
Ανέβαινα κι εγώ, μαζί με Εκείνον. Δεν ήμουν ανάμεσα στους Δώδεκα, μα το βήμα μου το οδηγούσε η φλόγα της αγάπης. Η οδός ανηφορική, σκονισμένη, γεμάτη σιωπή. Ο Διδάσκαλος προπορευόταν. Δεν έστρεφε το βλέμμα Του πίσω, μα κάθε βήμα Του ήταν πρόσκληση. Προχωρούσαμε προς την Ιερουσαλήμ. Κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ένιωθα πως κάτι μεγάλο ετοιμαζόταν, κάτι φοβερό κι όμως λυτρωτικό.
Και τότε, σταμάτησε. Μάζεψε κοντά Του τους αγαπημένους Του μαθητές. Τους κοίταξε με βλέμμα τρυφερό, σχεδόν μελαγχολικό, και άρχισε να τους μιλάει για το Πάθος Του. Για τη σταύρωση, για τον χλευασμό, για τον θάνατο και την Ανάσταση. Ο λόγος Του ήταν σαν φωτιά και βάλσαμο μαζί. Τον άκουγα σαν παιδί που κρατά στα χέρια του ένα μυστικό πολύτιμο.
Κι ενώ μιλούσε για τον πόνο, τον θάνατο και την ταπείνωση, δυο μαθητές Του, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, Τον πλησίασαν. «Διδάσκαλε, θέλουμε να μας κάνεις μια χάρη. Όταν έρθεις στη δόξα Σου, βάλε μας να καθίσουμε δίπλα Σου. Ο ένας δεξιά και ο άλλος αριστερά.» Δεν άκουσαν την καρδιά Του, δεν πρόσεξαν τα λόγια Του. Έβλεπαν μόνο τη δόξα, όχι τον Σταυρό. Ήθελαν τιμή, όχι σταύρωση. Ήθελαν τον θρόνο, όχι την θυσία.
Και Εκείνος, με απέραντη υπομονή, τους απάντησε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που θα πιω εγώ; Μπορείτε να βαπτιστείτε με το βάπτισμα του πόνου που θα λάβω εγώ;» Εκείνοι είπαν: «Μπορούμε.» Και πάλι δεν καταλάβαιναν. Αλλά Εκείνος δεν τους απέρριψε. Τους προετοίμασε. Γιατί ήξερε πως κάποτε, όταν το Πάθος Του θα είχε τελειώσει, όταν η Ανάσταση θα είχε νικήσει τον θάνατο, θα καταλάβαιναν. Και τότε θα γίνονταν αληθινοί μάρτυρες.
Οι υπόλοιποι μαθητές αγανάκτησαν. Ζήλεψαν. Θύμωσαν. Κι Εκείνος, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, τους μάζεψε όλους και τους είπε: «Ξέρετε πώς λειτουργεί ο κόσμος: οι άρχοντες κυριαρχούν, οι ισχυροί καταδυναστεύουν. Αλλά εσείς δεν θα είστε έτσι. Όποιος θέλει να είναι πρώτος, ας γίνει τελευταίος. Όποιος θέλει να είναι μεγάλος, ας γίνει υπηρέτης όλων. Γιατί και ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί, αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή Του λύτρο για πολλούς.»
Έσκυψα τότε το κεφάλι μου. Δεν μπόρεσα να Του ζητήσω τίποτα. Δεν ήθελα τίποτα πια για μένα. Μονάχα να Τον ακολουθώ. Να Τον υπηρετώ. Να πίνω κι εγώ από το ποτήρι Του. Να βαπτίζομαι κι εγώ στο ίδιο βάπτισμα. Κι ας μην καθίσω ποτέ δεξιά Του. Μου έφτανε να Τον βλέπω να περπατά μπροστά. Να Τον ακολουθώ στον δρόμο της θυσίας. Στο μονοπάτι της αγάπης. Στην ανηφόρα του Σταυρού. Και στην ανατολή της Ανάστασης.
2. Κήρυγμα
«Δεν ήρθε να διακονηθεί, αλλά να διακονήσει»
(Κατά Μάρκον 10:32-45)
Αδελφοί μου,
σήμερα ο λόγος του Κυρίου μάς φέρνει μπροστά στο βάθος της θυσίας Του. Δεν ακούμε απλώς μια προφητεία του Πάθους· ακούμε τον ίδιο τον Χριστό να προπορεύεται προς τα Ιεροσόλυμα, γνωρίζοντας τι Τον περιμένει – τον εμπαιγμό, τα μαστιγώματα, τον σταυρό, και όμως, να πορεύεται. Δεν κρύβεται. Δεν διαμαρτύρεται. Δεν διαπραγματεύεται. Πηγαίνει μπροστά. Και αυτοί που Τον ακολουθούν «θαμβούνται» και «φοβούνται». Γιατί; Γιατί βλέπουν έναν άνθρωπο να περπατάει προς τον θάνατο σαν να πηγαίνει σε γιορτή.
Και μέσα σε αυτή την ιερή πορεία, τι κάνει ο άνθρωπος; Οι μαθητές Του, οι Ιάκωβος και Ιωάννης, Του ζητούν δόξα. Θέλουν να καθίσουν δεξιά κι αριστερά Του. Θέλουν τιμή, αναγνώριση, θέση. Ζητούν ουρανό – χωρίς σταυρό. Ζητούν βασιλεία – χωρίς θυσία. Κι εκείνος τους κοιτάζει με αγάπη και λέει: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που εγώ πίνω;» – το ποτήρι της πίκρας, της εγκατάλειψης, του αίματος. «Μπορούμε», λένε. Κι Εκείνος τους απαντά: «Θα το πιείτε… αλλά η δόξα δεν χαρίζεται. Δίνεται σε αυτούς για τους οποίους έχει ετοιμαστεί.»
Βλέπετε, αδελφοί, πόσο εύκολα η καρδιά μας γλιστράει από το σταυρό στη δόξα; Από τη διακονία στην προβολή; Θέλουμε να κάνουμε το καλό, αλλά να φανεί. Θέλουμε να βοηθήσουμε, αλλά να το ξέρουν. Και όμως, ο Κύριος ήρθε «όχι για να Τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει». Να γίνει δούλος όλων. Να πλύνει πόδια. Να ακουμπήσει λεπρούς. Να σταυρωθεί γυμνός, ατιμασμένος, για να λυτρώσει πολλούς.
Αυτή είναι η πορεία του μαθητή Του. Όποιος θέλει να είναι πρώτος, πρέπει να γίνει τελευταίος. Όποιος θέλει να είναι μέγας, πρέπει να γίνει υπηρέτης. Όχι στα λόγια, αλλά στα γόνατα. Όχι στις ιδέες, αλλά στην πράξη. Η διακονία δεν είναι πράξη γενναιοδωρίας. Είναι πράξη υπακοής. Είναι το να δίνεις χωρίς να φαίνεσαι. Το να αγαπάς χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα. Το να μένεις, όταν όλοι φεύγουν. Το να σιωπάς, όταν όλα μέσα σου θέλουν να φωνάξουν.
Αυτή είναι η δόξα του Χριστού: το Πάθος Του. Η ήττα Του για τα μάτια του κόσμου. Αλλά για τα μάτια του Ουρανού – η νίκη Του. Η Ανάσταση ήρθε γιατί πρώτα ήρθε ο Γολγοθάς. Το φως ανέτειλε επειδή πρώτα απλώθηκε σκοτάδι.
Αδελφέ μου, αδελφή μου,
όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν ζητάς από τον Θεό, θυμήσου: μην ζητάς να καθίσεις στη δόξα Του, αν δεν είσαι έτοιμος να βαδίσεις στο Πάθος Του. Μην ζητάς να φανείς, αν δεν είσαι πρόθυμος να σβήσεις για χάρη κάποιου άλλου. Θέλεις να είσαι του Χριστού; Γίνε υπηρέτης. Όχι με πίκρα, αλλά με χαρά. Όχι για να σε δουν, αλλά γιατί έτσι Τον ακολουθείς.
Αυτό είναι το κάλεσμα σήμερα. Να πεις: «Ναι, Κύριε. Θέλω να πιω το ποτήρι Σου. Θέλω να γίνω δούλος, όχι επειδή είμαι λίγος, αλλά επειδή Εσύ το έκανες πρώτος. Θέλω να πάρω τον δρόμο Σου. Κι ας με πάει στον Σταυρό. Γιατί ξέρω: μετά τον Σταυρό, έρχεται η Ανάσταση».
Αμήν.
3. Εσωτερικός Μονόλογος με Ερωτήσεις
Γιατί, Κύριε, με συγκλονίζει τόσο η πορεία Σου προς τα Ιεροσόλυμα; Γιατί νιώθω κάθε βήμα Σου σαν να περνά από μέσα μου; Εσύ προπορεύεσαι, και εγώ μένω πίσω, έκπληκτος, φοβισμένος, όπως οι μαθητές Σου τότε. Μα εσύ δεν διστάζεις, δεν αλλάζεις δρόμο. Πώς αντέχεις να πηγαίνεις προς τον σταυρό τόσο ελεύθερα; Τόσο ήρεμα;
Ξέρεις τι σε περιμένει, και παρ’ όλα αυτά προχωράς. Εγώ, αν ήξερα ότι με περιμένει πόνος, θα έφευγα. Θα έβρισκα μια δικαιολογία, θα έλεγα «δεν είναι η ώρα ακόμα», ή «δεν είμαι έτοιμος». Εσύ όμως πηγαίνεις μπροστά. Και πηγαίνεις με αγάπη.
Μα εγώ, Κύριε, τι ζητάω στη ζωή μου; Θέλω δόξα, ασφάλεια, αναγνώριση. Θέλω να με βλέπουν, να με θαυμάζουν, να μου λένε «μπράβο». Μήπως είμαι σαν τους υιούς του Ζεβεδαίου, που ενώ Εσύ μιλούσες για τον σταυρό, αυτοί ζητούσαν θέσεις δίπλα στη δόξα Σου; Μήπως κι εγώ, χωρίς να το καταλαβαίνω, ζητάω τιμές από Εσένα, ενώ δεν είμαι πρόθυμος να πάρω τον δρόμο του πάθους;
Όταν με ρωτάς «Μπορείς να πιεις το ποτήρι που εγώ πίνω;», τι να σου απαντήσω; Μπορώ, αλήθεια; Μπορώ να σηκώσω πόνο χωρίς να γογγύζω; Να με χλευάσουν και να μην αντιδράσω; Να με παρεξηγήσουν και να αγαπήσω διπλά; Να με προδώσουν και να μείνω πιστός; Πόσο δύσκολο είναι, Κύριε. Μα εσύ λες ότι είναι ο μόνος δρόμος προς τη δόξα Σου. Όχι η δόξα των ανθρώπων – η δόξα Σου. Η δόξα που περνά μέσα από τη διακονία.
Θέλω να Σε ακολουθήσω, Κύριε. Αλλά πώς γίνεται να γίνω δούλος, όταν μέσα μου ακόμα κρύβεται η επιθυμία να είμαι πρώτος; Πώς να μάθω να υπηρετώ χωρίς να περιμένω τίποτα; Πώς να αγαπώ όταν δεν αγαπιέμαι; Πώς να δίνω όταν δεν έχω τίποτα; Πώς να σιωπώ όταν όλοι φωνάζουν; Πώς να προχωράω όταν όλα μέσα μου λένε να σταματήσω;
Κι όμως, Εσύ εκεί. Μπροστά. Προπορεύεσαι. Δεν ζητάς από μένα κάτι που δεν έκανες πρώτα Εσύ. Έγινες δούλος. Έγινες λυτρωτής με το αίμα Σου. Δεν κράτησες τίποτα για Σένα. Ούτε μια στιγμή δικής Σου άνεσης. Ούτε έναν φίλο που δεν σε εγκατέλειψε. Ούτε μια ανάσα που να μην ήταν προσφορά.
Άραγε, Κύριε, θα με δεχτείς, έτσι αδύναμος όπως είμαι, να Σε ακολουθήσω; Θα μου δώσεις το θάρρος να πω «ναι», όχι μονάχα στα λόγια, αλλά με έργα και με αίμα, αν χρειαστεί; Θα μου δώσεις το ποτήρι Σου, όχι για να το θαυμάσω, αλλά για να το πιω; Κι όταν έρθει η ώρα να διαλέξω: τον δρόμο της θυσίας ή τον δρόμο της άνεσης – θα είσαι εκεί να με κρατήσεις από το χέρι;
Κύριε, κάνε την καρδιά μου μαλακή σαν χώμα. Δίδαξέ με να χαίρομαι όταν υπηρετώ. Να μην φοβάμαι τη θλίψη. Να σε ακολουθώ χωρίς όρους. Να πάψω να ρωτάω «τι θα πάρω;» και να αρχίσω να λέω «τι μπορώ να δώσω;».
Γιατί, Κύριε μου, αν Εσύ δεν ήρθες να διακονηθείς αλλά να διακονήσεις, τότε και εγώ, που θέλω να Σου μοιάσω, γιατί να ζητάω κάτι άλλο;
Μείνε μαζί μου, Χριστέ μου. Για να μη διστάσω, για να μη φύγω, για να μη Σε χάσω.
4. Πνευματικός Διάλογος
— Κύριε, ποιος δρόμος είναι αυτός που παίρνεις;
— Είναι ο δρόμος προς τα Ιεροσόλυμα. Εκεί όπου η αγάπη γίνεται θυσία.
— Μα γιατί πας εκεί, αφού σε περιμένει σταυρός;
— Γιατί χωρίς τον σταυρό, δεν υπάρχει Ανάσταση. Χωρίς τη θυσία, δεν υπάρχει σωτηρία.
— Κι εμένα; Πού με θέλεις σε αυτόν τον δρόμο;
— Μαζί Μου. Όχι πίσω Μου από φόβο. Δίπλα Μου, από αγάπη.
— Κι αν δεν μπορώ να αντέξω;
— Θα σε κρατήσω. Δε χρειάζεται να τα κάνεις όλα μόνος σου. Αρκεί να με αγαπάς και να μην φύγεις.
— Κύριε, φοβάμαι. Φοβάμαι τον πόνο, την απόρριψη, την αδυναμία.
— Κι εγώ φοβήθηκα στη Γεθσημανή. Μα έμεινα. Και σου δείχνω πως να μείνεις κι εσύ.
— Εγώ όμως, ζητώ δόξες, θέσεις, ασφάλεια. Είμαι σαν τους γιους του Ζεβεδαίου.
— Δεν τους απέρριψα. Τους αγάπησα. Μα τους δίδαξα: η δόξα δεν είναι να κάθεσαι στα δεξιά Μου, αλλά να σηκώνεις τον σταυρό.
— Κύριε, τι σημαίνει να πιω το ποτήρι Σου;
— Σημαίνει να πονέσεις για την αγάπη. Να διακονήσεις όταν όλοι απαιτούν. Να σιωπάς όταν σε κατηγορούν. Να συγχωρείς όταν σε πληγώνουν.
— Και τι θα μείνει για μένα στο τέλος;
— Εγώ. Θα μείνω Εγώ. Κι αυτό είναι αρκετό για την ψυχή σου.
— Μα Κύριε, νιώθω αδύναμος. Πώς να γίνω υπηρέτης, όταν όλος ο κόσμος κυνηγά να γίνει πρώτος;
— Ο πρώτος στη Βασιλεία είναι αυτός που διακονεί. Όχι με εξουσία, αλλά με πλύσιμο ποδιών. Όχι με σκήπτρο, αλλά με πετσέτα.
— Κι αν με χλευάσουν; Αν πουν πως είμαι ανόητος που ζω έτσι;
— Είπαν το ίδιο για Μένα. Και συνεχίζουν. Εσύ, μόνο αγάπα. Κι άσε τη δικαίωση σε Μένα.
— Δείξε μου, Κύριε, πώς να γίνω διάκονος.
— Ξεκίνα από τον διπλανό σου. Δες τον ως εμένα. Νίψε του τα πόδια με την καλοσύνη σου. Φώτισε το σκοτάδι του με την υπομονή σου.
— Κύριε, θα μείνεις μαζί μου μέχρι το τέλος;
— Εγώ είμαι ο Εμμανουήλ – ο Θεός μαζί σας. Όχι μόνο στο φως. Και στη νύχτα σου, και στον φόβο, και στη μοναξιά.
— Θέλω να ζήσω για Σένα.
— Τότε πέθανε για σένα. Πέθανε για τον παλιό άνθρωπο. Και ζήσε τον νέο, τον σταυρωμένο και αναστημένο.
— Κύριε, δίδαξέ με να σε ακολουθώ.
— Παιδί μου, δεν θέλω να Με ακολουθείς μόνο. Θέλω να Με αγαπάς. Από την αγάπη γεννιέται η αληθινή ακολούθηση.
— Και η αγάπη πώς γεννιέται, Κύριε;
— Μέσα στον πόνο που γίνεται προσφορά. Στη σιωπή που γίνεται προσευχή. Στην καρδιά που σπάζει και χύνει μύρο.
— Σε ευχαριστώ, Κύριε. Δεν φοβάμαι πια.
— Δεν είσαι μόνος. Το ποτήρι που θα πιεις, το πίνουμε μαζί.
5. Πνευματικός Στοχασμός
Ανεβαίναμε προς τα Ιεροσόλυμα… κι Εκείνος προπορευόταν. Αυτός που ήξερε τι Τον περίμενε. Αυτός που γνώριζε τον σταυρό, το φτύσιμο, το μαστίγιο, την εγκατάλειψη. Κι όμως βάδιζε μπροστά. Με πρόσωπο στραμμένο προς το πάθος Του, όχι από υποχρέωση, αλλά από αγάπη. Από απόλυτη ελευθερία. Από φλόγα που έκαιγε για να σωθώ εγώ.
Κι εγώ, που Τον ακολουθώ φοβισμένος, Τον βλέπω και σκέφτομαι: ποιος είναι άξιος να βαδίσει πίσω Του; Όχι μόνο στα λόγια, αλλά στα αλήθεια. Όχι μόνο Κυριακές στην εκκλησία, αλλά και Δευτέρες στην ταπείνωση. Όχι μόνο στις ύμνους, αλλά και στην καθημερινή προσφορά.
Ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι υιοί του Ζεβεδαίου, Του ζήτησαν θέσεις δόξας. Κι εγώ… πόσες φορές του ζητώ κάτι παρόμοιο; Όχι με τα ίδια λόγια, αλλά με την ίδια καρδιά. «Θέλω να είμαι δικός Σου, Κύριε» λέω. Αλλά θέλω και να με δοξάσουν οι άνθρωποι. Θέλω να με αναγνωρίζουν. Θέλω να με αγαπούν, να με χειροκροτούν. Ζητώ Σταυρό, αλλά χωρίς πόνο. Ζητώ ανάσταση, χωρίς ταφή.
Ο Κύριος δεν τους μαλώνει. Δεν τους απορρίπτει. Τους ρωτά: «Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που εγώ πίνω;» Κι αυτοί απαντούν «Μπορούμε». Ίσως δεν καταλάβαιναν τότε τι έλεγαν. Αλλά η καρδιά τους ήταν εκεί. Ήθελαν να είναι μαζί Του, και τελικά έγιναν. Ήπιαν το ποτήρι Του. Ο ένας μαρτύρησε, ο άλλος εξορίστηκε.
Αυτό είναι το ποτήρι του Χριστού. Δεν είναι χρυσό. Είναι πικρό. Αλλά μέσα του έχει αγάπη, θυσία, προσφορά, λύτρωση. Είναι ποτήρι ζωής. Όχι για να πεθάνεις και να τελειώσεις, αλλά για να αναστηθείς.
Ο Χριστός με καλεί να γίνω υπηρέτης. Όχι γιατί αξίζω λιγότερο, αλλά γιατί εκεί κρύβεται η δόξα Του. Στον τελευταίο, όχι στον πρώτο. Στον σταυρωμένο, όχι στον θριαμβευτή. Στον γονατιστό που πλένει τα πόδια των άλλων. Κι όχι σε εκείνον που δίνει διαταγές.
«Ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήλθε να υπηρετηθεί, αλλά να υπηρετήσει». Αυτή η φράση με γονατίζει. Ο Θεός που έγινε άνθρωπος, όχι για να ανέβει στον θρόνο, αλλά για να κατέβει στο δάκρυ μου. Για να σηκώσει την αμαρτία μου. Για να λυτρώσει όχι τους τέλειους, αλλά τους πληγωμένους. Κι εμένα.
Αν θέλω να Τον ακολουθήσω, πρέπει να γίνω σαν Εκείνον. Και αν δεν ξέρω πώς, αρκεί να ζητώ την χάρη Του. Να ζω με την επιθυμία να αγαπώ, να προσφέρω, να υπηρετώ. Να κάνω χώρο στην καρδιά μου όχι για τιμές, αλλά για τους ελαχίστους. Γιατί Εκείνος κατοικεί στους ελαχίστους.
Στοχάζομαι: τι έχει αξία τελικά; Όχι οι θέσεις και τα μπράβο. Όχι οι τίτλοι και οι αποδοχές. Μόνο Εκείνος. Και Εκείνος υπηρετεί. Σκύβει. Δίνει. Γίνεται λύτρο.
Κι εγώ, που κάποτε ζητούσα δόξα, τώρα ζητώ το ποτήρι Του. Όχι γιατί είμαι δυνατός. Αλλά γιατί Εκείνος είναι μαζί μου. Και μόνο τότε μπορώ να βαδίσω προς τα Ιεροσόλυμα χωρίς φόβο. Με την φλόγα της αγάπης Του στο στήθος. Με τα μάτια στην Ανάσταση.
6. Τελευταίος Λόγος
Κι αν είναι να φύγω από τη ζωή τούτη, αν είναι να τελειώσει το ταξίδι μου στη γη, ας μείνω με μια μόνο λέξη στα χείλη: «Δόξα Σοι, Κύριε». Για όλα. Για τον δρόμο, για τον κόπο, για το φως και το σκοτάδι. Για τον Σταυρό και για την Ανάσταση.
Τώρα ξέρω, δεν ζητάω θέσεις στα δεξιά Σου. Δεν ζητώ δόξες, τιμές, θρόνους. Ζητώ μόνο να είμαι εκεί όπου Εσύ βρίσκεσαι. Αν είσαι στο πάθος, να είμαι δίπλα Σου. Αν είσαι στη σιωπή, να σωπαίνω κι εγώ. Αν είσαι στην ταπείνωση, να σκύψω μαζί Σου.
Θυμάμαι τον δρόμο προς τα Ιεροσόλυμα. Εκεί περπάτησες πρώτος, Κύριε, όχι ως βασιλιάς, αλλά ως υπηρέτης. Κι εγώ; Τόσες φορές θέλησα να είμαι πρώτος… Τώρα μόνο να σκύβω θέλω. Να γίνομαι αόρατος, για να φαίνεσαι Εσύ.
Δεν έχω τίποτα δικό μου να Σου προσφέρω. Όλα είναι δώρα Σου. Αν σπούδασα, είναι γιατί Εσύ μου άνοιξες την οδό. Αν βοήθησα, είναι γιατί Εσύ μου έδωσες τα χέρια. Αν αγάπησα, είναι γιατί Εσύ πρώτος με αγάπησες.
Η καρδιά μου φλέγεται να Σε υπηρετήσω μέχρι τέλους. Όχι για να με θυμούνται οι άνθρωποι, αλλά για να Σε δοξάζουν. Όχι για να με ευγνωμονούν, αλλά για να Σε αναγνωρίσουν μέσα από μένα. Κι αν δεν καταφέρω να γίνω μεγάλος, να είμαι μικρός, αλλά πιστός. Δικός Σου.
Σε τούτο τον τελευταίο λόγο, αφήνω όλα τα δικά μου πίσω. Δεν κρατώ παρά μόνο την πίστη. Την πίστη πως Εσύ είσαι ο Αρχηγός και Τελειωτής της ζωής μου. Η Ανάσα, το Φως, η Ελπίδα. Κι αν ήπια λίγες σταγόνες από το ποτήρι Σου, το θεωρώ τιμή και ευλογία.
Δέξου, Κύριε, το είναι μου. Κάν’ το δοχείο καθαρό, γεμάτο αγάπη. Κι αν μπορώ να είμαι κάτι στον κόσμο αυτό, ας είμαι μια σκιά που οδηγεί στο Φως. Μια προσευχή που αναδύεται σιωπηλά προς Εσένα. Ένας υπηρέτης.
Ό,τι καλό υπήρξε, ήταν δικό Σου. Ό,τι άγγιξε καρδιές, ήταν χάρη Σου. Κι ό,τι απέτυχα να γίνω, το παραδίδω με μετάνοια. Όχι με λύπη, αλλά με εμπιστοσύνη. Ξέρω πως και τις αποτυχίες τις μετατρέπεις σε ευλογία.
Και τώρα, στον ύστερο λόγο της ψυχής μου, δεν ζητώ τίποτα άλλο παρά να μείνεις κοντά μου. Στον τελευταίο μου σταθμό, να είσαι Εσύ η παρηγοριά. Κι όταν έρθει η ώρα, να μου πεις κι εμένα όπως είπες στον ληστή: «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο».
Ό,τι έδωσα στον πλησίον, το έδωσα σε Σένα. Ό,τι προσέφερα, ήταν αγάπη για τον Θεό που έγινε Άνθρωπος. Κι αυτός ο Θεός ήταν ο Λόγος, κι έγινε Σώμα, κι έζησε ανάμεσά μας.
Αν πρέπει να αφήσω κάποιον λόγο πίσω μου, ας είναι αυτός:
Αγάπα. Πίστευε. Υπηρέτησε. Και μην πάψεις ποτέ να ελπίζεις. Ο Υιός του Ανθρώπου είναι ακόμη εδώ. Και σκύβει μπροστά σου, όπως τότε. Για να σε λούσει με αγάπη. Για να σε λυτρώσει. Για να σε οδηγήσει στην αιώνια ζωή.
Κι εγώ, η μικρή Του φλόγα, θα μείνω κοντά Του μέχρι τέλους.
Δόξα Σοι, Κύριε. Δόξα Σοι.
Φλέγων Νηρεύς

Τα λόγια είναι πολύ φτωχά για να εκφράσω αυτό που
αισθάνεται η ΚΑΡΔΙΑ μου για αυτό το κείμενο
(Ευαγγελική περικοπή) κ.λπ. Μόνο αυτό. ♥️ ❗❗ ❗
(Προς Φλέγων Νηρεύς)
Κάθε φορά στην πτώση μου είναι το ελατήριο αυτό το κήρυγμα. Δόξα τω Θεώ.
Απλώς υπέροχο. Το διαβάζω και νιώθω ότι ακριβώς αυτά θα ήθελα να πω κι εγώ.