† Κυριακή πρό τῶν Φώτων
Μάρκου Α΄ 1 – 8
4 Ἰανουαρίου 2025
1. Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
2. Ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου·
3. φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, Ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ,
4. ἐγένετο Ἰωάννης βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
5. καὶ ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται, καὶ ἐβαπτίζοντο πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
6. ἦν δὲ ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον.
7. καὶ ἐκήρυσσε λέγων· Ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.
8. ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι ἁγίῳ.
………
-«Ἑτοίμασε».
-Τί πρέπει, λοιπόν, νὰ ἰσιώσει μέσα μου;
-Ἡ βιασύνη μου;
-Ἡ ἀνάγκη μου νὰ ἔχω δίκιο;
-Γιατί δὲν θέλω νὰ παραδεχτῶ ὅτι ἔσφαλα;
-Πῶς θὰ περάσει ὁ Κύριος ἀπὸ μιὰ καρδιὰ γεμάτη «ἐγώ»;
-Πῶς θὰ βαδίσει πάνω σὲ δρόμους ποὺ ἔχτισα γιὰ νὰ μὲ δικαιώνουν καὶ ὄχι γιὰ νὰ Τὸν ὑποδέχομαι;
-Πρέπει νὰ ἰσιώσει καὶ ὁ φόβος μου;
-Πρέπει νὰ ἰσιώσει καὶ ὁ τρόπος ποὺ βλέπω τοὺς ἄλλους;
-Πρέπει νὰ ἰσιώσει κάτι πιὸ βαθύ: ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχω γιὰ τὸν ἑαυτό μου;
-Μπορῶ νά περιμένω νά μέ ἀλλάξει ὁ Κύριος;
-Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἀναμονὴ μὲ δυσκολεύει;
-Θέλω ἔλεγχο; Θέλω βεβαιότητες;
-Θέλω νὰ ξέρω πότε καὶ πῶς θὰ ἀλλάξω;
…….
Ἑρμηνεία:
Α. Ἀλληγορικὴ ἀναδιήγηση
(ἡ ἔρημος, ἡ φωνή, τὸ νερό, ἡ ἀναμονὴ Ἐκείνου ποὺ βαπτίζει «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»)
Ἡ ἔρημος δὲν ἄρχισε ἔξω ἀπὸ ἐμένα.
Ἄρχισε μέσα μου.
Δὲν ἦταν τόπος χωρὶς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τόπος χωρὶς δικαιολογίες. Ἐκεῖ ὅπου δὲν μπορεῖς νὰ κρυφτεῖς πίσω ἀπὸ ρόλους, πίσω ἀπὸ λόγια ἕτοιμα, πίσω ἀπὸ συνήθειες ποὺ σὲ νανουρίζουν. Στὴν ἔρημο ἔμεινα μόνος μὲ αὐτὸ ποὺ εἶμαι. Καὶ τότε κατάλαβα: ἂν δὲν περάσω ἀπὸ ἐδῶ, Εὐαγγέλιο δὲν ἀρχίζει.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἔρημο ἄκουσα μιὰ φωνή.
Δὲν ἦταν γλυκιά. Δὲν ἦταν καθησυχαστική.
Ἦταν φωνὴ ποὺ δὲν χαϊδεύει, ἀλλὰ ξυπνᾶ.
Δὲν μοῦ εἶπε πολλά. Μοῦ εἶπε μόνο: ἑτοίμασε.
Καὶ στάθηκα ἀμήχανος.
Τί νὰ ἑτοιμάσω; Ποιόν δρόμο; Ποιά καρδιά;
Τότε κατάλαβα πὼς ἡ ὁδὸς δὲν εἶναι δρόμος ἔξω ἀπὸ μένα. Εἶναι οἱ τρίβοι τῆς ψυχῆς μου. Ὅσα στράβωσαν ἀπὸ φόβο. Ὅσα γέμισαν πέτρες ἀπὸ πεῖσμα. Ὅσα ἔγιναν λακκοῦβες ἀπὸ ἀμέλεια. Ἡ φωνὴ δὲν μὲ κατηγόρησε. Μὲ κάλεσε νὰ ἰσιώσω ὅ,τι μπορῶ, ὄχι γιὰ νὰ γίνω τέλειος, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνω πέρασμα.
Ἡ φωνὴ δὲν μοῦ μίλησε γιὰ τιμωρία.
Μοῦ μίλησε γιὰ μετάνοια.
Καὶ τότε εἶδα τὸ νερό.
Ὄχι σὰν καθαρότητα μαγική, ἀλλὰ σὰν ἀρχή. Τὸ νερὸ δὲν παίρνει τὶς πληγὲς∙ τὶς ξεπλένει γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἀναπνεύσουν. Μπῆκα μέσα του ὄχι ὡς δίκαιος, ἀλλὰ ὡς ἐξομολογούμενος. Δὲν κατέβηκα γιὰ νὰ δείξω κάτι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἀφήσω κάτι: τὴν ψευδαίσθηση ὅτι μπορῶ μόνος μου.
Τὸ νερὸ μὲ ἀγκάλιασε σὰν σιωπή.
Καὶ μέσα σὲ αὐτὴ τὴ σιωπὴ ἔνιωσα τὸ βάρος μου νὰ γίνεται ἀλήθεια. Ὄχι ντροπή, ἀλλὰ ἀλήθεια. Γιὰ πρώτη φορὰ δὲν προσποιήθηκα. Καὶ αὐτὸ ἦταν λύτρωση.
Ὅμως ἤξερα: αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ τέλος.
Τὸ νερὸ εἶναι ἀρχή, ὄχι πλήρωση.
Καὶ τότε ἄκουσα ξανὰ τὴ φωνή, ὄχι πιὰ σὰν προσταγῇ, ἀλλὰ σὰν μαρτυρία:
«Ἔρχεται».
Δὲν ἦρθε ἀκόμη.
Ἀλλὰ ἔρχεται.
Καὶ αὐτὴ ἡ ἀναμονὴ ἦταν πιὸ βαριὰ ἀπὸ τὸ νερό. Γιατί μὲ ἔβαλε νὰ κοιτάξω μπροστά, ὄχι πίσω. Νὰ καταλάβω πὼς ὅ,τι ἔκανα μέχρι τώρα δὲν ἀρκεῖ. Ὅτι ὅση μετάνοια κι ἂν ἔχω, ὅσο κι ἂν καθαριστῶ, χρειάζομαι κάτι ποὺ δὲν μπορῶ νὰ δώσω ἐγὼ στὸν ἑαυτό μου.
Χρειάζομαι Ἐκεῖνον.
Γιατί Ἐκεῖνος δὲν βαπτίζει ἁπλῶς στὸ νερό.
Βαπτίζει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Καὶ αὐτὸ σημαίνει φωτιὰ ποὺ δὲν καίει, ἀλλὰ μεταμορφώνει.
Σημαίνει ζωὴ ποὺ δὲν καθαρίζει ἁπλῶς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ γεννᾶ τὸ μέλλον.
Σημαίνει καρδιὰ ποὺ δὲν διορθώνεται ἀπ’ ἔξω, ἀλλὰ ἀλλάζει ἀπὸ μέσα.
Στέκομαι λοιπὸν στὴν ἔρημο.
Μὲ τὴ φωνὴ ἀκόμα νὰ ἠχεῖ μέσα μου.
Μὲ τὸ νερὸ νὰ κυλᾶ ἀπὸ τὴν ψυχή μου.
Καὶ μὲ τὴν προσμονὴ νὰ βαραίνει γλυκὰ τὸ στῆθος μου.
Δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
Ἀλλὰ εἶμαι ἀνοιχτός.
Καὶ αὐτό, ἴσως, εἶναι τὸ μόνο ποὺ χρειάζεται
γιὰ νὰ ἀρχίσει πραγματικὰ τὸ Εὐαγγέλιο.
Β. Κήρυγμα
(Μαρτυρικὸς λόγος γιὰ τὴ μετάνοια, τὴν ταπείνωση καὶ τὴν προσμονὴ Ἐκείνου ποὺ ἔρχεται)
Ἀδελφοί μου,
σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ξεκινᾶ μὲ θαῦμα, οὔτε μὲ παρηγοριά.
Ξεκινᾶ μὲ ἔρημο.
Καὶ ἐγώ, ἂν εἶμαι εἰλικρινὴς μπροστά σας,
ὁμολογῶ ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρχὴ μὲ τρομάζει.
Γιατί ἡ ἔρημος δὲν εἶναι τόπος ἄνετος.
Εἶναι ὁ τόπος ὅπου δὲν ἔχεις ποῦ νὰ κρυφτεῖς.
Ἐκεῖ ὅπου δὲν σὲ σώζουν οἱ συνήθειες, οὔτε οἱ δικαιολογίες, οὔτε οἱ τίτλοι.
Ἐκεῖ ὅπου μένεις μόνος μὲ τὴν ἀλήθεια σου.
Καὶ ὅμως, ἀδελφοί μου, ἐκεῖ ἀρχίζει τὸ Εὐαγγέλιο.
Σήμερα, ἡ φωνὴ τοῦ Ἰωάννη δὲν ἀκούγεται μόνο στὸν Ἰορδάνη.
Ἀκούγεται μέσα στὴν καρδιά μου.
Καὶ δὲν μοῦ λέει πολλά.
Μοῦ λέει μόνο: ἑτοίμασε.
Αὐτὸ εἶναι ἡ μετάνοια σήμερα.
Ὄχι φόβος, ὄχι αὐτοκατηγορία, ὄχι ἀπελπισία.
Μετάνοια σημαίνει νὰ παραδεχτῶ ὅτι ὁ δρόμος μέσα μου ἔχει στραβώσει.
Ὅτι ὑπάρχουν τρίβοι ποὺ ἔγιναν δύσβατοι ἀπὸ ἐγωισμό,
ἀπὸ ἀμέλεια,
ἀπὸ σκληρότητα.
Μετάνοια σημαίνει νὰ σταθῶ μπροστὰ στὸν Θεὸ χωρὶς ἄμυνα.
Νὰ μὴν προσποιηθῶ τὸν καλό,
νὰ μὴν κρυφτῶ πίσω ἀπὸ ἔργα ἢ λόγια.
Νὰ πῶ ἁπλᾶ: «ἔτσι εἶμαι».
Καὶ νὰ ἀφήσω τὸν Θεὸ νὰ περάσει.
Ἀδελφοί μου,
ἡ ταπείνωση σήμερα δὲν εἶναι ταπείνωση λόγων.
Εἶναι ταπείνωση στάσης.
Ὁ Ἰωάννης δὲν ὕψωσε τὸν ἑαυτό του.
Δὲν εἶπε «ἐγὼ εἶμαι κάτι».
Εἶπε: «δὲν εἶμαι ἄξιος οὔτε νὰ λύσω τὸ λουρὶ τῶν ὑποδημάτων Του».
Καὶ ἐγὼ ἀναρωτιέμαι:
πόσο συχνὰ θέλω νὰ εἶμαι στὸ κέντρο;
Πόσο συχνὰ ζητῶ νὰ μὲ ἀναγνωρίσουν, νὰ μὲ δικαιώσουν, νὰ μὲ καταλάβουν;
Ἡ ταπείνωση δὲν μὲ μικραίνει∙
μὲ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴν ἀνάγκη νὰ φαίνομαι.
Καὶ ἔρχεται τὸ νερό.
Ὄχι ὡς μαγεία, ἀλλὰ ὡς ὁμολογία.
Μπαίνω στὸ νερὸ ὄχι γιατί εἶμαι καθαρός,
ἀλλὰ γιατί θέλω νὰ γίνω ἀληθινός.
Τὸ νερὸ δὲν ἀλλάζει τὴν καρδιά∙
ἀνοίγει τὸν δρόμο γιὰ νὰ ἀλλάξει.
Ὅμως, ἀδελφοί μου,
ἂν μείνουμε μόνο στὸ νερό, θὰ ἀπογοητευτοῦμε.
Γιατί τὸ νερὸ καθαρίζει τὸ παρελθόν,
ἀλλὰ δὲν γεννᾶ ἀπὸ μόνο του τὸ μέλλον.
Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ πιὸ δύσκολο σημεῖο:
ἡ προσμονή.
Ὁ Ἰωάννης μας λέει:
«Ἔρχεται ὁ ἰσχυρότερός μου».
Ὄχι «ἦρθε».
Ἔρχεται.
Ζοῦμε σὲ καιρὸ ἀνυπομονησίας.
Θέλουμε ἄμεσες λύσεις, γρήγορη ἀλλαγή, εὔκολη παρηγοριά.
Ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς καλεῖ νὰ περιμένουμε.
Ὄχι παθητικά, ἀλλὰ μὲ καρδιὰ ἀνοιχτή.
Περιμένουμε Ἐκεῖνον ποὺ βαπτίζει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Αὐτὸ σημαίνει ζωὴ ποὺ δὲν διορθώνεται ἀπ’ ἔξω,
ἀλλὰ ἀνακαινίζεται ἀπὸ μέσα.
Σημαίνει φωτιὰ ποὺ καίει τὸ ψεῦδος,
ὄχι τὸν ἄνθρωπο.
Ἀδελφοί μου,
δὲν σᾶς κηρύττω ὡς ἕτοιμος.
Σᾶς μιλῶ ὡς συνοδοιπόρος.
Καὶ ὁμολογῶ:
δὲν εἶμαι καθαρός,
δὲν εἶμαι ταπεινὸς ὅπως θὰ ἤθελα,
δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
Ἀλλὰ περιμένω.
Καὶ αὐτὴ ἡ προσμονὴ εἶναι ἡ ἐλπίδα μου.
Γιατί ξέρω ἕνα πρᾶγμα μόνο:
ὅταν Ἐκεῖνος ἔρθει,
δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει πόσο τέλειοι ἤμασταν,
ἀλλὰ πόσο ἀνοιχτοί.
Καὶ μὲ αὐτὴ τὴν ἐλπίδα,
κηρύττω ὄχι μὲ βεβαιότητα ἀνθρώπινη,
ἀλλὰ μὲ πίστη καρδιᾶς.
Γα. Διάλογος μέ τόν ἑαυτό μου
(Ἀγῶνας καρδιᾶς μπροστὰ στὸ «ἑτοίμασε»)
«Ἑτοίμασε».
Ἡ λέξη αὐτὴ δὲν μὲ ἀφήνει ἥσυχο. Δὲν εἶναι ἐντολὴ ποὺ προξενεῖ θόρυβο, εἶναι κάλεσμα ἐπίμονο. Δὲν μοῦ λέει τί ἀκριβῶς νὰ κάνω∙ μοῦ λέει νὰ σταθῶ. Καὶ ὅσο στέκομαι, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ὅτι ἡ προετοιμασία δὲν ἀφορᾶ τὸν Θεό. Ἀφορᾶ ἐμένα.
Τί πρέπει, λοιπόν, νὰ ἰσιώσει μέσα μου;
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἡ βιασύνη μου.
Ἡ καρδιά μου τρέχει πιὸ γρήγορα ἀπ’ ὅσο ἀντέχει. Θέλω ἀποτελέσματα, ἀπαντήσεις, ἀλλαγὲς ἄμεσες. Θέλω νὰ τελειώνω μὲ ὅ,τι πονᾶ γιὰ νὰ περάσω στὸ ἑπόμενο. Κι ὅμως, ἡ φωνὴ δὲν μοῦ λέει «τρέξε». Μοῦ λέει «ἑτοίμασε». Δηλαδὴ στάσου, καθάρισε, περίμενε. Μήπως χρειάζεται νὰ ἰσιώσει μέσα μου ἡ ἀνυπομονησία ποὺ μεταμφιέζεται σὲ ζῆλο;
Τί ἄλλο χρειάζεται νὰ ἰσιώσει;
Ἡ ἀνάγκη μου νὰ ἔχω δίκιο.
Πόσες φορὲς κρατῶ μέσα μου δρόμους στραβούς, ὄχι γιατί δὲν βλέπω τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ γιατί δὲν θέλω νὰ παραδεχτῶ ὅτι ἔσφαλα. Κρατῶ ἐπιχειρήματα, ἀναμνήσεις, πληγὲς σὰν ἀποδείξεις ἀθωότητας. Κι ὅμως, πῶς θὰ περάσει ὁ Κύριος ἀπὸ μιὰ καρδιὰ γεμάτη «ἐγώ»; Πῶς θὰ βαδίσει πάνω σὲ δρόμους ποὺ ἔχτισα γιὰ νὰ μὲ δικαιώνουν καὶ ὄχι γιὰ νὰ Τὸν ὑποδέχονται;
Πρέπει νὰ ἰσιώσει καὶ ὁ φόβος μου;
Ὁ φόβος ποὺ μὲ κάνει νὰ κρατῶ ἀποστάσεις. Νὰ μὴ δίνω ὅλο μου τὸν ἑαυτό. Νὰ λέω «ὡς ἐδῶ». Φοβᾶμαι τί θὰ ζητήσει ὁ Θεὸς ἂν Τὸν ἀφήσω νὰ περάσει. Φοβᾶμαι μὴν ἀλλάξει πράγματα ποὺ θεωρῶ δεδομένα. Καὶ ὅμως, ὅσο ὁ φόβος μένει, ὁ δρόμος παραμένει στενός. Ὁ Χριστὸς δὲν βιάζεται, ἀλλὰ δὲν στριμώχνεται κιόλας.
Τί ἄλλο βλέπω μέσα μου;
Τὴ συνήθεια.
Ἕναν δρόμο πατημένο, γνώριμο, ποὺ δὲν πονᾶ πιά, ἀλλὰ οὔτε ζωντανεύει. Προσεύχομαι μηχανικά, ἀγαπῶ ἐπιλεκτικά, συγχωρῶ μὲ ὅρους. Ἡ συνήθεια κάνει τὴν καρδιὰ ἐπίπεδη, ἀλλὰ ὄχι εὐθεῖα. Χρειάζεται νὰ συντριβοῦν κάποια μονοπάτια, γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ ἡ ἐπιθυμία.
Πρέπει νὰ ἰσιώσει καὶ ὁ τρόπος ποὺ βλέπω τοὺς ἄλλους;
Γιατί δὲν γίνεται νὰ ἑτοιμάζω ὁδὸ Κυρίου καὶ νὰ κρατῶ μέσα μου κρίση, σκληρότητα, ἀπόρριψη. Δὲν γίνεται νὰ λέω ὅτι περιμένω Ἐκεῖνον ποὺ ἔρχεται, ἀλλὰ νὰ κλείνω τὴν καρδιά μου στὸν ἀδελφὸ ποὺ στέκεται ἤδη μπροστά μου. Ἡ ὁδὸς τοῦ Κυρίου περνᾶ πάντα ἀνάμεσα ἀπὸ ἀνθρώπους.
Καὶ τέλος, πρέπει νὰ ἰσιώσει κάτι πιὸ βαθύ:
ἡ εἰκόνα ποὺ ἔχω γιὰ τὸν ἑαυτό μου.
Ἄλλοτε μὲ βλέπω καλύτερο ἀπ’ ὅ,τι εἶμαι, ἄλλοτε χειρότερο. Καὶ τὰ δύο μὲ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ἀλήθεια. Ἡ προετοιμασία ζητᾶ εἰλικρίνεια. Νὰ σταθῶ ὅπως εἶμαι, χωρὶς στολίδια, χωρὶς αὐτομαστίγωμα. Νὰ πῶ: «Αὐτὸς εἶμαι. Ἂν μπορεῖς, ἔλα».
Καὶ τότε, μέσα σὲ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, καταλαβαίνω κάτι σπουδαῖο:
δὲν μοῦ ζητεῖται νὰ τελειώσω τὸ ἔργο.
Μοῦ ζητεῖται νὰ ἀνοίξω τὸν δρόμο.
Τὸ «ἑτοίμασε» δὲν σημαίνει «γίνε ἅγιος».
Σημαίνει «μὴν κλείνεις τὴν πόρτα».
Καὶ ἔτσι, μὲ φόβο ἀλλὰ καὶ ἐλπίδα,
στέκομαι μπροστὰ στὴ φωνή,
μὲ τὴν καρδιὰ μισοστρωμένη, μισοχαλασμένη,
καὶ ψιθυρίζω:
Κύριε, δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
Ἀλλὰ θέλω νὰ σὲ περιμένω.
Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή.
Γβ. Διάλογος μέ τόν ἑαυτό μου – μὲ ἐρωτήσεις
Τί σημαίνει νὰ ἀρχίζει τὸ Εὐαγγέλιο μέσα μου;
Σημαίνει ὅτι κάτι παλιὸ πρέπει νὰ τελειώσει. Ὄχι ἐξωτερικά, ἀλλὰ βαθιά. Σημαίνει πὼς δὲν μπορῶ νὰ συνεχίσω ὅπως πρίν, ἂν θέλω νὰ ἀκούσω τὴ φωνή Του.
Γιατί ἡ ἀρχὴ γίνεται στὴν ἔρημο καὶ ὄχι στὴν ἀσφάλεια;
Γιατί μόνο στὴν ἔρημο φαίνεται τί κουβαλῶ πραγματικά. Ἐκεῖ δὲν μὲ κρατοῦν οἱ συνήθειες, οὔτε οἱ ρόλοι. Ἐκεῖ μένω ἐγὼ καὶ ἡ ἀλήθεια μου.
Εἶμαι ἕτοιμος νὰ μπῶ στὴν ἔρημο τῆς καρδιᾶς μου;
Ὄχι. Ἀλλὰ ἴσως δὲν μοῦ ζητεῖται ἑτοιμότητα, παρὰ εἰλικρίνεια. Νὰ παραδεχτῶ ὅτι χρειάζομαι δρόμο.
Ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ φωνάζει μέσα μου;
Δὲν εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ μὲ κολακεύει. Εἶναι ἐκείνη ποὺ μὲ καλεῖ νὰ σταματήσω νὰ προσποιοῦμαι. Ἡ φωνὴ ποὺ δὲν λέει «εἶσαι καλός», ἀλλὰ «ἑτοιμάσου».
Τί χρειάζεται νὰ ἑτοιμάσω;
Ὄχι τὸν Θεό. Τὸν χῶρο μέσα μου. Νὰ ἰσιώσω δρόμους ποὺ ἔγιναν στραβοὶ ἀπὸ φόβο, ἀπὸ ἐγωισμό, ἀπὸ πληγὲς ποὺ δὲν θέλω νὰ ἀκουμπήσω.
Ποιοί εἶναι οἱ στραβοὶ δρόμοι μου;
Εἶναι ἡ βιασύνη μου. Ἡ ἀνάγκη μου νὰ ἔχω ἀπαντήσεις. Ἡ ἐπιθυμία μου νὰ ἐλέγχω τὰ πράγματα. Εἶναι οἱ σιωπές μου ποὺ ἔγιναν τοῖχοι καὶ ὄχι προσευχή.
Τί σημαίνει μετάνοια γιὰ μένα σήμερα;
Δὲν εἶναι αὐτοκατηγορία. Εἶναι ἀλλαγὴ πορείας. Νὰ παραδεχτῶ ὅτι ὁ τρόπος ποὺ ζῶ δὲν μὲ ὁδηγεῖ ἐκεῖ ποὺ διψᾶ ἡ καρδιά μου.
Καὶ τὸ νερό; Γιατί νὰ κατέβω στὸ νερό;
Γιατί χρειάζομαι ἀρχή. Γιατί μόνος μου δὲν καθαρίζω. Τὸ νερὸ εἶναι ὁμολογία ὅτι δὲν ἀρκῶ.
Μοῦ ἀρκεῖ τὸ νερό;
Ὄχι. Τὸ νιώθω. Καθαρίζομαι, ἀλλὰ δὲν ζῶ ἀκόμη. Κάτι μέσα μου μένει ἄδειο.
Τί λείπει;
Τὸ Πνεῦμα. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορῶ νὰ δημιουργήσω. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἐλέγχω.
Γιατί δυσκολεύομαι νὰ περιμένω τὸ Πνεῦμα;
Γιατί ἡ ἀναμονὴ μὲ φέρνει ἀντιμέτωπο μὲ τὴν ἀδυναμία μου. Μὲ μαθαίνει νὰ μὴν κρατῶ τὰ νήματα.
Καὶ ἂν τὸ Πνεῦμα ἀλλάξει πράγματα ποὺ φοβᾶμαι;
Τότε ἴσως αὐτὰ τὰ πράγματα χρειάζονται ἀλλαγή. Ἡ ἀλήθεια δὲν χαϊδεύει, ἀλλὰ ἐλευθερώνει.
Ποιός εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται;
Δὲν εἶναι ἰδέα. Δὲν εἶναι συναίσθημα. Εἶναι Πρόσωπο. Εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ βαπτίζει ὄχι ἁπλῶς στὸ νερό, ἀλλὰ στὴ ζωή.
Εἶμαι ἄξιος νὰ Τὸν δεχτῶ;
Ὄχι. Ἀλλὰ δὲν μοῦ ζητεῖται ἀξία. Μοῦ ζητεῖται ἄνοιγμα.
Καὶ ἂν δὲν ἀλλάξω ἀμέσως;
Τότε θὰ συνεχίσω νὰ περιμένω. Τὸ Πνεῦμα δὲν βιάζεται, ἀλλὰ δὲν ἐγκαταλείπει.
Τί μοῦ ζητᾶ τελικὰ ὁ Θεός;
Ὄχι νὰ τελειώσω τὸ ἔργο, ἀλλὰ νὰ μὴν Τοῦ κλείσω τὸν δρόμο.
Καὶ ἂν ἀποτύχω ξανά;
Τότε θὰ ξαναρχίσω. Γιατί τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἀρχή, ὄχι τελειότητα.
Ποῦ στέκομαι τώρα;
Στὴν ἔρημο. Μὲ τὸ νερὸ ἀκόμη πάνω μου. Μὲ τὴ φωνὴ νὰ ἀντηχεῖ. Καὶ μὲ τὴν καρδιὰ ἀνοιχτή.
Καὶ τί λέω στὸ τέλος;
Δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
Ἀλλὰ περιμένω.
Καὶ αὐτὴ ἡ προσμονή
εἶναι ἤδη ζωή.
Δ. Διάλογος μέ τόν Χριστό
(Συνομιλία μὲ τὴ φωνὴ τῆς ἐρήμου καὶ μὲ τὸν Χριστὸ ποὺ ἔρχεται)
Γιατί μὲ ἔφερες ἐδῶ;
Γιατί ἐδῶ δὲν μπορεῖς νὰ κρυφτεῖς. Ἡ ἔρημος δὲν σὲ καταδικάζει, σὲ ἀπογυμνώνει.
Μὰ φοβᾶμαι τὴν ἐρημιά μου.
Μὴν τὴ φοβᾶσαι. Εἶναι ὁ μόνος τόπος ὅπου μπορεῖς νὰ ἀκούσεις ἀληθινά.
Καὶ ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ ἀκούω;
Εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ δὲν σοῦ ὑπόσχεται παρηγοριά, ἀλλὰ ἀλήθεια. Εἶναι ἡ φωνὴ ποὺ προπορεύεται, ὄχι γιὰ νὰ μὲ ἀντικαταστήσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὲ ἀναγγείλει.
Τί μοῦ ζητᾶ αὐτὴ ἡ φωνή;
Νὰ ἑτοιμάσεις δρόμο. Ὄχι γιὰ νὰ μὲ φέρεις, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν μὲ ἐμποδίσεις.
Καὶ πῶς ἑτοιμάζεται ἕνας δρόμος μέσα στὴν καρδιά;
Μὲ εἰλικρίνεια. Μὲ παραδοχή. Μὲ τὸ νὰ σταματήσεις νὰ προσποιεῖσαι ὅτι εἶσαι ἕτοιμος.
Μοῦ μιλᾶς γιὰ μετάνοια. Εἶναι αὐτό;
Εἶναι ἐπιστροφή. Ὄχι στὸ παρελθόν, ἀλλὰ στὴν ἀλήθεια σου.
Καὶ τὸ νερό; Γιατί νὰ μπῶ στὸ νερό;
Γιὰ νὰ ὁμολογήσεις ὅτι δὲν ἀρκεῖσαι. Τὸ νερὸ δὲν σὲ τελειώνει, σὲ ἀρχίζει.
Μὰ νιώθω ὅτι, ἀκόμη κι ἂν καθαριστῶ, κάτι θὰ λείπει.
Γιατί δὲν γεννήθηκες γιὰ νὰ ζήσεις μόνο μὲ καθαρισμό, ἀλλὰ μὲ Πνεῦμα.
Τότε ποιός εἶσαι Ἐσὺ ποὺ πλησιάζεις;
Εἶμαι Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται μετὰ τὴ φωνή. Δὲν φωνάζω γιὰ νὰ φοβίσω. Πλησιάζω γιὰ νὰ κατοικήσω.
Καὶ γιατί δὲν ἔρχεσαι ἀμέσως;
Γιατί ἡ καρδιὰ χρειάζεται χῶρο. Δὲν εἰσβάλλω, προσκαλοῦμαι.
Ἡ φωνὴ λέει ὅτι δὲν εἶναι ἄξια οὔτε νὰ λύσει τὸ λουρὶ τῶν ὑποδημάτων Σου. Γιατί τόση ταπείνωση;
Γιατί μόνο ἡ ταπείνωση ἀναγνωρίζει ποιός εἶμαι χωρὶς νὰ μὲ περιορίζει.
Καὶ ἐγώ; Τί ρόλο ἔχω μέσα σὲ αὐτό;
Νὰ μὴ σταθεῖς ἐμπόδιο. Νὰ μὴν κλείσεις τὴν πόρτα μὲ φόβο ἢ αὐτάρκεια.
Φοβᾶμαι τί θὰ ἀλλάξει ἂν ἔρθεις.
Ὅ,τι δὲν εἶναι ἀγάπη. Καὶ αὐτὸς ὁ φόβος εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀλήθειας σου.
Ἡ φωνὴ μιλᾶ γιὰ ἐμένα ἢ γιὰ Σένα;
Γιὰ Σένα, γιὰ νὰ μπορέσεις νὰ μὲ δεχτεῖς. Γιὰ Ἐμένα, γιὰ νὰ μὴ μὲ μπερδέψεις μὲ τὶς προσδοκίες σου.
Καὶ πότε θὰ σὲ δῶ καθαρά;
Ὅταν πάψεις νὰ μὲ φαντάζεσαι καὶ μὲ ἀφήσεις νὰ εἶμαι.
Θὰ μὲ βαπτίσεις κι ἐμένα;
Ὄχι μόνο στὸ νερό. Θὰ σὲ βαπτίσω στὸ Πνεῦμα. Ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀλλάζουν μόνο πράξεις, ἀλλὰ καρδιές.
Καὶ ἂν δὲν ἀντέξω τὴ φωτιὰ τοῦ Πνεύματος;
Ἡ φωτιά μου δὲν καταστρέφει. Καίει μόνο ὅ,τι σὲ φυλακίζει.
Τί ζητᾶς τελικὰ ἀπὸ μένα;
Νὰ περιμένεις μὲ ἀνοιχτὴ καρδιά. Νὰ μὴ βιαστεῖς νὰ μὲ ὁρίσεις. Νὰ μὴ μὲ κρατήσεις ἔξω.
Καὶ ἂν ἀποτύχω;
Τότε θὰ μὲ βρεῖς πάλι μπροστά σου. Γιατί ἐγὼ ἔρχομαι, ἀκόμη κι ὅταν ἐσὺ διστάζεις.
Καὶ ἔτσι, ἀνάμεσα στὴ φωνὴ ποὺ φωνάζει καὶ στὸν Χριστὸ ποὺ πλησιάζει,
στέκομαι σιωπηλός.
Δὲν ἔχω πιὰ πολλὰ νὰ πῶ.
Μόνο νὰ περιμένω.
Καὶ αὐτὴ ἡ ἀναμονή
εἶναι ἤδη συνάντηση.
Ε. Πνευματικὸς στοχασμός
(Ἡ ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου ὡς ἀρχὴ ζωῆς: νερό, μετάνοια, Πνεῦμα)
«Ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου…».
Ἡ λέξη ἀρχὴ μὲ σταματᾶ. Γιατί δὲν μιλᾶ γιὰ συνέχεια, οὔτε γιὰ ὁλοκλήρωση, ἀλλὰ γιὰ ξεκίνημα. Καὶ ὅσο τὴ συλλογίζομαι, τόσο καταλαβαίνω ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀρχίζει γιὰ νὰ μοῦ πεῖ κάτι καινούργιο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὲ καλέσει νὰ ξαναρχίσω.
Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ δὲν γίνεται σὲ ναό, οὔτε σὲ πόλη. Γίνεται στὴν ἔρημο. Ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ νὰ σὲ στηρίζει ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀλήθεια σου. Καὶ σκέφτομαι: ἴσως κάθε ἀληθινὴ ἀρχὴ στὴ ζωὴ νὰ περνᾶ ἀπὸ μιὰ ἐσωτερικὴ ἔρημο. Ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ σταματοῦν οἱ βεβαιότητες, ποὺ σωπαίνουν οἱ ρόλοι, ποὺ δὲν μπορεῖς πιὰ νὰ προσποιηθεῖς.
Μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἀρχή, πρῶτο ἐμφανίζεται τὸ νερό.
Ὄχι σὰν τέλος, ἀλλὰ σὰν εἴσοδος. Τὸ νερὸ δὲν μὲ κάνει ἄλλον ἄνθρωπο∙ μὲ φέρνει ἀντιμέτωπο μὲ αὐτὸν ποὺ ἤδη εἶμαι. Εἶναι πράξη ἐξομολόγησης, ὄχι ἐπιτυχίας. Κατεβαίνω στὸ νερὸ ὄχι ἐπειδὴ τὰ κατάφερα, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν τὰ κατάφερα μόνος. Καὶ αὐτό, ὅσο κι ἂν πονᾶ, εἶναι ἐλευθερία.
Τὸ νερὸ ξεπλένει, ἀλλὰ δὲν μεταμορφώνει.
Καθαρίζει τὸ παρελθόν, ἀλλὰ δὲν δημιουργεῖ ἀπὸ μόνο του τὸ μέλλον. Γι’ αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιο δὲν μένει στὸ νερό. Μὲ ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια. Καὶ ἐδῶ ὁ στοχασμὸς βαθαίνει.
Μετάνοια δὲν εἶναι νὰ κατηγορῶ τὸν ἑαυτό μου. Εἶναι νὰ ἀλλάζω κατεύθυνση. Νὰ σταματῶ νὰ πορεύομαι ὅπως πάντα, ἐπειδὴ ἔτσι ἔμαθα ἢ ἔτσι βολεύτηκα. Μετάνοια εἶναι νὰ τολμήσω νὰ πῶ: «ὁ δρόμος μου χρειάζεται διόρθωση». Ὄχι ἐπειδὴ εἶμαι κακός, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι ἀκόμη ἀληθινὸς ὅσο θὰ μποροῦσα.
Καὶ συνειδητοποιῶ κάτι δύσκολο:
ἡ μετάνοια δὲν γίνεται μία φορά. Εἶναι στάση ζωῆς. Εἶναι διαρκὴς ἑτοιμασία δρόμου. Κάθε μέρα, κάτι μέσα μου χρειάζεται νὰ ἰσιώσει. Κάθε μέρα, κάτι χρειάζεται νὰ ἀφεθεῖ γιὰ νὰ περάσει ὁ Χριστός. Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κέντρο τῆς ἀρχῆς.
Ὁ Ἰωάννης τὸ λέει καθαρά: «ἐγὼ βάπτισα μὲ νερό, Ἐκεῖνος θὰ βαπτίσει μὲ Πνεῦμα Ἅγιο». Δηλαδή, ὅ,τι δὲν μπορῶ νὰ κάνω ἐγὼ γιὰ τὸν ἑαυτό μου, θὰ τὸ κάνει ὁ Θεός. Ὄχι μὲ ἐξαναγκασμό, ἀλλὰ μὲ δωρεά.
Τὸ Πνεῦμα δὲν ἔρχεται νὰ συμπληρώσει τὶς προσπάθειές μου.
Καὶ ὅμως, οὔτε ἡ μετάνοια εἶναι τὸ τέλος.
Γιατί ἂν μείνω μόνο σὲ αὐτήν, κινδυνεύω νὰ ἐγκλωβιστῶ σὲ ἕναν ἀτέλειωτο ἀγῶνα αὐτοβελτίωσης. Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν μὲ καλεῖ νὰ διορθώσω τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ νὰ δεχτῶ τὸ Πνεῦμα.
Ἔρχεται νὰ γεννήσει κάτι καινούργιο. Νὰ δώσει ζωὴ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει μόνο κόπος. Νὰ ἀνάψει φωτιὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει μόνο καθαρότητα χωρὶς καρδιά.
Καὶ τότε καταλαβαίνω:
ἡ ἀρχὴ τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ζωῆς μου ὅταν πάψω νὰ προσπαθῶ μόνος. Ὅταν δεχτῶ ὅτι τὸ νερὸ εἶναι ἀπαραίτητο, ἡ μετάνοια ἀναγκαία, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα εἶναι αὐτὸ ποὺ δίνει πνοή.
Ἡ ζωὴ δὲν ξεκινᾶ ὅταν γίνω καλύτερος.
Ξεκινᾶ ὅταν γίνω ἀνοιχτός.
Καὶ ἔτσι, μέσα σὲ αὐτὸν τὸν στοχασμό, δὲν καταλήγω σὲ συμπέρασμα, ἀλλὰ σὲ στάση:
θέλω νὰ ζῶ σὰν ἄνθρωπος ποὺ ξαναρχίζει.
Ποὺ κατεβαίνει στὸ νερό.
Ποὺ μετανοεῖ χωρὶς ἀπελπισία.
Ποὺ περιμένει τὸ Πνεῦμα χωρὶς νὰ τὸ ὁρίζει.
Γιατί ἂν κάτι ἔμαθα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀρχή, εἶναι αὐτό:
τὸ Εὐαγγέλιο δὲν τελειώνει.
Κάθε μέρα ἀρχίζει.
Καὶ μέσα σὲ αὐτὴ τὴ βεβαιότητα, σιωπηλὰ ἀλλὰ σταθερά, ὁμολογῶ.
Στ΄. Τελευταῖος λόγος – Ὁμολογία
(Δὲν βαπτίζομαι μόνο μὲ νερό, ἀλλὰ περιμένω τὸ Πνεῦμα)
Ὁμολογῶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἴδιας μου τῆς καρδιᾶς:
δὲν μοῦ ἀρκεῖ πιὰ τὸ νερό.
Δὲν τὸ ἀπορρίπτω. Δὲν τὸ ὑποτιμῶ.
Ξέρω τί σημαίνει νὰ κατεβαίνεις στὸ νερό.
Ξέρω τί σημαίνει νὰ στέκεσαι γυμνὸς μπροστὰ στὴν ἀλήθεια σου,
νὰ ἀφήνεις πίσω σου ὅ,τι σὲ βαραίνει,
νὰ ὁμολογεῖς πὼς δὲν εἶσαι αὐτάρκης.
Τὸ νερὸ μὲ ἔμαθε τὴν ἀρχή.
Ἀλλὰ ὁμολογῶ:
ἂν μείνω μόνο ἐκεῖ, θὰ στεγνώσω.
Γιατί τὸ νερὸ καθαρίζει,
ἀλλὰ δὲν ζωογονεῖ ἀπὸ μόνο του.
Ξεπλένει τὸ παρελθόν,
ἀλλὰ δὲν γεννᾶ τὸ μέλλον.
Καὶ ἐγὼ δὲν γεννήθηκα μόνο γιὰ νὰ ξεπλένομαι ξανὰ καὶ ξανά,
ἀλλὰ γιὰ νὰ ζήσω.
Ὁμολογῶ ὅτι πολλὲς φορὲς μπερδεύω τὴν καθαρότητα μὲ τὴ ζωή.
Νομίζω πὼς ἂν προσέξω ἀρκετά,
ἂν διορθώσω τὰ λάθη μου,
ἂν ἰσιώσω τοὺς δρόμους μου,
θὰ εἶμαι ἕτοιμος.
Κι ὅμως, ἡ καρδιά μου μένει συχνὰ ἄδεια,
κουρασμένη ἀπὸ προσπάθεια,
ἀνήμπορη νὰ ἀγαπήσει βαθιά.
Καὶ τότε θυμᾶμαι τὰ λόγια τοῦ Προδρόμου:
«ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι,
αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ».
Καὶ καταλαβαίνω κάτι ποὺ ἀλλάζει τὰ πάντα:
δὲν μοῦ ζητεῖται νὰ ὁλοκληρώσω ἐγὼ τὸ ἔργο.
Μοῦ ζητεῖται νὰ τὸ περιμένω.
Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἀναμονὴ μὲ δυσκολεύει.
Θέλω ἔλεγχο. Θέλω βεβαιότητες.
Θέλω νὰ ξέρω πότε καὶ πῶς θὰ ἀλλάξω.
Ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα δὲν ἔρχεται μὲ πρόγραμμα.
Ἔρχεται ὡς δωρεά.
Καὶ αὐτὴ ἡ ἀναμονὴ μὲ ταπεινώνει.
Γιατί μὲ φέρνει ἀντιμέτωπο μὲ τὰ ὅριά μου.
Μὲ μαθαίνει νὰ μὴ στηρίζομαι μόνο στὶς δυνάμεις μου.
Μὲ καλεῖ νὰ ἀνοιχτῶ, ὄχι νὰ ἐπιβληθῶ.
Ὁμολογῶ ὅτι περιμένω τὸ Πνεῦμα
ὄχι γιατί εἶμαι ἕτοιμος,
ἀλλὰ γιατί χωρὶς Αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ προχωρήσω ἀληθινά.
Περιμένω Ἐκεῖνον ποὺ δὲν θὰ μὲ κάνει ἁπλῶς καλύτερο,
ἀλλὰ ζωντανό.
Ποὺ δὲν θὰ διορθώσει μόνο τὶς πράξεις μου,
ἀλλὰ θὰ μεταμορφώσει τὴν καρδιά μου.
Ποὺ δὲν θὰ μὲ μάθει ἁπλῶς τί νὰ ἀποφεύγω,
ἀλλὰ πῶς νὰ ἀγαπῶ.
Ὁμολογῶ ὅτι φοβᾶμαι αὐτὴ τὴ φωτιά.
Γιατί ξέρω ὅτι θὰ κάψει ὅ,τι δὲν εἶναι ἀληθινό.
Ἀλλὰ πιὸ πολὺ φοβᾶμαι μιὰ ζωὴ χωρὶς αὐτήν.
Μιὰ ζωὴ καθαρή, ἀλλὰ ἄδεια.
Τακτοποιημένη, ἀλλὰ ἄκαρπη.
Γι’ αὐτὸ στέκομαι στὸ τέλος αὐτῆς τῆς περικοπῆς
ὄχι σὰν ἄνθρωπος ποὺ ἔφτασε,
ἀλλὰ σὰν ἄνθρωπος ποὺ περιμένει.
Δὲν λέω ὅτι βαπτίστηκα καὶ τελείωσα.
Λέω ὅτι βαπτίστηκα γιὰ νὰ ἀρχίσω νὰ περιμένω.
Περιμένω τὸ Πνεῦμα
νὰ κατέβει ἐκεῖ ποὺ δὲν φτάνει τὸ νερό.
Νὰ δώσει πνοὴ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει μόνο προσπάθεια.
Νὰ κάνει καρδιὰ ζωντανή, ὄχι ἁπλῶς καθαρή.
Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὁμολογία μου, ἁπλῆ καὶ γυμνή:
δὲν ἀρκοῦμαι σὲ μιὰ ζωὴ σωστή.
Διψῶ γιὰ ζωὴ ἐν Πνεύματι.
Καὶ ὅσο περιμένω,
δὲν παραιτοῦμαι.
Δὲν ἀπογοητεύομαι.
Δὲν κλείνομαι.
Στέκομαι μὲ τὰ χέρια ἀνοιχτά.
Μὲ τὴν καρδιὰ ἀνοιχτή.
Μὲ τὴν ἐλπίδα ἀνοιχτή.
Γιατί ξέρω ὅτι Ἐκεῖνος ἔρχεται.
Καὶ ὅταν ἔρθει,
δὲν θὰ μᾶς ρωτήσει ἂν ἤμασταν μόνο καθαροί,
ἀλλὰ ἂν Τοῦ ἀφήσαμε χῶρο νὰ μᾶς ζωοποιήσει.
Καὶ μὲ αὐτὴ τὴν προσμονή,
σφραγίζω τὸν λόγο μου καὶ τὴ ζωή μου ὁλόκληρη μὲ μία πίστη.




0 Σχόλια