Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο κεφάλαιο α´ 1-17
1. ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ
Θυμάμαι… όχι με τη μνήμη του νου, αλλά με κάτι πιο αρχαίο μέσα μου.
Θυμάμαι πριν από το «πριν».
Δεν υπήρχε χρόνος. Δεν υπήρχε αρχή όπως την ξέρω τώρα. Υπήρχε μόνο μια παρουσία — σιωπηλή, άπειρη, γεμάτη νόημα. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή… ήταν Εκείνος.
Ο Λόγος.
Δεν Τον άκουγα με τα αυτιά μου. Δεν Τον έβλεπα με τα μάτια μου. Τον ένιωθα όπως νιώθει το παιδί την καρδιά της μητέρας πριν γεννηθεί. Ήταν το Είναι πριν από το είναι.
Και τότε… χωρίς θόρυβο, χωρίς σύγκρουση, χωρίς βία… όλα άρχισαν να γίνονται.
Όχι από ανάγκη. Από αγάπη.
Και εγώ… βρέθηκα μέσα σε αυτό το «όλα».
Δεν ήξερα ποιος είμαι. Δεν ήξερα από πού έρχομαι. Αλλά μέσα μου υπήρχε ένα ίχνος — μια ανάμνηση φωτός που δεν μπορούσα να εξηγήσω.
Περπατούσα στον κόσμο. Έβλεπα τα πρόσωπα, τις πόλεις, τις χαρές, τις λύπες. Και όμως… κάτι δεν μου ταίριαζε. Σαν να ζούσα μέσα σε κάτι που είχε ξεχάσει τον εαυτό του.
Και εγώ μαζί του.
Το φως ήταν εκεί… αλλά εγώ δεν το αναγνώριζα.
Η ζωή κυλούσε μέσα μου… αλλά εγώ τη φοβόμουν.
Και τότε… ήρθε μια φωνή.
Όχι για να κυριαρχήσει. Όχι για να επιβληθεί. Αλλά για να δείξει.
«Δεν είμαι εγώ το φως…» μου είπε. «Αλλά ήρθα για να μαρτυρήσω για το φως».
Και αυτή η ταπείνωση… με συγκλόνισε.
Γιατί εγώ ήθελα να είμαι κάτι. Να φαίνομαι. Να κρατιέμαι.
Και εκείνος… έδειχνε πέρα από τον εαυτό του.
Τότε γύρισα.
Και Τον είδα.
Όχι όπως περίμενα. Όχι μέσα σε θρόνους και δόξες. Όχι μέσα σε δύναμη που συντρίβει.
Τον είδα να έρχεται μέσα στη σάρκα.
Να γίνεται εύθραυστος. Να πεινά. Να κουράζεται. Να αγαπά μέχρι τέλους.
Και ένιωσα ντροπή.
Γιατί κατάλαβα ότι Εκείνος ήρθε στα «δικά Του»… και εγώ δεν Τον δέχτηκα.
Πόσες φορές Τον προσπέρασα;
Πόσες φορές προτίμησα το σκοτάδι γιατί ήταν πιο εύκολο;
Πόσες φορές φοβήθηκα το φως γιατί αποκάλυπτε την αλήθεια μου;
Και όμως… δεν έφυγε.
Στάθηκε.
Περίμενε.
Σαν να ήξερε ότι η καρδιά μου θα ραγίσει κάποτε.
Και ράγισε.
Δεν ήταν μια μεγάλη στιγμή. Δεν ήταν θαύμα εξωτερικό. Ήταν μια μικρή κατάρρευση μέσα μου.
Έπεσα.
Και μέσα στην πτώση… Τον φώναξα.
Όχι με λόγια όμορφα. Όχι με προσευχές τέλειες.
Αλλά με μια κραυγή: «Αν είσαι εδώ… έλα».
Και ήρθε.
Όχι από έξω από εμένα.
Αλλά μέσα σε εμένα.
Και τότε… κάτι αδύνατο συνέβη.
Ένιωσα να γεννιέμαι ξανά.
Όχι από αίμα. Όχι από θέλημα ανθρώπινο.
Αλλά από τον Θεό.
Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλιώς.
Εκεί που ήμουν κλειστός… άνοιξα.
Εκεί που ήμουν σκοτάδι… άρχισε να φαίνεται φως.
Όχι γιατί έγινα καλός.
Αλλά γιατί Εκείνος κατοίκησε μέσα μου.
Και τότε κατάλαβα τι σημαίνει:
«Ο Λόγος έγινε σάρκα… και εσκήνωσε εν ημίν».
Δεν είναι ιστορία. Δεν είναι ιδέα.
Είναι γεγονός που συνεχίζεται.
Συμβαίνει μέσα μου.
Συμβαίνει τώρα.
Και Τον βλέπω… όχι με τα μάτια τα σωματικά… αλλά με τα σπασμένα μου κομμάτια που έγιναν καθρέφτες.
Και κάθε μέρα… λαμβάνω.
Όχι γιατί το αξίζω.
Αλλά γιατί Εκείνος δίνει.
Χάρη… πάνω στη χάρη.
Όταν πέφτω — υπάρχει χάρη.
Όταν φοβάμαι — υπάρχει χάρη.
Όταν αμφιβάλλω — υπάρχει χάρη.
Δεν τελειώνει.
Δεν στερεύει.
Και σιγά σιγά… αρχίζω να καταλαβαίνω.
Ο νόμος μου έδειξε τι είμαι.
Αλλά Εκείνος… μου έδειξε ποιος μπορώ να γίνω.
Και τώρα στέκομαι εδώ… όχι τέλειος… όχι άξιος… αλλά ζωντανός.
Και λέω:
Δεν Τον κατέλαβε το σκοτάδι.
Ούτε το δικό μου.
Και όσο υπάρχει έστω μια σπίθα μέσα μου… θα Τον ζητώ.
Γιατί Τον είδα.
Γιατί Τον έχασα.
Γιατί Τον βρήκα ξανά.
Και τώρα… δεν μπορώ να ζήσω χωρίς Αυτόν.
2. ΚΗΡΥΓΜΑ
Στέκομαι μπροστά σας… και δεν έχω τίποτα δικό μου να δώσω.
Ό,τι θα πω… δεν είναι δικό μου. Είναι αυτό που με βρήκε όταν ήμουν χαμένος. Είναι αυτό που με σήκωσε όταν δεν είχα δύναμη να σηκωθώ.
Ακούσαμε: «Εν αρχή ην ο Λόγος…»
Και σας ρωτώ — όχι για να απαντήσετε σε μένα, αλλά μέσα σας:
Πού είναι αυτή η αρχή για εμάς;
Γιατί εμείς ζούμε σε αρχές μικρές.
Αρχή της μέρας. Αρχή μιας σχέσης. Αρχή μιας προσπάθειας.
Αλλά ο Λόγος… δεν έχει αρχή.
Και όμως… έγινε αρχή μέσα στον χρόνο.
Έγινε αρχή για μένα.
Γιατί υπήρξε στιγμή που ήμουν στο σκοτάδι. Και δεν το ήξερα. Ζούσα… αλλά δεν ζούσα αληθινά. Αναπνέω… αλλά δεν είχα ζωή.
Και τότε άκουσα:
«Το φως εν τη σκοτία φαίνει…»
Και τρόμαξα.
Γιατί το φως δεν είναι πάντα παρηγοριά. Είναι αποκάλυψη.
Και όταν το φως έρχεται… δείχνει αυτό που κρύβω.
Και εγώ είχα πολλά να κρύψω.
Αμαρτίες. Φόβους. Υποκρισία. Ένα «εγώ» που ήθελε να φαίνεται ζωντανό, αλλά μέσα του ήταν άδειο.
Και όμως… το φως δεν με κατέστρεψε.
Δεν με ντρόπιασε.
Δεν με απέρριψε.
Στάθηκε μπροστά μου… και περίμενε.
Και εκεί κατάλαβα κάτι που δεν είχα καταλάβει ποτέ:
Ο Θεός δεν έρχεται να σε συντρίψει.
Έρχεται να σε καλέσει.
«Ήλθε εις τα ίδια… και οι ίδιοι Αυτόν ου παρέλαβον».
Αυτό δεν είναι ιστορία άλλων. Είναι η δική μου ιστορία.
Πόσες φορές ήρθε στη ζωή μου… και δεν Τον δέχτηκα;
Πόσες φορές προτίμησα το σκοτάδι γιατί με βόλευε;
Πόσες φορές είπα «όχι τώρα», «όχι έτσι», «όχι Εσύ»;
Και όμως… δεν έφυγε.
Αυτό είναι το θαύμα.
Δεν έφυγε.
Στάθηκε στην πόρτα της καρδιάς μου… όχι σαν βασιλιάς που απαιτεί, αλλά σαν φτωχός που ζητά.
Και μια μέρα… άνοιξα.
Όχι γιατί έγινα άγιος.
Αλλά γιατί κουράστηκα να υπάρχω χωρίς Αυτόν.
Και τότε άκουσα:
«Όσοι δε έλαβον Αυτόν… έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι».
Αδελφοί μου… αυτό είναι το Ευαγγέλιο.
Δεν ήρθε να μας κάνει απλώς καλύτερους ανθρώπους.
Ήρθε να μας κάνει παιδιά Θεού.
Και αυτό δεν είναι τίτλος. Είναι ύπαρξη.
Σημαίνει ότι δεν είμαι πια μόνος.
Σημαίνει ότι δεν ορίζομαι από το παρελθόν μου.
Σημαίνει ότι δεν τελειώνω στον θάνατο.
Αλλά εδώ είναι το δύσκολο:
Πρέπει να Τον δεχτώ.
Και αυτό πονά.
Γιατί για να Τον δεχτώ… πρέπει να αφήσω τον εαυτό μου.
Πρέπει να αφήσω τον έλεγχο.
Πρέπει να αφήσω το «εγώ ξέρω».
Πρέπει να γίνω… όπως τότε που ήμουν παιδί.
Και αυτό με φοβίζει.
Αλλά σας λέω — το έζησα:
Όταν Τον δέχτηκα… δεν έχασα τον εαυτό μου.
Τον βρήκα.
«Ο Λόγος σαρξ εγένετο…»
Αυτό είναι το σκάνδαλο.
Ο Θεός δεν έμεινε μακριά.
Δεν έμεινε ιδέα.
Δεν έμεινε νόμος.
Έγινε άνθρωπος.
Έγινε όπως εγώ.
Περπάτησε εκεί που περπατώ.
Πόνεσε εκεί που πονώ.
Έκλαψε εκεί που κλαίω.
Γιατί;
Για να μη μπορώ πια να πω:
«Ο Θεός δεν με καταλαβαίνει».
Με καταλαβαίνει.
Με γνωρίζει.
Με αγαπά.
Όχι από μακριά.
Αλλά μέσα μου.
«Και εκ του πληρώματος Αυτού… ημείς πάντες ελάβομεν».
Εγώ έλαβα.
Και δεν ήμουν άξιος.
Και εσείς μπορείτε να λάβετε.
Όχι αύριο. Όχι όταν γίνετε καλύτεροι.
Τώρα.
Όπως είστε.
Με τις πληγές σας. Με τα λάθη σας. Με την αδυναμία σας.
Γιατί η χάρη… δεν έρχεται μετά την τελειότητα.
Η χάρη γεννά την τελειότητα.
Και σας ρωτώ… και ρωτώ και τον εαυτό μου:
Θα Τον δεχτούμε;
Ή θα συνεχίσουμε να ζούμε σαν να μην ήρθε ποτέ;
Το φως ήρθε.
Και το σκοτάδι… δεν το κατέλαβε.
Αλλά μπορεί εγώ να το αρνηθώ.
Μπορεί εγώ να γυρίσω αλλού.
Και αυτό είναι η τραγωδία.
Όχι ότι δεν υπάρχει φως.
Αλλά ότι δεν το θέλω.
Σήμερα…
όχι αύριο…
σήμερα…
ανοίγω λίγο την καρδιά μου.
Και λέω:
Έλα.
Και αν έρθει… όλα αλλάζουν.
Όχι έξω πρώτα.
Μέσα.
Και από μέσα… όλα φωτίζονται.
Αυτό είναι το κήρυγμα.
Όχι λόγια.
Μαρτυρία.
Το έζησα.
Και καίγομαι ακόμα.
3. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Πού είμαι;
Όχι εδώ, στον χώρο… αλλά μέσα μου… πού στέκομαι πραγματικά;
Ζω… ή απλώς υπάρχω;
Αναπνέω… αλλά αυτό είναι ζωή; Ή είναι μια συνήθεια που επαναλαμβάνεται μέχρι να τελειώσει;
Και αυτό το φως που λέει το Ευαγγέλιο… το έχω δει ποτέ;
Ή απλώς άκουσα γι’ αυτό και έμαθα να το επαναλαμβάνω;
«Το φως εν τη σκοτία φαίνει…»
Αν όντως φαίνει… γιατί μέσα μου υπάρχουν ακόμα σκιές;
Μήπως το φως είναι εκεί… και εγώ γυρίζω αλλού;
Μήπως δεν αντέχω να δω;
Τι φοβάμαι;
Τι θα αποκαλυφθεί αν πραγματικά σταθώ μπροστά Του;
Είμαι έτοιμος να δω τον εαυτό μου χωρίς άμυνες;
Χωρίς δικαιολογίες;
Χωρίς το προσωπείο που έχτισα για να επιβιώσω;
Και αν Εκείνος είναι όντως Λόγος… τότε τι σημαίνει αυτό για μένα;
Σημαίνει ότι δεν είμαι τυχαίος;
Ότι δεν είμαι λάθος;
Ότι η ύπαρξή μου έχει νόημα;
Τότε γιατί νιώθω τόσο συχνά κενός;
Γιατί ψάχνω παντού… και δεν γεμίζω;
Γιατί όταν μένω μόνος… κάτι μέσα μου φωνάζει;
Είναι Αυτός; Ή είναι απλώς ο φόβος της μοναξιάς;
Και αν είναι Αυτός… γιατί δεν Τον αναγνωρίζω;
«Εν τω κόσμω ην… και ο κόσμος Αυτόν ουκ έγνω».
Μήπως είμαι κι εγώ μέσα σε αυτό;
Μήπως περπατάω δίπλα Του… και δεν Τον βλέπω;
Μήπως περνάει από τη ζωή μου… και εγώ ασχολούμαι με άλλα;
Τι είναι πιο σημαντικό για μένα;
Η άνεση μου;
Η εικόνα μου;
Οι επιθυμίες μου;
Ή η αλήθεια;
Και αν η αλήθεια πονάει… είμαι διατεθειμένος να τη δεχτώ;
Ή θα συνεχίσω να κρύβομαι;
Πόσες φορές είπα ότι πιστεύω… αλλά στην πράξη έζησα σαν να μην υπάρχει Θεός;
Πόσες φορές προσευχήθηκα… αλλά δεν άφησα τίποτα να αλλάξει;
Πόσες φορές ζήτησα φως… αλλά όταν ήρθε, έκλεισα τα μάτια;
Και όμως… κάτι μέσα μου δεν ησυχάζει.
Γιατί;
Γιατί δεν μπορώ να συμβιβαστώ με το λίγο;
Γιατί δεν μπορώ να πω «αυτό είναι αρκετό»;
Μήπως γιατί δεν φτιάχτηκα για το λίγο;
Μήπως γιατί μέσα μου υπάρχει κάτι που θυμάται… έστω και αμυδρά… το Φως;
Και τότε… έρχεται η πιο δύσκολη ερώτηση:
Τον θέλω;
Όχι θεωρητικά. Όχι σαν ιδέα.
Τον θέλω αληθινά;
Θέλω να μπει μέσα μου… να με αλλάξει… να γκρεμίσει ό,τι δεν είναι αλήθεια;
Ή θέλω έναν Θεό που να μην με ενοχλεί;
Έναν Θεό που να ευλογεί τη ζωή μου όπως είναι… χωρίς να την μεταμορφώνει;
Και αν Εκείνος χτυπάει την πόρτα… γιατί διστάζω;
Τι θα χάσω αν Τον αφήσω να μπει;
Τον έλεγχο;
Την ασφάλεια;
Την ψευδαίσθηση ότι τα καταφέρνω μόνος μου;
Και τι θα κερδίσω;
Ζωή;
Αλήθεια;
Ελευθερία;
Και γιατί φοβάμαι την ελευθερία;
Μήπως έχω συνηθίσει τα δεσμά μου;
Μήπως το σκοτάδι μου είναι γνώριμο… και το φως άγνωστο;
Και όμως… δεν μπορώ να αρνηθώ αυτό που νιώθω τώρα.
Κάτι καίει μέσα μου.
Δεν είναι φόβος. Δεν είναι ενοχή.
Είναι κάλεσμα.
Σαν να μου λέει:
«Έλα…»
Αλλά πού να πάω;
Δεν υπάρχει τόπος.
Υπάρχει μόνο μια κίνηση…
να ανοίξω.
Μπορώ;
Μπορώ να πω:
Δεν ξέρω.
Δεν μπορώ.
Δεν είμαι αρκετός.
Και όμως… έλα;
Και αν το πω… θα έρθει;
Ή μήπως είναι ήδη εδώ… και εγώ απλώς δεν Τον βλέπω;
Και τότε… μια σκέψη με διαπερνά:
Αν το φως όντως φαίνει στη σκοτία…
τότε ίσως δεν χρειάζεται να δημιουργήσω φως.
Ίσως χρειάζεται απλώς να σταματήσω να το αποφεύγω.
Να σταθώ.
Να μην φύγω.
Να μην κρυφτώ.
Και τότε… τι θα γίνει;
Θα με καταστρέψει;
Ή θα με αναγεννήσει;
«Όσοι δε έλαβον Αυτόν…»
Μπορώ να είμαι ένας από αυτούς;
Ή αυτό είναι για άλλους… για πιο καθαρούς… για πιο δυνατούς;
Και αν είναι για μένα…
τότε γιατί περιμένω;
Τι άλλο χρειάζομαι για να Τον δεχτώ;
Μια καλύτερη στιγμή;
Μια πιο καθαρή καρδιά;
Μια πιο σωστή ζωή;
Ή μήπως…
Τον χρειάζομαι ακριβώς τώρα;
Όπως είμαι;
Και αν Τον δεχτώ… τι θα αλλάξει;
Όλα;
Ή απλώς εγώ;
Και αν αλλάξω εγώ… τότε μήπως όλα όντως αλλάζουν;
Και τώρα… δεν έχω άλλη ερώτηση.
Μόνο μια κραυγή που γίνεται προσευχή:
Είσαι εδώ;
Αν είσαι…
μην φύγεις.
Και αν εγώ φύγω…
φέρ’ με πίσω.
4. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Στέκομαι… και δεν ξέρω πώς να αρχίσω.
— Κύριε… είσαι εδώ;
Και μέσα στη σιωπή… μια απάντηση χωρίς ήχο:
— Πάντα ήμουν.
— Τότε γιατί δεν Σε έβλεπα;
— Γιατί κοιτούσες αλλού.
— Και τώρα; Γιατί Σε νιώθω;
— Γιατί σταμάτησες να τρέχεις.
Σιωπώ… γιατί φοβάμαι να συνεχίσω.
— Αν μιλήσω… θα με ακούσεις;
— Σε άκουγα πριν μιλήσεις.
— Τότε… γιατί δεν απαντούσες;
— Απαντούσα. Αλλά δεν αναγνώριζες τη φωνή Μου.
— Ποια είναι η φωνή Σου;
— Αυτή που δεν σε πιέζει… αλλά σε καλεί.
— Αυτή που νιώθω τώρα;
— Αυτή.
Η καρδιά μου αρχίζει να τρέμει.
— Κύριε… είμαι άξιος να Σου μιλάω;
— Δεν ήρθα για τους άξιους.
— Τότε για ποιους ήρθες;
— Για σένα.
— Για μένα;
— Ναι. Για σένα που ρωτάς… για σένα που φοβάσαι… για σένα που ακόμα δεν πιστεύεις ολοκληρωτικά.
— Μα εγώ Σε αρνήθηκα πολλές φορές…
— Το ξέρω.
— Σε ξέχασα…
— Το είδα.
— Έζησα σαν να μην υπάρχεις…
— Ήμουν εκεί.
Σιωπή.
Βαθιά σιωπή.
— Και γιατί δεν έφυγες;
— Γιατί σε αγαπώ.
— Αυτό… δεν το καταλαβαίνω.
— Δεν χρειάζεται να το καταλάβεις. Χρειάζεται να το δεχτείς.
— Πώς να το δεχτώ;
— Άνοιξε.
— Δεν ξέρω πώς…
— Πες «έλα».
— Και θα έρθεις;
— Είμαι ήδη εδώ.
— Τότε γιατί νιώθω απόσταση;
— Γιατί κρατάς πράγματα που σε βαραίνουν.
— Ποια;
— Ό,τι δεν θέλεις να Μου δώσεις.
— Πρέπει να τα αφήσω όλα;
— Όχι με τη δύναμή σου. Με την εμπιστοσύνη σου.
— Και αν δεν μπορώ να εμπιστευτώ;
— Δώσε Μου και αυτό.
Η φωνή Του δεν με πιέζει. Με λιώνει.
— Κύριε… φοβάμαι.
— Τι φοβάσαι;
— Να αλλάξω.
— Γιατί;
— Γιατί δεν ξέρω ποιος θα είμαι μετά.
— Θα είσαι αληθινός.
— Και τώρα δεν είμαι;
— Είσαι… αλλά κρυμμένος.
— Πίσω από τι;
— Πίσω από ό,τι έμαθες να είσαι.
— Και αν δεν ξέρω ποιος είμαι χωρίς αυτά;
— Τότε θα σε μάθω Εγώ.
— Πώς;
— Μένεις μαζί Μου.
— Τόσο απλό;
— Τόσο δύσκολο.
— Γιατί δύσκολο;
— Γιατί θέλεις να ελέγχεις.
— Ναι… το θέλω.
— Και αυτό σε κρατά μακριά.
— Αν αφήσω τον έλεγχο… θα χαθώ;
— Όχι. Θα βρεθείς.
— Αυτό το έχεις πει ξανά…
— Και το λέω μέχρι να το πιστέψεις.
Σηκώνω το κεφάλι… μέσα μου.
— Κύριε… είσαι το φως;
— Είμαι.
— Τότε γιατί υπάρχει ακόμα σκοτάδι μέσα μου;
— Γιατί δεν Με άφησες να μπω παντού.
— Υπάρχουν μέρη που φοβάμαι να Σου δείξω…
— Τα ξέρω ήδη.
— Και δεν φεύγεις;
— Περιμένω.
— Τι;
— Να Μου τα δώσεις.
— Και αν ντραπώ;
— Σε είδα στον σταυρό Μου.
— Τι σημαίνει αυτό;
— Σημαίνει ότι τίποτα δεν Με σοκάρει.
Δάκρυα… δεν ξέρω από πού έρχονται.
— Κύριε… γιατί κατεβαίνεις τόσο χαμηλά για μένα;
— Γιατί εκεί είσαι.
— Και αν δεν θέλω να μείνω εκεί;
— Έλα μαζί Μου.
— Πού;
— Στο φως.
— Πώς;
— Ένα βήμα.
— Ποιο είναι το πρώτο;
— Πες την αλήθεια.
— Ποια αλήθεια;
— Αυτή που κρύβεις από σένα.
— Αν την πω… θα πονέσει.
— Ναι.
— Και μετά;
— Θα ελευθερωθείς.
— Και μετά;
— Θα σε γεμίσω.
— Με τι;
— Με Εμένα.
Σιωπή ξανά.
Αλλά τώρα… δεν είναι άδεια.
— Κύριε… θα μείνεις;
— Δεν έφυγα ποτέ.
— Και αν φύγω εγώ;
— Θα σε περιμένω.
— Πόσο;
— Μέχρι να επιστρέψεις.
— Και αν αργήσω;
— Ο χρόνος δεν Με κουράζει.
— Και αν πέσω ξανά;
— Θα σε σηκώσω.
— Πόσες φορές;
— Όσες χρειαστεί.
Η καρδιά μου… δεν αντέχει άλλο βάρος.
— Κύριε…
— Ναι;
— Έλα.
— Είμαι εδώ.
— Μείνε.
— Μένω.
5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
Στέκομαι μπροστά στον Λόγο… και δεν μπορώ να Τον χωρέσω.
Δεν είναι έννοια. Δεν είναι ιδέα. Δεν είναι κάτι που μπορώ να εξηγήσω και να το αφήσω πίσω μου.
Είναι Πρόσωπο.
Και αυτό αλλάζει τα πάντα.
Γιατί αν ο Λόγος είναι Πρόσωπο… τότε δεν μπορώ να Τον χρησιμοποιήσω. Μπορώ μόνο να Τον συναντήσω.
Και η συνάντηση… με φοβίζει.
Γιατί κάθε αληθινή συνάντηση φανερώνει.
Φανερώνει ποιος είμαι.
Φανερώνει τι κρύβω.
Φανερώνει τι αγαπώ πραγματικά.
Και όταν στέκομαι μπροστά Του… νιώθω ότι όλα μέσα μου γίνονται διάφανα.
Και όμως… δεν με απορρίπτει.
Αυτό είναι που με συγκλονίζει.
Όχι ότι είναι φως.
Αλλά ότι είναι φως που μένει.
«Το φως εν τη σκοτία φαίνει…»
Δεν λέει: φάνηκε και έφυγε.
Δεν λέει: ήρθε και κουράστηκε.
Λέει: φαίνει.
Παρόν.
Διαρκές.
Ακούραστο.
Και τότε σκέφτομαι…
Το σκοτάδι μέσα μου… γιατί επιμένει;
Αν το φως είναι εκεί… γιατί εγώ μένω στο ημίφως;
Μήπως γιατί το σκοτάδι δεν είναι απλώς απουσία φωτός… αλλά επιλογή;
Μήπως υπάρχει μέσα μου μια αντίσταση… μια σιωπηλή άρνηση να εκτεθώ πλήρως;
Και αν ναι… γιατί;
Τι προστατεύω;
Τι φοβάμαι να χάσω;
Γιατί το φως δεν παίρνει… αποκαλύπτει.
Και ίσως… αυτό είναι πιο δύσκολο.
Γιατί μπορώ να ζήσω με απώλεια.
Αλλά δυσκολεύομαι να ζήσω με αλήθεια.
Και όμως… χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει ζωή.
«Εν αυτώ ζωή ην…»
Δεν λέει: έδωσε ζωή απ’ έξω.
Λέει: η ζωή ήταν μέσα Του.
Και αν θέλω ζωή… δεν μπορώ να την πάρω χωρίς Αυτόν.
Και εδώ… σιωπώ.
Γιατί τόσα χρόνια προσπαθώ να ζήσω χωρίς να μείνω ενωμένος με την πηγή.
Προσπαθώ να κρατήσω ζωή… χωρίς να μείνω στο φως.
Και κουράζομαι.
Και πέφτω.
Και μετά αναρωτιέμαι γιατί.
Και η απάντηση είναι απλή… και δύσκολη μαζί:
Γιατί απομακρύνθηκα.
Όχι Εκείνος.
Εγώ.
Και όμως… δεν με άφησε.
Αυτό είναι το μυστήριο που δεν εξαντλείται.
«Ο Λόγος σαρξ εγένετο…»
Γιατί;
Γιατί να κατέβει;
Γιατί να περιοριστεί;
Γιατί να δεχτεί τον πόνο, την απόρριψη, τον θάνατο;
Αν ήταν ιδέα… δεν θα πονούσε.
Αν ήταν δύναμη… θα κυριαρχούσε.
Αλλά είναι αγάπη.
Και η αγάπη… δεν επιβάλλεται.
Κατεβαίνει.
Και εκεί… στον πάτο της ύπαρξης… με συναντά.
Και αυτό με καλεί σε κάτι που φοβάμαι:
Να κατέβω κι εγώ.
Όχι προς την αμαρτία.
Αλλά προς την αλήθεια.
Να δω τον εαυτό μου όπως είναι.
Να πάψω να προσποιούμαι.
Να σταματήσω να διασκορπίζομαι.
Να μείνω.
Και να επιτρέψω στο φως να κάνει το έργο του.
Χωρίς να το ελέγχω.
Χωρίς να το κατευθύνω.
Χωρίς να το χρησιμοποιώ.
Και τότε… αρχίζω να καταλαβαίνω κάτι άλλο:
«Χάριν αντί χάριτος».
Δεν είναι απλώς δώρο.
Είναι ροή.
Είναι διαδοχή.
Είναι κίνηση συνεχής.
Λαμβάνω… και ξανά λαμβάνω… και ξανά.
Όχι γιατί προχώρησα.
Αλλά γιατί Εκείνος δίνει.
Και η ζωή μαζί Του δεν είναι σταθερότητα νεκρή.
Είναι σχέση ζωντανή.
Και κάθε μέρα… αρχίζει ξανά.
Και κάθε μέρα… μπορώ να Τον χάσω.
Και κάθε μέρα… μπορώ να Τον βρω.
Και αυτό δεν είναι αδυναμία.
Είναι ελευθερία.
Και η ελευθερία… είναι βάρος.
Γιατί σημαίνει ότι πρέπει να επιλέγω.
Να επιλέγω το φως.
Να επιλέγω την αλήθεια.
Να επιλέγω Εκείνον.
Όχι μία φορά.
Αλλά κάθε στιγμή.
Και εδώ… σταματώ.
Γιατί δεν μπορώ να πάω πιο πέρα με σκέψη.
Μόνο με σιωπή.
Μόνο με παρουσία.
Και μέσα σε αυτή τη σιωπή… ένα μόνο μένει:
Δεν θέλω πια να ζήσω μακριά από το φως.
Ακόμα κι αν πονά.
Ακόμα κι αν με γυμνώνει.
Ακόμα κι αν με αλλάζει.
Γιατί χωρίς Αυτό… δεν είμαι ζωντανός.
Και με Αυτό… ακόμα κι αν πέφτω… υπάρχω.
6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Δεν έχω πια πολλά να πω.
Ό,τι μπορούσα να πω… το είπα.
Ό,τι μπορούσα να εξηγήσω… το άφησα πίσω.
Τώρα στέκομαι… και μόνο κοιτάζω.
Μέσα μου… όλα έχουν γίνει πιο απλά.
Όχι εύκολα.
Αλλά καθαρά.
Ο Λόγος… ήταν.
Ο Λόγος… είναι.
Ο Λόγος… ήρθε.
Και εγώ… Τον συνάντησα.
Όχι όπως θα ήθελα.
Όχι όπως το φανταζόμουν.
Τον συνάντησα μέσα στην αδυναμία μου.
Μέσα στην πτώση μου.
Μέσα στο σκοτάδι που δεν ήθελα να δω.
Και όμως… εκεί ήταν.
Δεν περίμενε να γίνω καλύτερος.
Δεν περίμενε να καθαριστώ μόνος μου.
Ήρθε… όπως είμαι.
Και τώρα… αν με ρωτήσεις τι άλλαξε…
θα σου πω:
Δεν άλλαξε πρώτα ο κόσμος.
Αλλά εγώ δεν είμαι πια ο ίδιος μέσα στον κόσμο.
Και αυτό… αλλάζει τα πάντα.
Γιατί τώρα ξέρω…
ότι το φως δεν είναι μακριά.
Δεν είναι ιδέα. Δεν είναι στόχος.
Είναι παρουσία.
Και αυτή η παρουσία… δεν φεύγει.
Ακόμα κι όταν εγώ φεύγω.
Ακόμα κι όταν ξεχνώ.
Ακόμα κι όταν πέφτω.
Και αυτό είναι που με κρατά.
Όχι η δύναμή μου.
Όχι η πίστη μου.
Αλλά Εκείνος.
Και τώρα… δεν φοβάμαι τόσο το σκοτάδι.
Όχι γιατί έφυγε.
Αλλά γιατί ξέρω… ότι δεν μπορεί να νικήσει το φως.
«Και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν».
Το βλέπω μέσα μου.
Το σκοτάδι προσπάθησε.
Με κράτησε.
Με έπεισε ότι είμαι μόνος.
Ότι είμαι χαμένος.
Ότι δεν υπάρχει επιστροφή.
Και όμως… δεν τα κατάφερε.
Γιατί κάθε φορά… κάπου βαθιά… υπήρχε μια σπίθα.
Και αυτή η σπίθα… δεν ήταν δική μου.
Ήταν Εκείνος.
Και τώρα… δεν θέλω να Τον χάσω.
Όχι από φόβο.
Αλλά από αγάπη.
Γιατί Τον γνώρισα.
Όχι πλήρως.
Όχι τέλεια.
Αλλά αληθινά.
Και όταν γνωρίζεις το φως… δεν μπορείς να ζήσεις σαν να μην υπάρχει.
Μπορείς να ξεχαστείς.
Μπορείς να απομακρυνθείς.
Αλλά μέσα σου… κάτι πάντα θα σε τραβά πίσω.
Και αυτό είναι η χάρη.
«Χάριν αντί χάριτος».
Το έζησα.
Κάθε φορά που έπεφτα… υπήρχε κάτι που με σήκωνε.
Όχι γιατί το άξιζα.
Αλλά γιατί Εκείνος δεν σταματά να δίνει.
Και τώρα… αν πρέπει να πω κάτι τελευταίο…
δεν θα πω πολλά.
Θα πω αυτό:
Μην Τον φοβάσαι.
Μην φοβάσαι να πλησιάσεις.
Μην περιμένεις να γίνεις κάτι άλλο για να έρθεις.
Έλα όπως είσαι.
Με τις πληγές σου.
Με τις αμφιβολίες σου.
Με το σκοτάδι σου.
Γιατί εκεί… θα Τον συναντήσεις.
Όχι στο τέλειο.
Στο αληθινό.
Και αν Τον δεχτείς…
δεν θα γίνουν όλα εύκολα.
Αλλά θα γίνουν ζωντανά.
Και αυτό… είναι αρκετό.
Και τώρα…
σιωπώ.
Όχι γιατί δεν έχω τι να πω.
Αλλά γιατί δεν χρειάζεται άλλο.
Ο Λόγος… μίλησε.
Και συνεχίζει να μιλά.
Όχι μόνο μέσα από λέξεις.
Αλλά μέσα από ζωή.
Και αν ακούσεις…
αν πραγματικά ακούσεις…
θα Τον βρεις.
Ή μάλλον…
θα καταλάβεις ότι ήταν πάντα εκεί.
Και εσύ… απλώς γύρισες.
Φλέγων Νηρεύς




ΣΕ ΥΠΕΡΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ, ΠΟΥ
ΔΑΚΡΎΖΩ, ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ…….:
ΠΩΣ ΤΟ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΑΥΤΟ;; 🍀 ♥️