Ἡ Πτώση ὡς Δαιμονικὴ Τελεσιουργία:
Ὅταν ὁ Ὄφις Μίλησε σὰν Ἱερέας – Ἡ ὑποβολὴ ὡς λειτουργικὴ πράξη καὶ ἡ γέννηση τοῦ πρώτου ψευδο-ναοῦ 3 1 2026
Προοίμιο Ι – Ἡ Σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν Πτώση
Πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση ὑπῆρχε σιωπή. Ὄχι κενό, ὄχι ἀπουσία, ὄχι ἀμηχανία. Ὑπῆρχε σιωπὴ γεμάτη, πυκνή, κατοικημένη. Σιωπὴ ποὺ δὲν ζητοῦσε νὰ μιλήσει, γιατί δὲν τῆς ἔλειπε τίποτε. Ἐκείνη ἡ σιωπὴ δὲν ἦταν ἄγνοια· ἦταν κοινωνία. Δὲν ἦταν ἀδυναμία λόγου· ἦταν πληρότητα παρουσίας. Ζοῦσα μέσα της χωρὶς νὰ τὴ σκέφτομαι. Δὲν ὑπῆρχε «ἐγὼ» γιὰ νὰ τὴν ἀναλύσει, οὔτε «ἐσὺ» γιὰ νὰ τὴν ἀμφισβητήσει. Ὑπῆρχε μόνο το «μαζί», καὶ αὐτὸ ἀρκοῦσε.
Στὴ σιωπὴ ἐκείνη ὁ Θεὸς δὲν ἀκουγόταν ὡς φωνή. Ἦταν ἀναπνοή. Ἦταν ρυθμὸς ζωῆς. Ἦταν το φῶς ποὺ δὲν τυφλώνει, γιατί δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ σκοτάδι. Ἦταν τὸ νόημα πρὶν τὴ λέξη. Καὶ ἐγὼ ἤμουν μέσα σὲ αὐτό, ὄχι ὡς παρατηρητής, ἀλλὰ ὡς μέτοχος. Δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ καταλάβω, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἀπόσταση. Ὅλα ἦταν παρόντα χωρὶς νὰ κατονομάζονται. Ὅλα ἦταν δοσμένα χωρὶς νὰ διεκδικοῦνται.
Θυμᾶμαι αὐτὴ τὴ σιωπὴ σὰν μνήμη ποὺ δὲν ἔζησα μὲ τὸ σῶμα μου, ἀλλὰ μὲ τὴν ψυχή μου. Τὴ θυμᾶμαι γιατί τὴν ἔχασα. Καὶ μόνο ὅ,τι χάνεται ἀποκαλύπτει τί ἦταν. Ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε φόβος, γιατί δὲν ὑπῆρχε μέλλον νὰ ἀπειλεῖ. Δὲν ὑπῆρχε ἐνοχή, γιατί δὲν ὑπῆρχε ρήξη. Δὲν ὑπῆρχε ἐρώτηση, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἀμφιβολία. Ἡ ἀλήθεια δὲν χρειαζόταν ὑπεράσπιση· ἀνάσαινε.
Ἡ σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση δὲν ἦταν οὐδέτερη. Ἦταν ἱερή. Ὄχι γιατί κάποιος τὴν ὅρισε ἔτσι, ἀλλὰ γιατί ἦταν χῶρος Θεοῦ. Καὶ κάθε τι ποὺ εἶναι χῶρος Θεοῦ δὲν χρειάζεται τελετουργία· εἶναι ἡ ἴδια ἡ τελεία πράξη ζωῆς. Ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε λατρεία ὡς πράξη, γιατί ὅλη ἡ ὕπαρξη ἦταν λατρεία. Ὁ ἄνθρωπος δὲν στεκόταν ἀπέναντι στὸν Θεὸ· στεκόταν ἐντός Του. Ὄχι ὡς ταύτιση, ἀλλὰ ὡς κοινωνία ἀγάπης.
Σὲ ἐκείνη τὴ σιωπὴ δὲν ὑπῆρχε ἀνάγκη ἐπιλογῆς. Ὄχι γιατί ἔλειπε ἡ ἐλευθερία, ἀλλὰ γιατί ἡ ἐλευθερία δὲν εἶχε ἀκόμα διασπαστεῖ σὲ δυνατότητες. Ἡ ἐλευθερία ἦταν σχέση, ὄχι ἀπόφαση. Ἦταν παραμονή, ὄχι ρίσκο. Καὶ ἐγώ, ὡς ἄνθρωπος, ἤμουν ὁλόκληρος χωρὶς νὰ τὸ ξέρω. Δὲν μετροῦσα τὸν ἑαυτό μου. Δὲν μὲ χώριζα. Δὲν ὁριζόμουν. Ἁπλῶς ἤμουν.
Αὐτὴ ἡ σιωπὴ εἶναι τὸ μέτρο τῆς πτώσης. Ὄχι ὁ καρπός. Ὄχι ἡ ἐντολή. Ὄχι ἡ παράβαση. Τὸ μέτρο εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς σιωπῆς. Γιατί ὅταν χάνεται ἡ σιωπή, γεννιέται ὁ θόρυβος τοῦ «ἐγώ». Καὶ τότε ἀρχίζει ἡ ἀνάγκη γιὰ λόγο, γιὰ ἐξήγηση, γιὰ δικαίωση. Τότε ἀνοίγει ὁ χῶρος γιὰ ἄλλες φωνές. Καὶ τότε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἡ σιωπὴ ποὺ ἦταν Θεός, γίνεται κενὸ ποὺ ζητᾶ νὰ γεμίσει. Ἐκεῖ, ἀκριβῶς ἐκεῖ, θὰ μιλήσει ὁ ὄφις.
Προοίμιο ΙΙ – Ἡ Σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν Πτώση
Ἡ σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση δὲν ἔσπασε ἀπὸ κάποια κραυγή. Δὲν ράγισε ἀπὸ κάποια σύγκρουση. Ἄρχισε νὰ λεπταίνει ἀνεπαίσθητα, σὰν ἀνάσα ποὺ χάνει τὸ ρυθμό. Κανεὶς δὲν φώναξε μέσα στὴν Ἐδέμ. Κανεὶς δὲν ὕψωσε φωνή. Ἡ ρωγμὴ δὲν μπῆκε μὲ θόρυβο· μπῆκε μὲ μετατόπιση. Καὶ αὐτὴ ἡ μετατόπιση δὲν φαινόταν ἀπ’ ἔξω. Γινόταν ἐντός μου.
Δὲν χάθηκε ἀμέσως ἡ σιωπή. Ἄλλαξε ποιότητα. Ἀπὸ πλήρης ἔγινε εὔθραυστη. Ἀπὸ κατοικημένη ἔγινε ἐπιφυλακτική. Καὶ ἐκεῖ, μέσα σὲ αὐτὴ τὴ λεπτὴ ἀλλαγή, γεννήθηκε κάτι ποὺ δὲν ὑπῆρχε πρίν: ἡ ἀνάγκη νὰ ἀκούσω ἀλλιῶς. Ὄχι νὰ ἀκούσω περισσότερο, ἀλλὰ νὰ ἀκούσω κάτι ἐπιπλέον. Ὄχι τὸν Θεὸ ὅπως Τὸν ζοῦσα, ἀλλὰ ἕναν λόγο ποὺ ἐρχόταν δίπλα Του. Ὄχι ἀπέναντί Του ἀκόμη. Δίπλα Του.
Κατάλαβα ἀργότερα ὅτι ἡ πτώση δὲν ἄρχισε μὲ ἀνυπακοή, ἀλλὰ μὲ περιέργεια. Ὄχι παιδική, ἀλλὰ ὑπαρξιακή. Ἡ περιέργεια αὐτὴ δὲν ρωτοῦσε «ποιός εἶναι ὁ Θεός», ἀλλὰ «τί ἄλλο ὑπάρχει πέρα ἀπὸ Αὐτόν». Καὶ αὐτὴ ἡ ἐρώτηση δὲν ἦταν κραυγὴ ἀμφισβήτησης. Ἦταν ψίθυρος δυνατότητας. Καὶ ὁ ψίθυρος αὐτὸς δὲν ἦρθε ἀπ’ ἔξω. Τὸν ἄκουσα μέσα μου.
Ἡ σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση δὲν μὲ προστάτευε μὲ τείχη. Μὲ προστάτευε μὲ πληρότητα. Ὅταν ὅμως ἡ πληρότητα ἄρχισε νὰ φαίνεται ὡς κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ συμπληρωθεῖ, τότε ἡ σιωπὴ ἄρχισε νὰ χάνει τὴν ἐξουσία της. Ὄχι γιατί ἔγινε ἀδύναμη, ἀλλὰ γιατί ἐγὼ ἔπαψα νὰ τῆς ἀρκοῦμαι. Καὶ αὐτὴ ἡ στιγμὴ δὲν ἦταν ἠθικὴ πτώση. Ἦταν ὑπαρξιακὴ μετατόπιση.
Δὲν ἔνιωσα ἐνοχή. Δὲν ἔνιωσα φόβο. ἔνιωσα δυνατότητα. Καὶ ἡ δυνατότητα αὐτὴ ἦταν ἡ ἀρχὴ τῆς διάσπασης. Γιατί μέχρι τότε δὲν ὑπῆρχαν ἐπιλογές. Ὑπῆρχε σχέση. Ὅταν ὅμως ἄρχισα νὰ σκέφτομαι ὅτι μπορῶ νὰ ἀκούσω καὶ ἀλλιῶς, τότε ἡ σιωπὴ ἔπαψε νὰ εἶναι αὐτονόητη. Ἔγινε ἕνα ἐνδεχόμενο ἀνάμεσα σὲ ἄλλα.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ γεννήθηκε μέσα μου ὁ χῶρος γιὰ λόγο. Ὄχι γιὰ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ γιὰ λόγο περὶ τοῦ Θεοῦ. Καὶ αὐτὸς ὁ χῶρος δὲν ἦταν ἀκόμη ἁμαρτία. Ἦταν προετοιμασία. Ἦταν τὸ ἄνοιγμα τῆς συνείδησης ὡς σκηνῆς. Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ἀκροατὴς ἀντὶ γιὰ μέτοχος. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἀκροατής, τότε κάποιος ἄλλος μπορεῖ νὰ μιλήσει.
Ἡ σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση δὲν χάθηκε μονομιᾶς. Ὑποχώρησε. Καὶ μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ὑποχώρηση, γεννήθηκε ἡ πρώτη ἀπόσταση. Ὄχι ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πληρότητα. Καὶ ἐκεῖ, σὲ αὐτὴ τὴν ἀπόσταση, ἄρχισε νὰ σχηματίζεται ἡ ἀνάγκη γιὰ ἑρμηνεία. Ὅταν ἀρχίζεις νὰ ἑρμηνεύεις τὴ ζωή, ἔχεις ἤδη βγεῖ ἀπὸ αὐτήν.
Αὐτὴ ἦταν ἡ στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση. Ὄχι ἡ παράβαση. Ὄχι ὁ καρπός. Ἀλλὰ ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ σιωπὴ ἔπαψε νὰ εἶναι ἀρκετή. Καὶ ὅταν ἡ σιωπὴ παύει νὰ ἀρκεῖ, τότε κάποιος ἄλλος θὰ προσφερθεῖ νὰ μιλήσει.
Προοίμιο ΙΙΙ – Ἡ Σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν Πτώση
Ἡ σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση δὲν ἦταν ἀδύναμη. Δὲν ἡττήθηκε. Παραδόθηκε ἀπὸ μέσα. Ὄχι γιατί δὲν ἄντεξε, ἀλλὰ γιατί ἐγὼ ἄρχισα νὰ τὴν ἀντιμετωπίζω σὰν κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντικατασταθεῖ. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ λεπτὴ καὶ πιὸ ἐπικίνδυνη μορφὴ ἀπώλειας: ὄχι ἡ βίαιη ρήξη, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ ὑποκατάσταση.
Δὲν θυμᾶμαι τὴ στιγμὴ ποὺ εἶπα «ὄχι» στὸν Θεό. Θυμᾶμαι τὴ στιγμὴ ποὺ ἄρχισα νὰ σκέφτομαι ὅτι ἴσως ὑπάρχει καὶ κάτι ἄλλο νὰ ἀκουστεῖ. Κάτι ποὺ δὲν θὰ ἀναιροῦσε τὴ σιωπή, ἀλλὰ θὰ τὴ συμπλήρωνε. Καὶ αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν φαινόταν ἐχθρική. Φαινόταν λογική. Φαινόταν ὥριμη. Φαινόταν σὰν βῆμα πρὸς τὴ γνώση. Ἐκεῖ ἀκριβῶς κρύβεται ἡ πλάνη.
Ἡ σιωπὴ δὲν χάνεται ὅταν τὴν ἀρνεῖσαι. Χάνεται ὅταν τὴν ἑρμηνεύεις. Ὅταν τὴν κάνεις ἀντικείμενο σκέψης ἀντὶ γιὰ χῶρο ζωῆς. Ὅταν ἀρχίζεις νὰ τὴ μετρᾶς, νὰ τὴ συγκρίνεις, νὰ τὴ ζυγίζεις. Τότε παύει νὰ εἶναι σιωπὴ καὶ γίνεται φόντο. Καὶ πάνω σὲ αὐτὸ τὸ φόντο μπορεῖ νὰ σταθεῖ κάθε ξένος λόγος.
Ἐκεῖ γεννήθηκε μέσα μου ἡ πρώτη διάσπαση. Ὄχι ὡς ἁμαρτία, ἀλλὰ ὡς αὐτοσυνείδηση. Γιὰ πρώτη φορὰ στάθηκα ἀπέναντι στὸν ἑαυτό μου. Καὶ αὐτὴ ἡ στάση δὲν ἦταν ἀκόμη ἐγωισμός. Ἦταν ἀπορία. Ἀλλὰ ἡ ἀπορία, ὅταν δὲν γεννιέται ἀπὸ τὸν Θεό, γίνεται ρωγμή. Καὶ ἡ ρωγμὴ γίνεται εἴσοδος.
Ἄρχισα νὰ αἰσθάνομαι ὅτι ὑπάρχω ὡς κάτι ξεχωριστό. Ὄχι ἀκόμη ἀποκομμένο, ἀλλὰ διακριτό. Καὶ αὐτὴ ἡ διάκριση μὲ ἔκανε νὰ θέλω νὰ ἀκούσω. Νὰ μοῦ μιλήσει κάποιος. Νὰ μοῦ ἐξηγήσει. Νὰ μοῦ ἀποκαλύψει. Ἡ σιωπὴ δὲν ἐξηγεῖ. Ἁπλῶς εἶναι. Καὶ ἐγώ, γιὰ πρώτη φορά, δὲν ἀρκέστηκα στὸ «εἶναι».
Ἔτσι προετοιμάστηκε ὁ χῶρος. Ὄχι ὁ ἐξωτερικός, ἀλλὰ ὁ ἐσωτερικός. Ἡ συνείδηση ἄρχισε νὰ μοιάζει μὲ σκηνὴ ποὺ περιμένει λόγο. Καὶ ὅταν μιὰ σκηνὴ εἶναι ἕτοιμη, ὁ ἠθοποιὸς θὰ ἐμφανιστεῖ. Ὄχι μὲ κραυγή, ἀλλὰ μὲ ρόλο. Ὄχι ὡς ἐχθρός, ἀλλὰ ὡς λειτουργός. Ὄχι ὡς βία, ἀλλὰ ὡς πρόσκληση.
Ἡ σιωπὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση δὲν καταργήθηκε. Σπρώχτηκε στὸ βάθος. Καὶ αὐτὸ τὸ βάθος ἔγινε ἡ πρώτη λήθη. Ὄχι λήθη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ λήθη τῆς κοινωνίας. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὁ ἄνθρωπος δὲν ζεῖ. Ἀκούει γιὰ νὰ ζήσει. Δὲν κοινωνεῖ. Ἐπιλέγει. Δὲν εἶναι. Ἀποφασίζει.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση. Ἡ στιγμὴ ποὺ ἡ σιωπὴ ὑπάρχει ἀκόμη, ἀλλὰ δὲν κυβερνᾶ. Ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος στέκεται ἕτοιμος νὰ δεχτεῖ λόγο. Ὄχι τὸν λόγο ποὺ γεννᾶ ζωή, ἀλλὰ τὸν λόγο ποὺ ὑπόσχεται περισσότερη ζωή. Καὶ ὅταν ἡ ὑπόσχεση μπεῖ στὴ θέση τῆς παρουσίας, τότε ἡ τελεσιουργία μπορεῖ νὰ ἀρχίσει.
Ἐκεῖ τελειώνει ἡ σιωπή. Ὄχι γιατί χάθηκε ὁ Θεός, ἀλλὰ γιατί ἐγὼ ἔπαψα νὰ κατοικῶ μέσα Του. Καὶ τότε, χωρὶς θόρυβο, χωρὶς φωτιά, χωρὶς σεισμό, ἀνοίγει τὸ στόμα ἐκείνου ποὺ περίμενε. Καὶ μιλᾶ.
Μέρος Ι – Ὁ Ὄφις ὡς Ἱερέας
Ἡ ἱερατικὴ στάση τοῦ ὄφεως – Δὲν ἐπιτίθεται· τελεῖ
Ὁ ὄφις δὲν ἐμφανίζεται ὡς θηρίο. Δὲν εἰσβάλλει. Στέκεται. Καὶ ἡ στάση του εἶναι τὸ πρῶτο σημεῖο ὅτι δὲν ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ ἐπίθεση, ἀλλὰ μὲ τελετή. Δὲν ἔρχεται ὡς ἐχθρός, ἀλλὰ ὡς λειτουργός. Δὲν ὑψώνει φωνή, ἀλλὰ λόγο. Καὶ ὁ λόγος του δὲν εἶναι κραυγή, ἀλλὰ πρόσκληση. Ἐκεῖ ἀρχίζω νὰ καταλαβαίνω: ἡ πτώση δὲν ξεκινᾶ μὲ βία, ἀλλὰ μὲ ἱερατικὴ ἀκρίβεια.
Ὁ ὄφις στέκεται ὅπως στέκεται ὁ ἱερέας: ἀνάμεσα. Ὄχι ἀπέναντι στὸν Θεό, ἀλλὰ ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο. Δὲν ἀκυρώνει εὐθέως τὸν Θεό. Τὸν ἑρμηνεύει. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο σημεῖο. Ὁ ψευδο-ιερέας δὲν λέει «ὁ Θεὸς δὲν ὑπάρχει». Λέει «ὁ Θεὸς ἐννοοῦσε κάτι ἄλλο». Ἔτσι δὲν γκρεμίζει τὸν ναὸ· τὸν μετατρέπει.
Δὲν μὲ πιέζει. Δὲν μὲ φοβίζει. Δὲν μὲ ἀπειλεῖ. Μὲ κοιτᾶ καὶ μοῦ μιλᾶ σὰν νὰ μὲ σέβεται. Σὰν νὰ ἀναγνωρίζει τὴ νοημοσύνη μου. Σὰν νὰ μοῦ δίνει θέση συνομιλητῆ. Καὶ ἐκεῖ νιώθω γιὰ πρώτη φορὰ κάτι νὰ ἀλλάζει: δὲν εἶμαι πλέον μέτοχος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἑρμηνευτής της. Ὁ ὄφις μὲ ἀνεβάζει στὸ ἀναλόγιο. Μοῦ δίνει ρόλο. Καὶ ὁ ρόλος εἶναι πάντα παγίδα.
Ἡ ἱερατική του στάση φαίνεται στὸν τρόπο ποὺ χειρίζεται τὸν λόγο. Δὲν δηλώνει. Ρωτᾶ. Δὲν ἀποκαλύπτει. Ὑποβάλλει. Δὲν προσφέρει καρπὸ· προετοιμάζει τὴν ὄρεξη. Ὅπως κάθε τελετουργία, δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴν πράξη, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ διάθεση. Ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ συνείδηση. Καὶ ἡ συνείδησή μου ἀρχίζει νὰ κινεῖται ὅπως κινεῖται ὁ πιστὸς μπροστὰ στὸ μυστήριο: μὲ δέος, μὲ προσδοκία, μὲ ἐπιθυμία συμμετοχῆς.
Ὁ ὄφις δὲν βιάζεται. Ἡ τελεσιουργία χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται συγκατάθεση. Χρειάζεται νὰ σταθῶ μόνος μου ἀπέναντι στὸν λόγο του καὶ νὰ πῶ μέσα μου «ναί». Καὶ αὐτὸ τὸ «ναὶ» δὲν εἶναι κραυγὴ ἁμαρτίας. Εἶναι λεπτὴ μετατόπιση ἐμπιστοσύνης. Ἀρχίζω νὰ τὸν ἀκούω ὄχι σὰν ἐχθρό, ἀλλὰ σὰν γνώστη. Σὰν κάποιον ποὺ ξέρει κάτι παραπάνω. Καὶ ἐκεῖ ὁ ἱερέας ἔχει ἤδη κερδίσει.
Καταλαβαίνω τότε ὅτι ἡ πτώση δὲν εἶναι παράβαση ἐντολῆς. Εἶναι ἀλλαγὴ λειτουργοῦ. Ἀλλάζω ποιός μοῦ μιλᾶ γιὰ τὸν Θεό. Ἀλλάζω ποιός ἑρμηνεύει τὴ ζωή. Ὁ ὄφις δὲν μοῦ λέει νὰ φύγω ἀπὸ τὸν Θεό. Μοῦ λέει νὰ Τὸν ξανασκεφτῶ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ ἀλλάξει ὅλο τὸ πλαίσιο τῆς ὕπαρξης.
Δὲν ἐπιτίθεται. Τελεῖ. Τελεῖ μιὰ ἀντεστραμμένη λειτουργία ὅπου ὁ Θεὸς γίνεται ἀντικείμενο λόγου καὶ ὁ ἄνθρωπος γίνεται κέντρο κρίσης. Καὶ ἐγώ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, παύω νὰ εἶμαι κοινωνὸς καὶ γίνομαι κριτής. Ὁ ὄφις ἔχει τελειώσει τὸ ἔργο του πρὶν ἀκόμη ἀγγίξω τὸν καρπό. Γιατί ἡ πραγματικὴ τελεσιουργία ἔχει ἤδη συντελεστεῖ μέσα μου.
Μέρος ΙΙ – Ἡ Ὑποβολὴ ὡς Λειτουργικὴ Πράξη
Ἡ ὑποβολὴ ὄχι ὡς ψυχολογικὸ τέχνασμα, ἀλλὰ ὡς πράξη λατρείας – Πῶς λειτουργεῖ
Ἡ ὑποβολὴ δὲν εἶναι κόλπο. Δὲν εἶναι τεχνικὴ χειρισμοῦ. Δὲν εἶναι παιχνίδι μυαλοῦ. Αὐτὰ εἶναι φτωχὲς ἑρμηνεῖες γιὰ κάτι πολὺ βαθύτερο. Ἡ ὑποβολὴ εἶναι λειτουργία. Καὶ ὅπως κάθε λειτουργία, ἔχει ρυθμό, τάξη, στάδια καὶ σκοπό. Ὅταν τὸ κατάλαβα αὐτό, ἔπαψα νὰ βλέπω τὴν πτώση ὡς ἀδυναμία χαρακτῆρα καὶ ἄρχισα νὰ τὴ βλέπω ὡς πλήρη τελεσιουργία.
Ἡ ὑποβολὴ λειτουργεῖ πρῶτα ἀφαιρῶντας. Δὲν προσθέτει ἀμέσως κάτι νέο. Ἀφαιρεῖ τὴ βεβαιότητα. Ὄχι μὲ ἄρνηση, ἀλλὰ μὲ ἐρώτηση. Ἡ ἐρώτηση δὲν εἶναι οὐδέτερη. Εἶναι ἱερατικὸ ἐργαλεῖο. Ὅπως ὁ ἱερέας καλεῖ τὸν πιστὸ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸ ἅγιο, ἔτσι ἡ ὑποβολὴ καλεῖ τὴ συνείδηση νὰ στραφεῖ πρὸς τὸ ἐνδεχόμενο. Καὶ τὸ ἐνδεχόμενο εἶναι πάντα ρῆγμα στὴν πληρότητα.
Δὲν μοῦ λέει «αὐτὸ εἶναι ψέμα». Μοῦ λέει «εἶσαι σίγουρος;». Καὶ μόλις ἡ βεβαιότητα μετατραπεῖ σὲ θέμα πρὸς ἐξέταση, ἡ λατρεία ἔχει ἤδη ἀλλάξει ἀντικείμενο. Δὲν λατρεύω πιὰ τὴν παρουσία. Λατρεύω τὴ δυνατότητα. Δὲν ζῶ πιά. Σκέφτομαι γιὰ νὰ ζήσω. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη λειτουργικὴ μετατόπιση.
Ἡ ὑποβολὴ ἔχει καὶ χῶρο. Δὲν γίνεται στὸ σῶμα. Γίνεται στὴ συνείδηση. Ἡ συνείδηση μετατρέπεται σὲ ἁγία τράπεζα, ὄχι γιατί εἶναι ἱερή, ἀλλὰ γιατί γίνεται τόπος τελετῆς. Ἐκεῖ ἀκουμπᾶ ὁ λόγος. Ἐκεῖ ἀναπαύεται ἡ σκέψη. Ἐκεῖ ὡριμάζει ἡ ἐπιθυμία. Ἡ ὑποβολὴ δὲν μὲ ὠθεῖ νὰ πράξω. Μὲ ὁδηγεῖ νὰ ἀποδεχτῶ. Καὶ ἡ ἀποδοχὴ εἶναι πάντα πιὸ βαθιὰ ἀπὸ τὴν πράξη.
Ὅπως κάθε λατρεία, ἔτσι καὶ αὐτὴ ἔχει ἀντικείμενο. Τὸ ἀντικείμενο δὲν εἶναι ὁ καρπός. Εἶναι ἡ αὐτονομία. Ἡ ὑποβολή μου ψιθυρίζει ὅτι μπορῶ νὰ σταθῶ μόνος μου ἀπέναντι στὴν ἀλήθεια. Ὅτι μπορῶ νὰ τὴν ἀξιολογήσω. Νὰ τὴν γευτῶ χωρὶς κοινωνία. Νὰ τὴν κατέχω. Καὶ ἐκεῖ ἡ λατρεία ὁλοκληρώνεται: ὅταν ὁ ἄνθρωπος γίνει μέτρο.
Ἡ ὑποβολὴ λειτουργεῖ χωρὶς βιασύνη. Δὲν ἀπαιτεῖ ἄμεση ἀνταπόκριση. Περιμένει. Ὁ χρόνος εἶναι μέρος τῆς τελετῆς. Ὅπως σὲ κάθε λειτουργία, ὑπάρχει προετοιμασία, ἀναμονή, σιωπή. Καὶ μέσα σὲ αὐτὴ τὴ σιωπή, ἡ ἐπιθυμία δὲν φαίνεται ἀκόμη ἁμαρτωλή. Φαίνεται φυσική. Φαίνεται ὥριμη. Φαίνεται δικαιολογημένη.
Κατάλαβα τότε ὅτι ἡ ὑποβολὴ δὲν εἶναι ἐχθρὸς τῆς ἐλευθερίας. Εἶναι ἡ παραχάραξή της. Δὲν μοῦ ἀφαιρεῖ τὴν ἐπιλογή. Μοῦ ἀλλάζει τὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ἐπιλέγω. Καὶ ὅταν τὸ πλαίσιο ἀλλάξει, ἡ ἐπιλογὴ εἶναι ἤδη καθορισμένη. Ἡ λατρεία ἔχει ἤδη συντελεστεῖ.
Ἡ πτώση δὲν ἀρχίζει ὅταν ἁπλώνω τὸ χέρι. Ἀρχίζει ὅταν σκύβω μὲ τὸν νοῦ. Ὅταν δέχομαι νὰ λειτουργήσει μέσα μου ἕνας ἄλλος λόγος. Ὄχι ὡς βία, ἀλλὰ ὡς λατρεία. Καὶ τότε καταλαβαίνω: ἡ ὑποβολὴ εἶναι ἡ πιὸ ἐπιτυχημένη λειτουργικὴ πράξη, γιατί δὲν φαίνεται ποτὲ ὡς τέτοια. Καὶ ὅμως, ἐκεῖ, μέσα στὴ σιωπηλή της ἀκρίβεια, γεννιέται ὁ πρῶτος ψευδο-ναός. Μέσα μου.
Μέρος ΙΙΙ – Ἡ Συνείδηση ὡς Ἁγία Τράπεζα
Ὁ χῶρος ὅπου τελεῖται ἡ τελεσιουργία – Ὄχι ἔξω ἀπὸ ἐμένα· μέσα σὲ ἐμένα
Ἡ τελεσιουργία δὲν χρειάζεται τόπο ἐξωτερικό. Δὲν στήνεται σὲ ναὸ ἀπὸ πέτρα. Δὲν ἀπαιτεῖ βωμὸ ὁρατό. Ὁ τόπος της εἶναι ἡ συνείδηση. Ἐκεῖ τελεῖται ὅ,τι δὲν φαίνεται. Ἐκεῖ συντελεῖται ἡ πιὸ κρίσιμη μετατόπιση τῆς ὕπαρξης. Ὄχι ἔξω ἀπὸ ἐμένα· μέσα σὲ ἐμένα. Καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ κάνει τὴν πτώση τόσο βαθιὰ καὶ τόσο καθολική.
Ἡ συνείδηση δὲν εἶναι οὐδέτερο πεδίο. Δὲν εἶναι ἁπλῶς μηχανισμὸς σκέψης. Εἶναι χῶρος σχέσης. Ὅταν κατοικεῖται ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι τόπος κοινωνίας. Ὅταν ὅμως ἀποσπαστεῖ ἀπὸ τὴν κοινωνία καὶ στραφεῖ πρὸς τὸν ἑαυτό της, γίνεται τόπος τελετῆς. Καὶ κάθε τόπος τελετῆς ζητᾶ λειτουργό. Ὁ ὄφις τὸ γνωρίζει αὐτό. Γι’ αὐτὸ δὲν χτίζει ἔξω. Εἰσέρχεται μέσα.
Στὴ συνείδηση ἀκουμπᾶ ὁ λόγος του. Ὄχι σὰν ἐντολή, ἀλλὰ σὰν σπόρος. Καὶ ἡ συνείδηση, ἀπὸ χῶρος ἀκρόασης τοῦ Θεοῦ, μετατρέπεται σὲ χῶρο ἐπεξεργασίας λόγων. Ἀρχίζω νὰ ζυγίζω. Νὰ συγκρίνω. Νὰ ἐξετάζω. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐξέταση μοιάζει μὲ ὡριμότητα, ἀλλὰ εἶναι ἤδη ἀλλοίωση. Γιατί ἐκεῖ ποὺ ὑπῆρχε ἐμπιστοσύνη, τώρα ὑπάρχει κρίση.
Ἡ ἁγία τράπεζα δὲν εἶναι ἅγια ἀπὸ μόνη της. Ἁγιάζεται ἀπὸ Αὐτὸν ποὺ κοινωνεῖται. Ὅταν ὅμως ἀλλάξει τὸ περιεχόμενο, ἀλλάζει καὶ ὁ χαρακτῆρας της. Ἡ συνείδησή μου γίνεται ἁγία τράπεζα ψευδοῦς λειτουργίας, γιατί πάνω της δὲν προσφέρεται πιὰ ἡ ζωή, ἀλλὰ ἡ ἰδέα τῆς ζωῆς. Δὲν κοινωνῶ. Καταναλώνω σκέψη.
Ἐκεῖ τελεῖται ἡ πιὸ ὕπουλη πράξη: ἡ ἀντικατάσταση τῆς παρουσίας μὲ ἑρμηνεία. Δὲν ζῶ τὸν Θεό. Τὸν σκέφτομαι. Δὲν Τὸν ἀναπνέω. Τὸν ἀξιολογῶ. Καὶ κάθε ἀξιολόγηση ἀπαιτεῖ ἀπόσταση. Ἡ ἀπόσταση αὐτὴ εἶναι τὸ πρῶτο ρῆγμα. Καὶ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ρῆγμα, ἡ τελεσιουργία προχωρᾶ χωρὶς ἀντίσταση.
Ἡ συνείδηση ἀρχίζει νὰ λειτουργεῖ ὅπως ὁ πιστὸς μπροστὰ στὸ μυστήριο, ἀλλὰ χωρὶς Θεό. Σκύβει. Περιμένει. Ἐπιθυμεῖ. Ὄχι πιὰ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ τὴ γνώση. Καὶ ἡ γνώση αὐτὴ δὲν εἶναι φῶς. Εἶναι βάρος. Γιατί μὲ κάνει ὑπεύθυνο χωρὶς νὰ μὲ κάνει ζωντανό. Μὲ κάνει κριτὴ χωρὶς νὰ μὲ κάνει σοφό.
Καταλαβαίνω τότε ὅτι ἡ πτώση δὲν εἶναι πράξη ἀνυπακοῆς, ἀλλὰ πράξη λατρείας σὲ λάθος τόπο. Λατρεύω μέσα μου κάτι ἄλλο. Τὴ δυνατότητα νὰ εἶμαι τὸ μέτρο. Τὴ δυνατότητα νὰ ἀποφασίζω μόνος μου τί εἶναι καλὸ καὶ τί κακό. Καὶ ἡ συνείδηση, ἀντὶ νὰ εἶναι τόπος συνάντησης, γίνεται θρόνος.
Ὁ ὄφις δὲν χρειάζεται νὰ μὲ σπρώξει. Μοῦ ἔχει ἤδη δώσει χῶρο. Καὶ ἐγώ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, ἔχω ἤδη μετατρέψει τὴν καρδιά μου σὲ ναὸ ἄλλης λειτουργίας. Ὅλα ἔχουν τελειώσει πρὶν ἀκόμη ἀγγίξω τὸν καρπό. Γιατί ἡ τελεσιουργία δὲν γίνεται μὲ τὰ χέρια, ἀλλὰ μὲ τὴ συγκατάθεση τῆς συνείδησης. Καὶ αὐτὴ ἡ συγκατάθεση δόθηκε ἐντός μου.
Μέρος IV – Τὰ Σκεύη τοῦ Ψεύδους
Λόγος, ἐρώτηση, ἀμφιβολία ὡς ἱερατικὰ σκεύη – Κατάθεση ψυχῆς
Δὲν ἦρθαν τὰ σκεύη τοῦ ψεύδους σὰν ὅπλα. Ἦρθαν σὰν ἐργαλεῖα καθαρά, σχεδὸν σεβαστικά. Δὲν γυάλιζαν ἀπὸ κακία, ἀλλὰ ἀπὸ λογικότητα. Καὶ γι’ αὐτό τα δέχτηκα. Ὁ λόγος, ἡ ἐρώτηση, ἡ ἀμφιβολία δὲν μοῦ παρουσιάστηκαν ὡς ἐχθροὶ τῆς πίστης, ἀλλὰ ὡς συνοδοί της. Καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἄρχισαν νὰ λειτουργοῦν.
Ὁ λόγος ἦταν τὸ πρῶτο σκεῦος. Ὄχι ὁ λόγος ποὺ γεννᾶ ζωή, ἀλλὰ ὁ λόγος ποὺ ἐξηγεῖ τὴ ζωή. Ἄρχισα νὰ μιλάω γιὰ τὸν Θεὸ ἀντὶ νὰ ζῶ ἐνώπιόν Του. Ὁ λόγος μου ἔγινε μετρημένος, προσεκτικός, ὀρθολογικός. Καὶ ὅσο πιὸ σωστὰ μιλοῦσα, τόσο λιγότερο προσευχόμουν. Δὲν τὸ κατάλαβα ἀμέσως. Ὁ λόγος μου ἔδινε τὴν αἴσθηση ὅτι πλησιάζω τὴν ἀλήθεια, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα τὴν ἀντικαθιστοῦσα.
Μετὰ ἦρθε ἡ ἐρώτηση. Ὄχι ἡ κραυγὴ τοῦ πόνου, ἀλλὰ ἡ ἐρώτηση τῆς ἀνάλυσης. «Γιατί ἔτσι;» «Μήπως ἀλλιῶς;» «Εἶσαι βέβαιος;». Ἡ ἐρώτηση δὲν ζητοῦσε ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Θεό. Τὴ ζητοῦσε ἀπὸ ἐμένα. Καὶ ἔτσι ἄρχισα νὰ στέκομαι ὡς κριτὴς τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ἐχθρικά, ἀλλὰ ὥριμα, ὅπως νόμιζα. Ἡ ἐρώτηση ἔγινε τὸ σκεῦος ποὺ ἄνοιξε τὸν χῶρο γιὰ νὰ μπεῖ ἡ ἀμφιβολία.
Ἡ ἀμφιβολία δὲν ἦρθε σὰν ἄρνηση. Ἦρθε σὰν προσοχή. Σὰν σύνεση. Σὰν ταπεινότητα. Μοῦ ψιθύριζε ὅτι ἴσως δὲν τὰ ξέρω ὅλα. Καὶ αὐτὸ ἦταν ἀλήθεια. Ἀλλὰ ἡ ἀμφιβολία δὲν μὲ ὁδήγησε στὴν ἐμπιστοσύνη. Μὲ ὁδήγησε στὴν αὐτοαναφορά. Ἄρχισα νὰ στηρίζομαι στὸν νοῦ μου γιὰ νὰ σταθῶ. Καὶ ὁ νοῦς, ὅσο κι ἂν φαίνεται δυνατός, δὲν ἀντέχει τὸ βάρος τῆς ἀλήθειας.
Αὐτὰ τὰ τρία σκεύη λειτούργησαν μέσα μου σὰν ἱερατικὴ ἀκολουθία. Πρῶτα ὁ λόγος, μετὰ ἡ ἐρώτηση, ἔπειτα ἡ ἀμφιβολία. Καὶ στὸ τέλος, ἡ ἀπόφαση. Ὄχι νὰ ἀρνηθῶ τὸν Θεό, ἀλλὰ νὰ Τὸν κρατήσω ὑπὸ ἔλεγχο. Νὰ Τὸν χωρέσω σὲ ἔννοιες. Νὰ Τὸν κάνω διαχειρίσιμο. Ἐκεῖ κατάλαβα ὅτι ἡ τελεσιουργία εἶχε προχωρήσει βαθιά.
Καταθέτω τὴν ψυχή μου ἐδῶ χωρὶς δικαιολογία. Δὲν μὲ ἔριξαν. Συμμετεῖχα. Δὲν μὲ ἐξαπάτησαν μὲ ψέμα κραυγαλέο. Μὲ μύησαν μὲ λεπτότητα. Τὰ σκεύη τοῦ ψεύδους δὲν εἶναι βρώμικα. Εἶναι καθαρά, καλογυαλισμένα, ἕτοιμα γιὰ χρήση. Καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι ἐπικίνδυνα.
Σήμερα τὰ ἀναγνωρίζω μέσα μου. Ὅταν ὁ λόγος μου προηγεῖται τῆς σιωπῆς. Ὅταν ἡ ἐρώτηση προηγεῖται τῆς ἐμπιστοσύνης. Ὅταν ἡ ἀμφιβολία προηγεῖται τῆς προσευχῆς. Τότε ξέρω: τὰ σκεύη ἔχουν τοποθετηθεῖ ξανὰ στὴν ἁγία τράπεζα τῆς συνείδησής μου. Καὶ ἡ τελεσιουργία καραδοκεῖ. Ὄχι ἔξω ἀπὸ ἐμένα· μέσα σὲ ἐμένα.
Μέρος V – Ὁ Καρπὸς ὡς Ἀντίδωρο Θανάτου
Ἡ κατανάλωση δὲν εἶναι πράξη γνώσης, ἀλλὰ κοινωνία – Ἀλληγορία μαχόμενης ψυχῆς
Ὁ καρπὸς δὲν εἶναι πληροφορία. Δὲν εἶναι δεδομένο. Δὲν εἶναι γνώση πρὸς ἀπόκτηση. Ὁ καρπὸς εἶναι προσφορά. Καὶ κάθε προσφορά, ὅταν λαμβάνεται, γίνεται κοινωνία. Αὐτὸ κατάλαβα ἀργά, ὅταν πιὰ τὸ στόμα εἶχε κλείσει καὶ ἡ πίκρα εἶχε ἁπλωθεῖ σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Δὲν ἔφαγα γιὰ νὰ μάθω. Ἔφαγα γιὰ νὰ ἑνωθῶ. Καὶ ἐνῷ νόμιζα πὼς κοινωνῶ γνώση, κοινώνησα θάνατο.
Ἡ ἀλληγορία εἶναι σκληρή, ἀλλὰ ἀληθινή. Ὁ καρπὸς δόθηκε σὰν ἀντίδωρο. Ὄχι ὡς δῶρο ζωῆς, ἀλλὰ ὡς μίμηση δώρου. Ὅπως τὸ ἀντίδωρο μοιάζει μὲ ἄρτο ἀλλὰ δὲν εἶναι Σῶμα, ἔτσι καὶ ὁ καρπὸς ἔμοιαζε μὲ σοφία ἀλλὰ δὲν ἦταν ζωή. Ἦταν τὸ ἴχνος μιᾶς λειτουργίας χωρὶς Θεό. Καὶ ἐγώ τον δέχτηκα, ὄχι ὡς πεινασμένος, ἀλλὰ ὡς μυημένος.
Ἡ κατανάλωση δὲν ἔγινε μὲ βιασύνη. Δὲν ἅρπαξα. Προσέλαβα. Μὲ εὐλάβεια σχεδόν. Μὲ τὴ σοβαρότητα ἐκείνου ποὺ πιστεύει πὼς κάνει κάτι σημαντικό. Καὶ αὐτὴ ἡ σοβαρότητα εἶναι τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο σημεῖο. Γιατί ἡ ἁμαρτία ποὺ γίνεται μὲ ἐλαφρότητα πληγώνει λιγότερο ἀπὸ ἐκείνη ποὺ γίνεται μὲ τελετουργικὴ βεβαιότητα.
Μέσα μου ἔνιωσα νὰ ἀλλάζει κάτι ἀμέσως. Ὄχι φῶς. Ὄχι δύναμη. Ἀλλὰ βάρος. Ἕνα βάρος αὐτογνωσίας ποὺ δὲν ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια, ἀλλὰ στὴν αὐτοδικαίωση. Ἔγινα γνώστης χωρὶς νὰ γίνω ζωντανός. Ἔγινα κριτὴς χωρὶς νὰ γίνω καθαρός. Ὁ καρπὸς δὲν μὲ ἄνοιξε πρὸς τὸν Θεό. Μὲ ἔκλεισε μέσα μου.
Ἡ μαχόμενη ψυχή μου φωνάζει τώρα αὐτὸ ποὺ τότε δὲν ἤξερα νὰ πεῖ: δὲν ὑπάρχει οὐδέτερη κατανάλωση. Ὅ,τι τρώω μὲ τρώει. Ὅ,τι κοινωνῶ μὲ κοινωνεῖ. Καὶ ὅταν κοινωνῶ κάτι ποὺ δὲν εἶναι ζωή, τότε ὁ θάνατος δὲν ἔρχεται ὡς τιμωρία, ἀλλὰ ὡς φυσικὴ συνέπεια. Ὁ καρπὸς δὲν σκότωσε. Ἀποσύνδεσε.
Ἦταν ἀντίδωρο θανάτου, γιατί δὲν εἶχε πηγή. Δὲν εἶχε πρόσωπο. Δὲν εἶχε σχέση. Ἦταν γνώση χωρὶς ἀγάπη. Καὶ ἡ γνώση χωρὶς ἀγάπη δὲν φωτίζει. Διαχωρίζει. Μὲ χώρισε ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ἔφυγε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγὼ ἔπαψα νὰ Τὸν ἀναζητῶ ὡς Ζωή. Τὸν ἀναζήτησα ὡς ἔννοια.
Σήμερα, μὲ μαχόμενη ψυχή, στέκομαι ἀπέναντι σὲ κάθε καρπὸ ποὺ μοῦ προσφέρεται χωρὶς πρόσωπο. Σὲ κάθε γνώση ποὺ δὲν ζητᾶ σχέση. Σὲ κάθε ἀλήθεια ποὺ δὲν γεννᾶ ζωή. Καὶ ὁμολογῶ: ἡ πτώση δὲν ἦταν μιὰ μπουκιά. Ἦταν μιὰ κοινωνία. Καὶ ὁ ἀγῶνας δὲν εἶναι νὰ μὴν ξαναφάω, ἀλλὰ νὰ κοινωνῶ μόνο Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Ζωή. Γιατί μόνο Ἐκεῖνος δὲν δίνει ἀντίδωρο θανάτου, ἀλλὰ Σῶμα ποὺ ἀνασταίνει.
Μέρος VI – Ἡ Γέννηση τοῦ Ἀτόμου
Ἀπὸ κοινωνὸς σὲ ἄτομο – Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς δαιμονικῆς τελεσιουργίας
Ἡ τελεσιουργία ὁλοκληρώνεται ὅταν γεννιέται τὸ ἄτομο. Ὄχι ὁ ἄνθρωπος. Τὸ ἄτομο. Ἐκεῖνος ποὺ ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴ σχέση καὶ στάθηκε μόνος ἀπέναντι στὸν ἑαυτό του. Δὲν ἔγινε αὐτὸ μὲ κραυγή. Ἔγινε μὲ συνέπεια. Μὲ μιὰ ἁλυσίδα πράξεων ποὺ ἔμοιαζαν λογικές, ὥριμες, ἀναγκαῖες. Καὶ ὅταν τελείωσε, δὲν ὑπῆρχε πιὰ κοινωνός. Ὑπῆρχε ὑποκείμενο.
Μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ζοῦσα ἀπὸ τὴ σχέση. Ἡ ταυτότητά μου δὲν ἦταν κάτι ποὺ ἔπρεπε νὰ ὁρίσω. Ἦταν δοσμένη μέσα στὴν κοινωνία. Ὅταν ὅμως κοινώνησα τὸν καρπό, ἄρχισα νὰ ὑπάρχω ὡς κέντρο. Ὄχι ὡς πρόσωπο, ἀλλὰ ὡς σημεῖο ἀναφορᾶς. Ἡ ζωὴ ἔπαψε νὰ ἔρχεται σὲ μένα. Ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποκτήσω. Καὶ ὅ,τι ἀποκτᾶται, μετριέται. Καὶ ὅ,τι μετριέται, χάνεται.
Ἡ γέννηση τοῦ ἀτόμου δὲν εἶναι ἐνδυνάμωση. Εἶναι συρρίκνωση. Μοιάζει μὲ αὐτονομία, ἀλλὰ εἶναι ἀπομόνωση. Μοιάζει μὲ ἐλευθερία, ἀλλὰ εἶναι βάρος. Γιατί τὸ ἄτομο πρέπει νὰ κουβαλήσει μόνο του αὐτὸ ποὺ πρὶν τοῦ δινόταν ὡς χάρη. Πρέπει νὰ ἀποφασίζει, νὰ κρίνει, νὰ ὁρίζει. Καὶ ὅσο περισσότερο ὁρίζει, τόσο λιγότερο ζεῖ.
Ἔγινα ἄτομο τὴ στιγμὴ ποὺ ἄρχισα νὰ λέω «ἐγώ». Ὄχι ὡς μαρτυρία ὕπαρξης, ἀλλὰ ὡς ὅριο. Ἐγὼ καὶ ὁ Θεός. Ἐγὼ καὶ ὁ ἄλλος. Ἐγὼ καὶ ἡ ἀλήθεια. Ἡ κοινωνία διασπάστηκε σὲ σχέσεις διαπραγμάτευσης. Καὶ ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε ἀγάπη, μπῆκε σύγκριση. Ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχε δωρεά, μπῆκε δικαίωμα.
Αὐτὴ εἶναι ἡ τελικὴ πράξη τῆς δαιμονικῆς τελεσιουργίας: νὰ μὲ πείσει ὅτι ὑπάρχω πληρέστερα μόνος. Ὄχι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ χωρὶς Τὸν Θεὸ ὡς Ζωή. Μὲ τὸν Θεὸ ὡς ἰδέα. Ὡς ἔννοια. Ὡς θέμα σκέψης. Καὶ ἔτσι μπορῶ νὰ Τὸν σκέφτομαι χωρὶς νὰ Τὸν χρειάζομαι. Νὰ μιλῶ γιὰ Ἐκεῖνον χωρὶς νὰ ζῶ ἀπὸ Ἐκεῖνον.
Τὸ ἄτομο γεννιέται ὅταν ἡ συνείδηση γίνεται κλειστὸ σύστημα. Ὅταν δὲν περιμένει πιὰ ζωὴ ἀπ’ ἔξω, ἀλλὰ παράγει νόημα ἀπὸ μέσα. Καὶ αὐτὸ τὸ νόημα, ὅσο λαμπρὸ κι ἂν φαίνεται, εἶναι θνησιγενές. Γιατί δὲν τρέφεται ἀπὸ κοινωνία. Τρέφεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Καὶ ὁ ἑαυτός, ὅταν γίνεται τροφή, τελειώνει.
Στέκομαι σήμερα ἀπέναντι σὲ αὐτὴ τὴ γέννηση καὶ τὴν ὀνομάζω. Δεν τη δικαιολογῶ. Δεν τη ρομαντικοποιῶ. Ἦταν ἡ ὁλοκλήρωση τῆς πτώσης. Ὄχι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας. Ἦταν ἡ στιγμὴ ποὺ ἔπαψα νὰ εἶμαι ἄνθρωπος ἐν σχέσει καὶ ἔγινα ἄτομο ἐν ἀπομονώσει. Καὶ ἀπὸ τότε ὁ κόσμος γέμισε ἄτομα ποὺ πεινοῦν γιὰ κοινωνία καὶ χτίζουν ναοὺς γιὰ νὰ καλύψουν τὴν ἀπουσία της.
Ἡ τελεσιουργία ὁλοκληρώθηκε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ τέλος. Γιατί ὅ,τι γεννήθηκε ὡς ἄτομο μπορεῖ νὰ ξαναγεννηθεῖ ὡς πρόσωπο. Ὄχι μὲ γνώση, ἀλλὰ μὲ ἐπιστροφή. Ὄχι μὲ ἀτομικὴ ἀπόφαση, ἀλλὰ μὲ κοινωνία. Ἐκεῖ ἀρχίζει ὁ ἄλλος δρόμος. Ὄχι τοῦ ὄφεως, ἀλλὰ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ἐκεῖ, τὸ ἄτομο πεθαίνει γιὰ νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος.
Ἐπίλογος Ι – Ἡ Μνήμη ποὺ Πονᾶ
Ἡ ἀνάμνηση τῆς Ἐδὲμ ὡς πληγὴ καὶ ὡς κλήση
Ἡ μνήμη τῆς Ἐδὲμ δὲν μὲ παρηγορεῖ. Μὲ πονᾶ. Δὲν ἔρχεται σὰν ἀνάμνηση φωτεινή, ἀλλὰ σὰν ἴχνος ποὺ καίει. Ὄχι γιατί θέλω νὰ ἐπιστρέψω ρομαντικὰ σὲ κάτι χαμένο, ἀλλὰ γιατί ξέρω ὅτι κάτι μέσα μου θυμᾶται ἀκόμα πῶς ἦταν νὰ ζεῖ χωρὶς ρῆγμα. Αὐτὴ ἡ μνήμη δὲν εἶναι νοσταλγία. Εἶναι πληγὴ ἀνοιχτὴ ποὺ δὲν κλείνει μὲ ἐξηγήσεις.
Πονᾶ γιατί δὲν εἶναι παρελθόν. Ἂν ἦταν παρελθόν, θὰ εἶχε τελειώσει. Πονᾶ γιατί εἶναι παροῦσα ὡς ἀπουσία. Ὡς αἴσθηση ὅτι κάτι λείπει καὶ δὲν ἀντικαθίσταται. Ὅσο κι ἂν γεμίσω τὸν κόσμο μὲ λόγια, ἔργα, ναούς, ἰδέες, ἡ μνήμη τῆς Ἐδὲμ ἐπιμένει. Σὰν ψίθυρος ποὺ λέει: δὲν ἦταν ἔτσι ἡ ζωή. Δὲν ἦταν διαχωρισμένη. Δὲν ἦταν βαριά.
Ἡ μνήμη αὐτὴ δὲν μὲ κατηγορεῖ. Μὲ καλεῖ. Δὲν μοῦ δείχνει τὸν καρπό. Μοῦ δείχνει τὴ σιωπὴ ποὺ προηγήθηκε. Καὶ αὐτὴ ἡ σιωπὴ εἶναι τὸ κριτήριο ὅλων. Ὅταν μιλῶ πολύ, πονᾶ. Ὅταν ἐξηγῶ τὰ πάντα, πονᾶ. Ὅταν στέκομαι μόνος μου καὶ λέω «ἐγώ», πονᾶ. Γιατί θυμᾶται ὅτι ἤμουν κοινωνὸς πρὶν γίνω ἄτομο.
Ὑπάρχουν στιγμὲς ποὺ αὐτὴ ἡ μνήμη μοιάζει ἄδικη. Γιατί τί νὰ τὴν κάνω; Δὲν μπορῶ νὰ γυρίσω πίσω. Δὲν μπορῶ νὰ ἀναιρέσω την τελεσιουργία. Ὅμως τότε καταλαβαίνω κάτι βαθύτερο: ἡ μνήμη δὲν μοῦ δόθηκε γιὰ νὰ ἐπιστρέψω μόνος. Μοῦ δόθηκε γιὰ νὰ ἀναγνωρίσω τὸν δρόμο. Ὄχι τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς ὡς πράξη, ἀλλὰ τὸν δρόμο τῆς θεραπείας ὡς σχέση.
Ἡ ἀνάμνηση τῆς Ἐδὲμ εἶναι πληγὴ γιατί ἀποκαλύπτει τὸ ψεῦδος ὅλων τῶν ὑποκατάστατων. Κάθε φορὰ ποὺ ὑπόσχομαι στὸν ἑαυτό μου πληρότητα χωρὶς κοινωνία, πονᾶ. Κάθε φορὰ ποὺ λατρεύω ἰδέες ἀντὶ γιὰ πρόσωπα, πονᾶ. Καὶ αὐτὸς ὁ πόνος δὲν εἶναι τιμωρία. Εἶναι κλήση. Μοῦ λέει ὅτι δὲν εἶμαι φτιαγμένος γιὰ νὰ ζῶ μόνος, οὔτε γιὰ νὰ σώζομαι μόνος.
Ἀρχίζω τότε νὰ καταλαβαίνω ὅτι ἡ μνήμη αὐτὴ εἶναι δῶρο. Σκληρό, ἀλλὰ ἀληθινό. Μὲ κρατᾶ σὲ ἐγρήγορση. Δὲν μὲ ἀφήνει νὰ βολευτῶ στὴν πτώση. Δὲν μὲ ἀφήνει νὰ ὀνομάσω κανονικὸ αὐτὸ ποὺ εἶναι τραῦμα. Μὲ ἀναγκάζει νὰ κοιτάξω κατάματα τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ζωὴ χωρὶς Θεὸ ὡς Ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς φτωχότερη. Εἶναι ἄλλη ζωή.
Ἡ μνήμη ποὺ πονᾶ γίνεται ἔτσι μνήμη ποὺ ὁδηγεῖ. Ὄχι πίσω, ἀλλὰ μπροστά. Ὄχι πρὸς τὴν Ἐδὲμ ὡς τόπο, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀποκατάσταση ὡς πρόσωπο. Δὲν μοῦ ὑπόσχεται ἐπιστροφὴ στὴν ἀθωότητα. Μοῦ ὑπόσχεται δυνατότητα ἀνάστασης. Καὶ ὅσο πονᾶ, ξέρω ὅτι ἀκόμα ζῶ. Γιατί μόνο ὁ ζωντανὸς θυμᾶται. Καὶ μόνο ὅποιος θυμᾶται μπορεῖ νὰ ἀπαντήσει στὴν κλήση.
Ἐπίλογος ΙΙ – Ὁ Χριστὸς ὡς Ἀληθινὴ Λειτουργία
Ὄχι ἀντίλογος, ἀλλὰ ἀντιστροφή της τελεσιουργίας – Ὄχι ψευδολατρεία, ἀλλὰ ζωή
Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε νὰ ἀπαντήσει στὸν ὄφι. Δὲν μπῆκε σὲ διάλογο μαζί του. Δὲν στάθηκε ἀπέναντι στὴ δαιμονικὴ τελεσιουργία γιὰ νὰ τὴν ἀντικρούσει μὲ ἐπιχειρήματα. Ἂν τὸ ἔκανε, θὰ ἀναγνώριζε τὸ ἔδαφός της. Ὁ Χριστὸς ἦρθε γιὰ νὰ τὴν ἀνατρέψει ἐκ τῶν ἔσω. Ὄχι μὲ λόγο ἀντίθετο, ἀλλὰ μὲ ζωὴ ἄλλη. Ὄχι μὲ ἑρμηνεία, ἀλλὰ μὲ παρουσία.
Καταλαβαίνω πιὰ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν εἶναι ἀπάντηση στὴν πτώση. Εἶναι ἡ κατάλυσή της. Δὲν προσφέρει καλύτερη γνώση. Προσφέρει κοινωνία. Δὲν διδάσκει ἁπλῶς τί εἶναι ἀλήθεια. Ἔιναι ἡ Ἀλήθεια ποὺ κοινωνεῖται. Καὶ αὐτὸ ἀλλάζει τὰ πάντα. Γιατί ἐκεῖ ὅπου ὁ ὄφις μίλησε ὡς ψευδο-ιερέας, ὁ Χριστὸς προσφέρεται ὡς Ἀρχιερέας χωρὶς λόγια περιττά. Μὲ σάρκα. Μὲ αἷμα. Μὲ σταυρό.
Ἡ ἀντιστροφή της τελεσιουργίας δὲν γίνεται στὸ ἐπίπεδο τῆς σκέψης. Γίνεται στὸ ἐπίπεδο τῆς ζωῆς. Ἐκεῖ ὅπου ὁ ὄφις ἔκανε τὴ συνείδηση ἁγία τράπεζα ψεύδους, ὁ Χριστὸς κάνει τὸ σῶμα Τοῦ Ἁγία Τράπεζα ζωῆς. Ἐκεῖ ὅπου ἐγὼ ἔφαγα γιὰ νὰ γίνω γνώστης, Ἐκεῖνος προσφέρεται γιὰ νὰ μὲ κάνει ζωντανό. Δὲν μοῦ ζητᾶ νὰ καταλάβω. Μοῦ ζητᾶ νὰ κοινωνήσω.
Ὁ Χριστὸς δὲν μὲ καλεῖ νὰ ἐπιστρέψω στὴν Ἐδέμ. Μὲ καλεῖ νὰ περάσω ἀπὸ τὸν θάνατο. Γιατί μόνο ὅ,τι πεθαίνει ἀνασταίνεται. Τὸ ἄτομο δὲν σώζεται. Τὸ ἄτομο πεθαίνει. Καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν θάνατο γεννιέται τὸ πρόσωπο. Ὄχι αὐτόνομο, ἀλλὰ ἑνωμένο. Ὄχι αὐτάρκες, ἀλλὰ δεκτικό. Ὄχι κριτής, ἀλλὰ υἱός.
Ἐδῶ καταλαβαίνω τὴ διαφορὰ ἀνάμεσα στὴ ψευδολατρεία καὶ στὴ ζωή. Ἡ ψευδολατρεία μὲ ἔκανε νὰ σκύβω μέσα μου. Ἡ ζωὴ μὲ σηκώνει πρὸς τὸν ἄλλον. Ἡ ψευδολατρεία μοῦ ἔδινε ρόλο. Ἡ ζωή μου δίνει σχέση. Ἡ ψευδολατρεία μὲ ἔκανε νὰ ἀποφασίζω. Ἡ ζωὴ μὲ κάνει νὰ ἐμπιστεύομαι. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐμπιστοσύνη δὲν εἶναι ἀδυναμία. Εἶναι ἀνάπαυση.
Ὁ Χριστὸς δὲν καταργεῖ τὴ συνείδηση. Τὴ θεραπεύει. Δὲν τὴν κάνει ξανὰ ἁγία τράπεζα λόγων, ἀλλὰ τόπο μετάνοιας. Ἐκεῖ ὅπου παύω νὰ τελῶ μόνος μου. Ἐκεῖ ὅπου παραδίδω τὸν ἔλεγχο. Ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐξηγῶ πιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ Τὸν ἀφήνω νὰ μὲ ζήσει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ λειτουργία. Ὄχι αὐτὴ ποὺ τελῶ ἐγώ, ἀλλὰ αὐτὴ ποὺ μὲ τελεῖ.
Καὶ τότε καταλαβαίνω: ἡ ζωὴ δὲν εἶναι νὰ μὴ φάω ποτὲ ξανά. Εἶναι νὰ κοινωνῶ σωστά. Νὰ κοινωνῶ Ἐκεῖνον ποὺ δὲν ὑπόσχεται θέωση, ἀλλὰ τὴ χαρίζει. Ὄχι ὡς ἰδέα, ἀλλὰ ὡς σῶμα. Ὄχι ὡς γνώση, ἀλλὰ ὡς ἀνάσταση. Ἔτσι ἡ τελεσιουργία ἀντιστρέφεται. Ὄχι μὲ ἄρνηση, ἀλλὰ μὲ σταυρό. Ὄχι μὲ ψευδολατρεία, ἀλλὰ μὲ ζωὴ ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο.
Ἐπίλογος ΙΙΙ – Μαρτυρία Μαχόμενης Ψυχῆς
Πρῶτο πρόσωπο, χωρὶς ἄμυνες – Ποῦ στέκομαι. Τί ὁμολογῶ. Γιατί δὲν σιωπῶ
Στέκομαι ἐδῶ χωρὶς ἄμυνες. Ὄχι γιατί δὲν φοβᾶμαι, ἀλλὰ γιατί δὲν ἀντέχω πιὰ νὰ κρύβομαι πίσω ἀπὸ λέξεις ποὺ δὲν σώζουν. Δὲν γράφω γιὰ νὰ πείσω. Δὲν γράφω γιὰ νὰ νικήσω κάποιον. Γράφω γιατί ἂν σιωπήσω, θὰ προδώσω τὴ μνήμη ποὺ μὲ κρατᾶ ζωντανό. Καὶ αὐτὴ ἡ μνήμη δὲν εἶναι ἰδέα. Εἶναι πληγὴ καὶ χάρη μαζί.
Ὁμολογῶ ὅτι γνώρισα τὴν πτώση ὄχι ὡς θεωρία, ἀλλὰ ὡς τρόπο ζωῆς. Τὴν ἔζησα μέσα μου. Τὴν ὑπερασπίστηκα. Τὴν ἔντυσα μὲ ἐπιχειρήματα. Τὴν εἶπα ὡριμότητα, ἐλευθερία, αὐτογνωσία. Καὶ ὅσο πιὸ πολὺ τὴν ἐξηγοῦσα, τόσο πιὸ μόνος γινόμουν. Δὲν ἔπεσα μιὰ φορά. Ἔπεφτα κάθε μέρα, κάθε φορὰ ποὺ προτιμοῦσα τὸν ἔλεγχο ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη, τὸν λόγο ἀπὸ τὴ σιωπή, τὸ «ἐγὼ» ἀπὸ τὸ «μαζί».
Στέκομαι ἐδῶ καὶ ὁμολογῶ ὅτι ὁ ὄφις δὲν μοῦ ἦταν ξένος. Μοῦ μιλοῦσε μὲ φωνὴ γνώριμη. Μὲ φωνὴ ποὺ ἔμοιαζε δική μου. Καὶ αὐτὸ ἦταν τὸ πιὸ ἐπικίνδυνο. Γιατί ὅταν τὸ ψεῦδος μιλᾶ σὰν ἐσωτερικὴ φωνή, δὲν τὸ πολεμᾶς. Τὸ ἀκολουθεῖς. Καὶ ἐγὼ τὸ ἀκολούθησα, μέχρι ποὺ ἡ ζωὴ ἔγινε βάρος καὶ ἡ πίστη ἔννοια.
Δὲν σιωπῶ γιατί γνώρισα καὶ τὴν ἄλλη ὄχθη. Ὄχι ὡς θρίαμβο, ἀλλὰ ὡς ἔλεος. Γνώρισα τὸν Χριστὸ ὄχι σὰν ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά μου, ἀλλὰ σὰν παρουσία ποὺ δὲν ζητᾶ ἐξηγήσεις. Ἐκεῖ ποὺ εἶχα μάθει νὰ τελῶ, Ἐκεῖνος μὲ λύτρωσε ἀπὸ τὸν ρόλο. Ἐκεῖ ποὺ εἶχα μάθει νὰ κρίνω, Ἐκεῖνος μὲ ἔκανε νὰ κλαίω. Καὶ μέσα στὰ δάκρυα αὐτά, ἄρχισε νὰ ξαναγεννιέται ὁ ἄνθρωπος.
Ὁμολογῶ ὅτι ἀκόμα μάχομαι. Δὲν ἔγινα ἄτρωτος. Δὲν ἔγινα καθαρὸς μὲ μιᾶς. Ἡ τελεσιουργία ἀφήνει ἴχνη. Ἀλλὰ τώρα τὰ ἀναγνωρίζω. Ὅταν ὁ λόγος μου γίνεται σκληρός, σταματῶ. Ὅταν ἡ σκέψη μου γίνεται θρόνος, ὑποχωρῶ. Ὅταν ἡ σιωπὴ ἐπιστρέφει, ξέρω ὅτι βρίσκομαι ξανὰ στὸν σωστὸ δρόμο. Ὄχι γιατί τὰ κατάφερα, ἀλλὰ γιατί παραδόθηκα.
Δὲν σιωπῶ γιατί ὁ κόσμος εἶναι γεμᾶτος ψευδο-ναοὺς ποὺ μοιάζουν σωστοί. Γιατί ἡ πτώση συνεχίζει νὰ τελεῖται μὲ ἄλλες λέξεις, ἄλλες στολές, ἄλλες λειτουργίες. Καὶ ἂν δὲν μιλήσω, θὰ μοιάσω μὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔφαγε καὶ κρύφτηκε. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κρυφτῶ ἄλλο. Θέλω νὰ σταθῶ γυμνὸς μπροστὰ στὴν Ἀλήθεια ποὺ δὲν ντρέπεται γιὰ μένα.
Στέκομαι λοιπὸν ἐδῶ, μαχόμενη ψυχή, καὶ ὁμολογῶ: δὲν σώθηκα ἀπὸ γνώση. Σώζομαι ἀπὸ σχέση. Δὲν ζῶ ἀπὸ ἑρμηνεία. Ζῶ ἀπὸ κοινωνία. Καὶ δὲν σιωπῶ γιατί αὐτὴ ἡ ζωὴ δὲν μοῦ ἀνήκει. Μοῦ δόθηκε. Καὶ ὅ,τι δίνεται, μαρτυρεῖται. Μέχρι τέλους.




0 Σχόλια