ξένο. Τα μάτια μου ήταν άδεια. Χωρίς φλόγα. Χωρίς προσευχή. Μόνο κόπωση.

Και τότε φοβήθηκα αληθινά.

Όχι τον θάνατο.

Αλλά το ενδεχόμενο να συνεχίσω να ζω χωρίς ψυχή.

Έπεσα στα γόνατα εκείνο το βράδυ. Όχι από ευσέβεια. Από κατάρρευση.

Και θυμάμαι ακόμα τα λόγια που βγήκαν από μέσα μου σαν αίμα:

«Χριστέ… αν είσαι ακόμα εδώ, μη μ’ αφήσεις να γίνω κόσμος νεκρός.»

Δεν έγινε θαύμα.

Δεν άνοιξε ο ουρανός.

Αλλά έκλαψα.

Και τα δάκρυα εκείνης της νύχτας ήταν τα πρώτα αληθινά μετά από χρόνια.

Από τότε κατάλαβα κάτι που πονάει:

Η σωτηρία αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να κρύβεται από την ίδια του την πληγή.

Κι εγώ τώρα γράφω μέσα από την πληγή.

Όχι για να φανώ δυνατός.

Αλλά γιατί ίσως κάποιος εκεί έξω νιώθει όπως ένιωσα κι εγώ:

κουρασμένος, άδειος, φοβισμένος, έτοιμος να σβήσει.

Αν είσαι εσύ αυτός ο άνθρωπος…

άκουσέ με.

Όσο ακόμα πονάς, δεν έχει πεθάνει η ψυχή σου.

3. «Η εποχή όπου χάσαμε το πρόσωπό μας»

Υπάρχουν μέρες που προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή μου πριν σκοτεινιάσω.

Όχι τον ήχο της.

Την αλήθεια της.

Προσπαθώ να θυμηθώ πώς μιλούσα όταν ακόμα δεν φοβόμουν τους ανθρώπους. Πριν μάθω να κρύβω σκέψεις, πριν μετράω κάθε λέξη σαν ένοχος. Πριν αρχίσω να νιώθω πως όλος ο κόσμος παρακολουθεί, καταγράφει, ζυγίζει τις ψυχές και τις πουλά σαν δεδομένα.

Δεν ξέρω ακριβώς πότε έγινε.

Η απώλεια δεν έρχεται πάντα με κραυγή. Μερικές φορές έρχεται σαν αργή διάβρωση. Σαν νερό που στάζει χρόνια πάνω στην πέτρα μέχρι να τη σπάσει.

Έτσι χάσαμε το πρόσωπό μας.

Όχι σε έναν πόλεμο.

Αλλά μέσα στην καθημερινότητα.

Οι άνθρωποι άρχισαν να ζουν πίσω από προσωπεία. έμαθαν να δείχνουν χαρά χωρίς να τη νιώθουν. Έμαθαν να μιλούν για αγάπη χωρίς να θυσιάζονται. Έμαθαν να φωτογραφίζουν τη ζωή αντί να τη ζουν.

Κι εγώ ήμουν μέσα σε όλα αυτά.

Αυτό με πονάει περισσότερο όταν γράφω.

Δεν μπορώ να κατηγορήσω μόνο τον κόσμο γιατί υπήρξα μέρος του. Υπήρξαν χρόνια που κυνηγούσα κι εγώ αποδοχή σαν διψασμένο ζώο. Ήθελα να με βλέπουν. Να με εγκρίνουν. Να νιώθω πως υπάρχω μέσα από τα μάτια των άλλων.

Τι τρομερή σκλαβιά.

Να εξαρτάται η αξία της ψυχής σου από το αν κάποιος σε χειροκροτεί.

Θυμάμαι βράδια γεμάτα κόσμο και όμως μέσα μου υπήρχε μόνο σιωπή. Γύρω μου γέλια, μουσικές, σώματα, φώτα. Κι εγώ να νιώθω σαν φάντασμα που περπατά ανάμεσα σε άλλους νεκρούς χωρίς κανείς να το καταλαβαίνει.

Η μοναξιά δεν είναι να είσαι μόνος.

Η μοναξιά είναι να μην μπορείς να φανερώσεις την αλήθεια σου.

Κι εγώ είχα θάψει την αλήθεια μου τόσο βαθιά που κάποτε άρχισα να ξεχνάω ποιος ήμουν.

Υπήρξαν περίοδοι που το σώμα μου συνέχιζε μηχανικά ενώ η ψυχή μου είχε ήδη καταρρεύσει. Ξυπνούσα κουρασμένος. Κοιμόμουν κουρασμένος. Έτρωγα χωρίς γεύση. Μιλούσα χωρίς παρουσία. Ο χρόνος περνούσε σαν βρώμικο νερό μέσα από τα χέρια μου.

Και το χειρότερο;

Κανείς δεν το πρόσεχε.

Γιατί αυτός ο κόσμος έμαθε να θαυμάζει ανθρώπους που πεθαίνουν εσωτερικά αλλά συνεχίζουν εξωτερικά τάχα να ζουν.

Μια μέρα στάθηκα μέσα σε βαγόνι γεμάτο κόσμο. Δεκάδες πρόσωπα γύρω μου φωτισμένα από κινητά. Κανείς δεν κοιτούσε κανέναν. Κανείς δεν σήκωνε τα μάτια. Ήταν σαν να είχε ραγίσει κάτι αρχαίο μέσα στην ανθρώπινη φύση.

Και τότε με χτύπησε μια σκέψη τόσο βίαια που ακόμα τη θυμάμαι σαν πληγή:

«Αν ο Χριστός περπατούσε τώρα ανάμεσά μας, πόσοι θα σήκωναν το βλέμμα για να Τον δουν;»

Ένιωσα ντροπή.

Όχι μόνο για τον κόσμο.

Για μένα.

Γιατί κι εγώ είχα απομακρυνθεί. Όχι με άρνηση. Αλλά με διάσπαση. Με θόρυβο. Με συνεχή φυγή από τη σιωπή.

Η σιωπή τρομάζει τον άνθρωπο γιατί εκεί ακούει την ψυχή του.

Κι εγώ έτρεχα χρόνια για να μην την ακούσω.

Αλλά η ψυχή δεν πεθαίνει ήσυχα.

Φωνάζει μέσα από το σώμα.

Μέσα από την αϋπνία. Μέσα από την εξάντληση. Μέσα από εκείνη τη βαθιά θλίψη που δεν εξηγείται με λόγια. Μέσα από το κενό που καμία απόλαυση δεν γεμίζει.

Θυμάμαι μια νύχτα που περπατούσα μόνος στους δρόμους. Η πόλη ήταν γεμάτη φως αλλά εγώ ένιωθα πως όλα ήταν νεκρά. Τα μάτια μου έκαιγαν από την κούραση. Το στήθος μου πονούσε σαν να κουβαλούσα μια βαριά πέτρα μέσα μου.

Και τότε κατάλαβα κάτι φρικτό:

Ο άνθρωπος μπορεί να χάσει τον Θεό χωρίς να το καταλάβει αμέσως.

Χάνει πρώτα την ειρήνη.

Μετά την αλήθεια.

Μετά την ικανότητα να αγαπά καθαρά.

Και στο τέλος μένει μόνο μια πείνα που δεν έχει όνομα.

Στάθηκα εκείνο το βράδυ κάτω από έναν χαλασμένο φανοστάτη και κοίταξα τον ουρανό. Δεν φαινόταν ούτε ένα αστέρι. Μόνο καπνός και σκοτάδι.

Κι όμως, μέσα σε εκείνο το σκοτάδι, ένιωσα ξανά εκείνη τη μικρή φλόγα.

Αδύναμη.

Πληγωμένη.

Αλλά ζωντανή.

Και κατάλαβα πως ίσως αυτό είναι τελικά η πίστη:

Να συνεχίζεις να ψάχνεις το Φως ακόμα κι όταν όλος ο κόσμος σε εκπαιδεύει να αγαπήσεις το σκοτάδι.

4. «Οι άνθρωποι που έμαθαν να ζουν χωρίς ψυχή»

Όσο περνούν οι μέρες, αρχίζω να πιστεύω πως η μεγαλύτερη τραγωδία δεν ήταν ποτέ ο πόλεμος.

Ούτε η πείνα.

Ούτε οι πόλεις που γκρεμίστηκαν.

Η μεγαλύτερη τραγωδία ήταν ότι οι άνθρωποι συνήθισαν να ζουν χωρίς ψυχή και το ονόμασαν πρόοδο.

Θυμάμαι ακόμα τα πρώτα σημάδια. Δεν έμοιαζαν τρομακτικά τότε. Ήταν μικρές αλλαγές σχεδόν αόρατες. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να κοιτάζονται στα μάτια όταν μιλούσαν. Οι φίλοι έγιναν προφίλ. Η αγάπη έγινε συναλλαγή. Η αλήθεια έγινε κάτι σχετικό, εύκαμπτο, χρήσιμο μόνο όταν βόλευε.

Κι εγώ παρακολουθούσα χωρίς να φωνάζω.

Αυτό είναι το βάρος που κουβαλώ τώρα.

Η σιωπή μου.

Γιατί υπήρξαν στιγμές που ένιωθα μέσα μου πως κάτι ιερό βεβηλωνόταν και όμως έμενα ακίνητος. Φοβόμουν να χαρακτηριστώ υπερβολικός. Φοβόμουν τη μοναξιά. Φοβόμουν να χάσω ανθρώπους.

Τελικά τους έχασα όλους έτσι κι αλλιώς.

Ο άνθρωπος που προδίδει την αλήθεια για να μη μείνει μόνος, στο τέλος μένει μόνος και χωρίς αλήθεια.

Το έμαθα αργά.

Περπατώ συχνά μέσα στα χαλάσματα και προσπαθώ να θυμηθώ πώς ήταν ο κόσμος πριν αρρωστήσει εντελώς. Μερικές φορές βρίσκω μικρά ίχνη ζωής. Μια οικογενειακή φωτογραφία κάτω από γυαλιά. Ένα παιδικό παπούτσι. Ένα μισοκαμμένο βιβλίο. Και κάθε αντικείμενο μοιάζει να φωνάζει το ίδιο πράγμα:

«Κάποτε αγαπηθήκαμε εδώ.»

Αυτό πονάει περισσότερο.

Όχι η καταστροφή.

Η μνήμη της αγάπης.

Γιατί όταν θυμάσαι τι μπορούσε να γίνει ο άνθρωπος, η πτώση του γίνεται αβάσταχτη.

Χθες βρήκα έναν καθρέφτη σχεδόν άθικτο μέσα σε ένα ερειπωμένο διαμέρισμα. Δεν ξέρω γιατί στάθηκα μπροστά του τόση ώρα. Το πρόσωπό μου είχε αλλάξει τόσο πολύ που για μια στιγμή τρόμαξα. Τα μάτια βαθουλωμένα. Το δέρμα κουρασμένο. Γένια άγρια. Ένα βλέμμα που έμοιαζε να έχει δει περισσότερα απ’ όσα αντέχει ένας άνθρωπος.

Και όμως, αυτό που με τρόμαξε περισσότερο ήταν άλλο.

Είδα μέσα στα μάτια μου εκείνη τη θλίψη που έχουν οι άνθρωποι όταν κουβαλούν πάρα πολλούς νεκρούς μέσα τους.

Γιατί δεν πεθαίνουν μόνο όσοι θάβουμε.

Πεθαίνουν κι εκείνοι που χάσαμε πριν πεθάνουν.

Οι άνθρωποι που κάποτε είχαν φως και μετά άδειασαν. Εκείνοι που γελούσαν αληθινά και ύστερα έμαθαν να φορούν μάσκες. Εκείνοι που διψούσαν για ουρανό αλλά συμβιβάστηκαν με οθόνες, θόρυβο και λήθη.

Κάποτε πίστευα πως το κακό θα έρθει με μορφή τέρατος.

Τώρα ξέρω πως πολλές φορές έρχεται σαν άνεση.

Σαν ευκολία.

Σαν ένας κόσμος όπου δεν χρειάζεται να θυσιάσεις τίποτα, να υποφέρεις για τίποτα, να πιστέψεις σε τίποτα πέρα από τον εαυτό σου.

Κι έτσι οι ψυχές άρχισαν να σαπίζουν μέσα στην αφθονία.

Το σώμα του ανθρώπου έγινε ναός επιθυμιών αλλά όχι προσευχής. Οι καρδιές γέμισαν πληροφορία αλλά όχι σοφία. Όλοι ήξεραν τα πάντα και δεν καταλάβαιναν τίποτα.

Θυμάμαι μια γυναίκα που είχα συναντήσει χρόνια πριν την κατάρρευση. Με κοίταξε κάποτε στα μάτια και μου είπε:

«Οι άνθρωποι σήμερα δεν φοβούνται τον θάνατο. Φοβούνται τη σιωπή. Φοβούνται τη ζωή.»

Δεν κατάλαβα τότε πόσο δίκιο είχε.

Γιατί μέσα στη σιωπή αποκαλύπτεται το κενό.

Κι ο σύγχρονος άνθρωπος έκανε τα πάντα για να μην μείνει μόνος με το κενό του. Θόρυβος. Εικόνες. Ερεθίσματα. Διαρκής φυγή. Σαν να προσπαθούσαμε όλοι να τρέξουμε πιο γρήγορα από την ίδια μας την ψυχή.

Αλλά η ψυχή πάντα προλαβαίνει.

Κάθε νύχτα το νιώθω στο σώμα μου. Όταν πέφτει η απόλυτη ησυχία και δεν υπάρχει τίποτα να με αποσπάσει, τότε ακούω μέσα μου όλα όσα προσπάθησα χρόνια να θάψω. Τις ενοχές. Τις προδοσίες. Τους φόβους. Τα πρόσωπα που πλήγωσα. Τις στιγμές που αρνήθηκα το Φως ενώ το έβλεπα μπροστά μου.

Και υπάρχουν ώρες που γονατίζω από το βάρος τους.

Όχι μεταφορικά.

Αληθινά.

Τα γόνατά μου χτυπούν το παγωμένο πάτωμα και το σώμα μου λυγίζει σαν να μη μπορεί άλλο να κρατήσει το φορτίο της ψυχής.

Κι εκεί, μέσα στη συντριβή, αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι που ο κόσμος ξέχασε:

Ο άνθρωπος δεν σώζεται όταν νιώθει δυνατός.

Σώζεται όταν σταματά να κρύβει την αλήθεια της πληγής του μπροστά στον Θεό.

5. «Η νύχτα που κατάλαβα ότι ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί ενώ ακόμα αναπνέει»

Υπάρχουν νύχτες που ο κόσμος μοιάζει ήδη νεκρός.

Όχι επειδή δεν υπάρχουν άνθρωποι.

Αλλά επειδή δεν υπάρχει πια παρουσία μέσα τους.

Το κατάλαβα ολοκληρωτικά εκείνη τη νύχτα που περπατούσα μόνος στην παλιά λεωφόρο, κάτω από τις σβησμένες διαφημιστικές οθόνες. Ο αέρας μύριζε υγρασία, καλώδια καμένα και σκόνη. Τα βήματά μου αντηχούσαν τόσο δυνατά που ένιωθα σαν εισβολέας σε έναν κόσμο εγκαταλειμμένο από τον ίδιο του τον δημιουργό.

Κι όμως, πίσω από μερικά παράθυρα υπήρχε ακόμα φως.

Άνθρωποι ζούσαν εκεί μέσα.

Ή τουλάχιστον συνέχιζαν να κινούνται.

Είδα σκιές να περνούν πίσω από κουρτίνες. Πρόσωπα μπροστά σε οθόνες. Σώματα κουλουριασμένα σε καναπέδες. Ζευγάρια που δεν μιλούσαν. Παιδιά που κοιτούσαν το κενό σαν γέροι κουρασμένοι πριν προλάβουν να ζήσουν.

Και ξαφνικά με χτύπησε μια φρικτή βεβαιότητα:

Ο άνθρωπος μπορεί να χαθεί πολύ πριν πεθάνει.

Μπορεί να συνεχίσει να τρώει, να εργάζεται, να γελά, να ανεβάζει φωτογραφίες, να αγγίζει άλλα σώματα, κι όμως μέσα του να μην υπάρχει τίποτα ζωντανό.

Σαν εκκλησία εγκαταλειμμένη.

Σαν καντήλι χωρίς φλόγα.

Στάθηκα τότε κάτω από μια στάση λεωφορείου και ένιωσα το στήθος μου να σφίγγεται τόσο δυνατά που δυσκολευόμουν να αναπνεύσω. Όχι από φόβο.

Από πένθος.

Πενθούσα για έναν κόσμο που ακόμα υπήρχε εξωτερικά αλλά είχε αρχίσει να σαπίζει πνευματικά. Και το χειρότερο ήταν πως οι περισσότεροι δεν το καταλάβαιναν. Η αρρώστια είχε γίνει φυσιολογική.

Αυτό κάνει το σκοτάδι τόσο επικίνδυνο.

Δεν έρχεται πάντα σαν τρόμος.

Μερικές φορές έρχεται σαν καθημερινότητα.

Σαν ένας αργός θάνατος που συνηθίζεις.

Θυμάμαι τον εαυτό μου εκείνη την περίοδο. Έτρωγα χωρίς πείνα. Μιλούσα χωρίς νόημα. Άνοιγα συνεχώς οθόνες μόνο και μόνο για να μη μείνω μόνος με τη σιωπή μου. Το σώμα μου λειτουργούσε, αλλά η ψυχή μου αιμορραγούσε αθόρυβα.

Και κανείς δεν το έβλεπε.

Γιατί όλοι αιμορραγούσαν.

Απλώς το ονομάζαμε «κούραση», «άγχος», «ενήλικη ζωή». Βαφτίζαμε την εσωτερική ερήμωση με σύγχρονες λέξεις για να μην παραδεχτούμε την αλήθεια:

Πως είχαμε απομακρυνθεί από τον Θεό τόσο πολύ που δεν αναγνωρίζαμε πια ούτε την απουσία Του.

Κάποτε, μέσα στην απελπισία μου, προσπάθησα να γεμίσω το κενό με ανθρώπους. Πίστεψα πως αν αγαπηθώ αρκετά, θα σωθώ. Πως αν κάποιος με κρατήσει δυνατά, η νύχτα θα φύγει.

Αλλά κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πάρει τη θέση του Θεού μέσα στην ψυχή.

Κι έτσι κατέληγα πάντα πιο άδειος μετά από κάθε προσπάθεια να ξεφύγω από τον εαυτό μου.

Το σώμα θυμάται αυτές τις πτώσεις.

Το νιώθω ακόμα.

Υπάρχουν αγγίγματα που άφησαν μέσα μου περισσότερο κρύο παρά ζεστασιά. Βλέμματα που με έκαναν να νιώσω πιο μόνος απ’ ό,τι η μοναξιά. Νύχτες όπου το δέρμα μου ακουμπούσε άλλο δέρμα κι όμως η ψυχή μου ούρλιαζε από εγκατάλειψη.

Αυτή είναι η κόλαση του σύγχρονου ανθρώπου:

Η ψευδαίσθηση της εγγύτητας χωρίς αληθινή ένωση.

Όλοι κοντά.

Κανείς μαζί.

Και κάποτε ο άνθρωπος κουράζεται τόσο πολύ να προσποιείται πως είναι καλά, που αρχίζει να πεθαίνει εσωτερικά για να αντέξει.

Εγώ έφτασα κοντά εκεί.

Πολύ κοντά.

Υπήρξε νύχτα που κάθισα μόνος στο πάτωμα και ένιωσα πως αν ο Θεός δεν άγγιζε την ψυχή μου, θα χανόμουν ολοκληρωτικά. Δεν είχα πια δύναμη ούτε να προσευχηθώ σωστά. Μόνο ψιθύρισα:

«Μη με αφήσεις να συνηθίσω το σκοτάδι.»

Αυτό ήταν όλο.

Ούτε όμορφα λόγια. Ούτε αγιότητα.

Μόνο μια κραυγή ανθρώπου που πνίγεται.

Και ίσως τελικά η πιο αληθινή προσευχή να είναι αυτή.

Όχι η τέλεια.

Η απελπισμένη.

Γιατί εκείνη τη νύχτα κατάλαβα κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ:

Ο Θεός δεν πλησιάζει τον δυνατό άνθρωπο.

Πλησιάζει εκείνον που ράγισε αρκετά ώστε να πάψει να κρύβει την ανάγκη του για Φως.

6. «Γιατί αφήνω αυτές τις λέξεις πίσω μου»

Δεν ξέρω πόσος χρόνος μου απομένει.

Το σώμα μου κουράζεται πιο εύκολα τώρα. Το νιώθω όταν σηκώνομαι από το πάτωμα και τα γόνατά μου τρέμουν. Όταν η ανάσα μου βαραίνει μετά από λίγα βήματα. Όταν το κρύο τρυπάει τα κόκαλα και μένει εκεί σαν μόνιμος επισκέπτης.

Μερικές φορές αγγίζω το στήθος μου μέσα στη νύχτα μόνο και μόνο για να βεβαιωθώ ότι η καρδιά συνεχίζει ακόμα να χτυπά.

Να χτυπά αργά.

Κουρασμένα.

Σαν άνθρωπος που ανεβαίνει μόνος ένα ατέλειωτο βουνό.

Και ίσως γι’ αυτό γράφω με τόση επιμονή τώρα. Όχι επειδή πιστεύω ότι είμαι σημαντικός. Αλλά επειδή φοβάμαι πως όλα όσα είδα θα χαθούν μέσα στη λήθη αυτού του κόσμου. Κι αν χαθούν, τότε θα είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Ο κόσμος πάντοτε σκότωνε τη μνήμη πριν σκοτώσει το σώμα.

Γιατί ένας άνθρωπος χωρίς μνήμη γίνεται εύκολα κάτι άλλο. Ξεχνά ποιος είναι. Ξεχνά τι είναι ιερό. Ξεχνά τι σημαίνει να αγαπά μέχρι θυσίας.

Κι έτσι αρχίζει να ζει σαν πλάσμα χωρίς ρίζες.

Σαν σκιά.

Σαν καταναλωτής ημερών.

Εγώ δεν θέλω να γίνω σκιά πριν πεθάνω.

Γι’ αυτό αφήνω αυτές τις σελίδες πίσω μου σαν ίχνη πάνω στο χιόνι. Όχι για να με θυμούνται. Αλλά για να ξέρει κάποιος πως μέσα στην πιο σκοτεινή εποχή υπήρξαν άνθρωποι που ακόμα πονούσαν για το Φως.

Γιατί όσο πονάς για το Φως, δεν έχεις χαθεί ολοκληρωτικά.

Απόψε η βροχή πέφτει ασταμάτητα πάνω στο χαλασμένο κτίριο όπου κρύβομαι. Ο ήχος της μοιάζει με ψίθυρο χιλιάδων φαντασμάτων. Το νερό στάζει από την οροφή σε έναν σκουριασμένο κουβά, ξανά και ξανά, με έναν ρυθμό σχεδόν υπνωτικό.

Κάποτε τέτοιοι ήχοι θα με τρέλαιναν από μοναξιά.

Τώρα τους ακούω σαν υπενθύμιση ότι ακόμα υπάρχω.

Η μοναξιά αλλάζει μορφή όταν περάσεις αρκετό καιρό μαζί της. Στην αρχή σε κατασπαράζει. Μετά γίνεται καθρέφτης. Και στο τέλος γίνεται τόπος αποκάλυψης.

Εδώ, μέσα στην απόλυτη σιωπή, άρχισα να βλέπω καθαρά τον εαυτό μου. Όχι όπως ήθελα να φαίνομαι. Όχι όπως με έβλεπαν οι άλλοι. Αλλά όπως πραγματικά ήμουν.

Ένας άνθρωπος διψασμένος για Θεό και τρομοκρατημένος από το σκοτάδι μέσα του.

Αυτός είμαι.

Όχι άγιος.

Όχι ήρωας.

Μόνο ένας προσκυνητής που προχωρά μέσα στα έσχατα κρατώντας μια μικρή φλόγα με ματωμένα χέρια.

Και υπάρχουν στιγμές που φοβάμαι πως θα τη χάσω.

Ναι.

Ακόμα φοβάμαι.

Φοβάμαι τις μέρες που η πίστη μου γίνεται αδύναμη. Φοβάμαι τις νύχτες που η σιωπή του Θεού μοιάζει αβάσταχτη. Φοβάμαι τον παλιό εαυτό μου που καμιά φορά σηκώνεται μέσα από τα βάθη σαν τραυματισμένο θηρίο και μου ψιθυρίζει να παραδοθώ.

Ο άνθρωπος δεν τελειώνει ποτέ τη μάχη με το σκοτάδι όσο αναπνέει.

Αλλά ίσως αυτό να είναι και το νόημα του δρόμου.

Όχι να γίνεις άτρωτος.

Αλλά να συνεχίζεις να στρέφεσαι προς το Φως ενώ αιμορραγείς.

Θυμάμαι κάτι που είχα διαβάσει παιδί, πριν ο κόσμος χάσει το πρόσωπό του. Έλεγε πως οι άγιοι δεν ήταν άνθρωποι χωρίς πτώσεις. Ήταν άνθρωποι που μετά από κάθε πτώση συνέχιζαν να επιστρέφουν στον Θεό.

Τότε δεν το καταλάβαινα.

Τώρα το καταλαβαίνω με όλο μου το σώμα.

Με κάθε πληγή.

Με κάθε ενοχή.

Με κάθε νύχτα που επέζησα ενώ μέσα μου όλα ήθελαν να παραιτηθούν.

Κι αν κάποιος διαβάσει αυτές τις γραμμές χρόνια μετά, θέλω να του πω μόνο αυτό:

Μην πιστέψεις ποτέ εκείνους που σου λένε πως η ψυχή είναι αδύναμη, άχρηστη ή ξεπερασμένη.

Η ψυχή είναι το τελευταίο πεδίο μάχης.

Και όταν όλα γύρω σου καταρρεύσουν — κράτη, πόλεις, ιδεολογίες, σώματα, βεβαιότητες — εκείνη θα είναι το μόνο που θα απομένει ανάμεσα σε σένα και το σκοτάδι.

Γι’ αυτό πρόσεχέ την.

Πρόσεχέ την περισσότερο από το σώμα σου.

Περισσότερο από το όνομά σου.

Περισσότερο κι από τη ζωή σου.

Γιατί ο άνθρωπος χάνεται αληθινά μόνο όταν πάψει να αναζητά το Πρόσωπο του Χριστού.

 (Συνεχίζεται)

Φλέγων Νηρεύς

Ανακοινώσεις

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τελευταία Άρθρα