Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή Α΄ Ματθαίου, 07/06/2026

Ιούν 3, 2026 | Ανακοινώσεις, Φλέγων Νηρεύς

Των Αγίων Πάντων 
Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30 
 
32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. 27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29καὶ πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.
 

1. ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς ξεκίνησε το ταξίδι.

Θυμάμαι μόνο έναν δρόμο.

Έναν ατέλειωτο δρόμο που περνούσε μέσα από ερήμους, πόλεις, τάφους, παιδικές αναμνήσεις και χαμένες προσευχές.

Περπατούσα μόνος.

Στην αρχή νόμιζα πως ήξερα πού πήγαινα.

Κρατούσα στα χέρια μου πράγματα που αγαπούσα. Ονόματα. Πρόσωπα. Όνειρα. Μικρές βεβαιότητες που μου έδιναν την ψευδαίσθηση ότι είχα σπίτι.

Και τότε, σε μια στροφή του δρόμου, Τον συνάντησα.

Δεν μίλησε αμέσως.

Στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε.

Δεν υπήρχε κατηγορία στα μάτια Του.

Μόνο αλήθεια.

Και η αλήθεια είναι πάντοτε πιο τρομακτική από την καταδίκη.

«Με αγαπάς;»

Αυτή ήταν η πρώτη πληγή.

Όχι η δεύτερη.

Όχι η τρίτη.

Η πρώτη.

Γιατί μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευα ότι αγαπούσα τον Θεό.

Αλλά όταν άκουσα την ερώτηση κατάλαβα ότι αγαπούσα χιλιάδες άλλα πράγματα περισσότερο.

Αγαπούσα την ασφάλεια.

Αγαπούσα τη γνώμη των ανθρώπων.

Αγαπούσα τις βεβαιότητές μου.

Αγαπούσα ακόμη και τη θλίψη μου.

Κι Εκείνος στεκόταν εκεί περιμένοντας.

Δεν μου ζήτησε να Τον ακολουθήσω.

Μου ζήτησε να απαντήσω.

Και τότε είδα πίσω Του ένα λόφο.

Στην κορυφή υπήρχε ένας σταυρός.

Όχι ο δικός Του.

Ο δικός μου.

Έμεινα ακίνητος.

Ήθελα να Τον ακολουθήσω.

Αλλά δεν ήθελα τον σταυρό.

Ήθελα την ανάσταση χωρίς τη Γεθσημανή.

Ήθελα τη δόξα χωρίς την πληγή.

Ήθελα τον Χριστό χωρίς την απώλεια.

Κι όμως ο δρόμος περνούσε αναγκαστικά από εκεί.

Κοίταξα πίσω μου.

Εκεί βρισκόταν η παλιά μου ζωή.

Το σπίτι μου.

Οι αναμνήσεις μου.

Οι άνθρωποι που αγαπούσα.

Οι φωνές που με φώναζαν πίσω.

«Μείνε.»

«Μη φύγεις.»

«Μην αλλάξεις.»

«Μην προχωρήσεις.»

Κάθε φωνή ήταν αληθινή.

Κάθε φωνή ήταν αγαπημένη.

Κάθε φωνή τραβούσε ένα κομμάτι της καρδιάς μου.

Κι όμως, πάνω από όλες τις φωνές άκουσα τη δική Του.

Δεν φώναζε.

Δεν πίεζε.

Απλώς με καλούσε.

Και τότε κατάλαβα κάτι που δεν είχα καταλάβει ποτέ.

Ο Χριστός δεν ζητά να μισήσω όσους αγαπώ.

Ζητά να Τον αγαπήσω τόσο βαθιά ώστε μέσα από Εκείνον να αγαπήσω τα πάντα σωστά.

Για πρώτη φορά άφησα κάτω τα φορτία μου.

Ένα ένα.

Σαν να πέφτουν αλυσίδες.

Σαν να ξεριζώνεται το δέρμα από το σώμα.

Πονούσε.

Πονούσε πραγματικά.

Γιατί κάθε προσκόλληση φεύγει μαζί με αίμα.

Και τότε πήρα τον σταυρό.

Δεν ήταν ξύλο.

Ήταν η αλήθεια μου.

Ήταν οι φόβοι μου.

Ήταν οι αποτυχίες μου.

Ήταν η μοναξιά μου.

Ήταν όλα όσα δεν ήθελα να δω.

Τα σήκωσα.

Και άρχισα να περπατώ.

Όσο προχωρούσα, ο δρόμος γέμιζε ανθρώπους.

Άλλοι κρατούσαν σταυρούς μεγαλύτερους από τον δικό μου.

Άλλοι μικρότερους.

Άλλοι αιμορραγούσαν.

Άλλοι έκλαιγαν.

Άλλοι τραγουδούσαν.

Κανείς δεν ήταν μόνος.

Και τότε κατάλαβα ποιοι ήταν.

Ήταν οι Άγιοι.

Όχι οι τέλειοι.

Όχι οι άτρωτοι.

Οι πιστοί.

Οι άνθρωποι που κάποτε φοβήθηκαν αλλά συνέχισαν.

Οι άνθρωποι που κάποτε έπεσαν αλλά σηκώθηκαν.

Οι άνθρωποι που κάποτε έκλαψαν αλλά δεν αρνήθηκαν τον Κύριο.

Περπατούσαν μπροστά μου σαν ποτάμι φωτός.

Και καθώς πλησιάζαμε στην κορυφή, ο ουρανός άρχισε να ανοίγει.

Τότε άκουσα τη φωνή Του.

«Όποιος με ομολογήσει ενώπιον των ανθρώπων, θα τον ομολογήσω κι Εγώ ενώπιον του Πατέρα μου.»

Τα λόγια αυτά δεν ακούστηκαν σαν υπόσχεση.

Ακούστηκαν σαν η πιο ευλογημένη υπόσχεση.

Σαν επιστροφή.

Σαν η στιγμή που ένας εξόριστος ακούει επιτέλους το όνομά του.

Και τότε κατάλαβα.

Τίποτα δεν χάνεται.

Καμία θυσία.

Κανένα δάκρυ.

Καμία πληγή.

Καμία εγκατάλειψη για χάρη Του.

Όλα φυλάσσονται.

Όλα θυμούνται.

Όλα μεταμορφώνονται.

Κι όταν φτάσαμε στην κορυφή, δεν είδα θρόνους από χρυσάφι.

Είδα πρόσωπα.

Άνθρωποι που αγάπησαν μέχρι τέλους.

Άνθρωποι που κράτησαν τη φλόγα αναμμένη μέσα στη νύχτα.

Άνθρωποι που προτίμησαν τον Χριστό από τον εαυτό τους.

Και ανάμεσά τους στεκόταν Εκείνος.

Ο Βασιλιάς.

Ο Εσταυρωμένος.

Ο Αναστημένος.

Και καθώς έπεσα στα γόνατα, κατάλαβα πως όλο το ταξίδι είχε έναν μόνο σκοπό:

να χάσω ό,τι δεν μπορούσε να μπει στην αιωνιότητα,

για να βρω Εκείνον που δεν μπορεί ποτέ να χαθεί.

Και τότε η καρδιά μου ψιθύρισε:

«Κύριε, δεν άφησα τα πάντα για να Σε ακολουθήσω.

Άφησα τα πάντα γιατί μόνο Εσύ έμεινες όταν όλα τα άλλα περνούσαν.»

Και μέσα στο φως της Βασιλείας, για πρώτη φορά, κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι πραγματικά ελεύθερος.

2. ΚΗΡΥΓΜΑ

Στέκομαι σήμερα μπροστά στον λόγο του Χριστού και νιώθω να τρέμω.

Δεν τρέμω επειδή δεν τον καταλαβαίνω.

Τρέμω επειδή τον καταλαβαίνω.

«Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω κι Εγώ μπροστά στον Πατέρα μου».

Αυτό το άκουσα πολλές φορές στη ζωή μου.

Αλλά σήμερα δεν το ακούω σαν ένα όμορφο εδάφιο.

Το ακούω σαν ερώτηση.

Με ομολογείς;

Όχι μέσα στον ναό.

Όχι όταν όλοι συμφωνούν.

Όχι όταν είναι εύκολο.

Με ομολογείς όταν κινδυνεύει η εικόνα σου;

Με ομολογείς όταν χάνεις ανθρώπους;

Με ομολογείς όταν πληρώνεις το τίμημα;

Και εκεί η καρδιά μου σωπαίνει.

Γιατί βλέπω πόσες φορές θέλησα να ανήκω περισσότερο στον κόσμο παρά στον Χριστό.

Πόσες φορές φοβήθηκα την απόρριψη.

Πόσες φορές φοβήθηκα το βλέμμα των άλλων.

Πόσες φορές έκρυψα τη φωτιά για να μην ενοχλήσω το σκοτάδι.

Και όμως οι Άγιοι που τιμούμε σήμερα δεν έγιναν Άγιοι επειδή ήταν δυνατότεροι από εμάς.

Έγιναν Άγιοι επειδή όταν ήρθε η ώρα της απόφασης προτίμησαν να χάσουν τα πάντα παρά να χάσουν τον Χριστό.

Αυτό είναι που με συντρίβει.

Δεν είχαν λιγότερο πόνο.

Είχαν περισσότερο.

Δεν είχαν λιγότερους πειρασμούς.

Είχαν περισσότερους.

Δεν αγαπούσαν λιγότερο τους ανθρώπους τους.

Τους αγαπούσαν βαθιά.

Αλλά αγάπησαν τον Χριστό περισσότερο.

Και τότε έρχεται ο λόγος που πληγώνει βαθύτερα από όλους.

«Όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα περισσότερο από Εμένα δεν είναι άξιός μου».

Κάποτε νόμιζα ότι αυτό είναι σκληρό.

Σήμερα καταλαβαίνω κάτι διαφορετικό.

Ο Χριστός δεν ζητά να αγαπήσω λιγότερο.

Ζητά να αγαπήσω σωστά.

Γιατί όταν τοποθετώ έναν άνθρωπο στη θέση του Θεού, αργά ή γρήγορα θα τον συντρίψω με τις προσδοκίες μου.

Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος που ανήκει μόνο στον Θεό.

Κανένας.

Ούτε πατέρας.

Ούτε μητέρα.

Ούτε σύζυγος.

Ούτε παιδί.

Ούτε φίλος.

Ούτε πνευματικός.

Ούτε αδελφός.

Μόνο ο Χριστός.

Και όταν Εκείνος γίνει το κέντρο, τότε αγαπώ όλους τους άλλους καθαρότερα.

Τότε η αγάπη παύει να είναι ιδιοκτησία.

Γίνεται προσφορά.

Γίνεται σταυρός.

Και ακριβώς εκεί φτάνω στο επόμενο σημείο της περικοπής.

«Όποιος δεν παίρνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί δεν είναι άξιός μου».

Δεν υπάρχει μαθητεία χωρίς σταυρό.

Αυτό είναι το μεγάλο σκάνδαλο της εποχής μας.

Θέλουμε έναν Χριστό που παρηγορεί αλλά όχι έναν Χριστό που σταυρώνει.

Θέλουμε ανάσταση χωρίς Γολγοθά.

Δόξα χωρίς πληγές.

Φως χωρίς μετάνοια.

Αλλά ο Χριστός δεν εξαπατά κανέναν.

Δεν υπόσχεται εύκολο δρόμο.

Υπόσχεται αληθινό δρόμο.

Και ο αληθινός δρόμος περνά πάντοτε μέσα από τον σταυρό.

Ο δικός μου σταυρός δεν είναι ξύλο.

Είναι ο εγωισμός μου.

Είναι οι φόβοι μου.

Είναι οι επιθυμίες που δεν θέλω να σταυρωθούν.

Είναι η ανάγκη μου να ελέγχω τα πάντα.

Είναι η άρνησή μου να εμπιστευθώ τον Θεό.

Κάθε μέρα καλούμαι να σηκώσω αυτόν τον σταυρό.

Κάθε μέρα.

Όχι μία φορά.

Κάθε μέρα.

Και τότε εμφανίζεται ο Πέτρος.

Ο αγαπημένος, παρορμητικός Πέτρος.

«Κύριε, εμείς αφήσαμε τα πάντα και Σε ακολουθήσαμε. Τι θα γίνει με εμάς;»

Πόσο ανθρώπινη ερώτηση.

Πόσο δική μου.

Πόσες φορές κι εγώ δεν στάθηκα μπροστά στον Θεό και δεν είπα:

Κύριε, αγωνίστηκα.

Έκλαψα.

Περίμενα.

Προσευχήθηκα.

Και τώρα;

Τι θα γίνει;

Και η απάντηση του Χριστού δεν είναι οικονομική.

Δεν είναι γήινη.

Δεν είναι λογιστική.

Δεν λέει ότι όποιος Τον ακολουθεί θα κερδίσει επιτυχία.

Λέει κάτι ασύγκριτα μεγαλύτερο.

Ότι τίποτα από όσα προσφέρονται για το όνομά Του δεν χάνεται.

Τίποτα.

Ούτε ένα δάκρυ.

Ούτε μία θυσία.

Ούτε μία μοναχική νύχτα.

Ούτε μία προσευχή που ειπώθηκε μέσα σε σκοτάδι.

Όλα φυλάσσονται στην καρδιά του Θεού.

Όλα.

Και τότε ακούγεται η τελευταία φράση.

«Πολλοί πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και πολλοί τελευταίοι πρώτοι».

Αυτή είναι η ελπίδα μου.

Γιατί γνωρίζω πόσο μικρός είμαι.

Πόσο αδύναμος.

Πόσο φτωχός πνευματικά.

Αλλά η Βασιλεία δεν λειτουργεί με τα μέτρα του κόσμου.

Ο Θεός βλέπει εκεί που κανείς άλλος δεν κοιτάζει.

Βλέπει τη χήρα.

Βλέπει τον άγνωστο.

Βλέπει τον κουρασμένο.

Βλέπει τον πληγωμένο.

Βλέπει τον άνθρωπο που έπεσε εκατό φορές αλλά σηκώθηκε εκατόν μία.

Και ίσως εκείνος που ο κόσμος θεωρεί τελευταίο να είναι ο πρώτος στα μάτια του Θεού.

Γι’ αυτό σήμερα, στην Κυριακή των Αγίων Πάντων, δεν κοιτώ μόνο τους Αγίους.

Κοιτώ τον Χριστό που τους έκανε Αγίους.

Και γονατίζω.

Όχι επειδή είμαι άξιος.

Αλλά επειδή Εκείνος είναι ελεήμων.

Και η προσευχή μου γίνεται μία μόνο φράση:

«Κύριε, όταν έρθει η ώρα της δοκιμασίας, δώσε μου τη χάρη να μη Σε αρνηθώ. Δώσε μου τη δύναμη να σηκώσω τον σταυρό μου. Και όταν όλα τελειώσουν, θυμήσου το όνομά μου όπως υποσχέθηκες στους δικούς Σου. Αμήν.»

3. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Κάθομαι μόνος μέσα στη νύχτα και κρατώ ανοιχτό το Ευαγγέλιο.

Τα λόγια είναι μπροστά μου.

«Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους…»

Και ξαφνικά δεν διαβάζω εγώ το κείμενο.

Το κείμενο διαβάζει εμένα.

Πότε Σε ομολόγησα πραγματικά, Κύριε;

Πότε στάθηκα μπροστά στον κόσμο και είπα χωρίς φόβο ότι Εσύ είσαι η ζωή μου;

Και πότε σώπασα;

Πόσες φορές έκρυψα το όνομά Σου για να προστατεύσω το δικό μου;

Πόσες φορές φοβήθηκα περισσότερο την απόρριψη των ανθρώπων παρά τη λύπη της δικής Σου καρδιάς;

Πόσες φορές αντάλλαξα την αλήθεια με την αποδοχή;

Και τότε νιώθω μια σιωπή να γεμίζει το δωμάτιο.

Δεν είναι σιωπή απουσίας.

Είναι σιωπή παρουσίας.

Σαν κάποιος να στέκεται δίπλα μου και να περιμένει.

Δεν με κατηγορεί.

Δεν με συντρίβει.

Μόνο περιμένει.

Και η αναμονή Του πονά περισσότερο από κάθε έλεγχο.

Με αγαπάς πραγματικά;

Ή αγαπάς μόνο τα δώρα μου;

Με ακολουθείς;

Ή ακολουθείς την εικόνα που έφτιαξες για Μένα;

Και τότε κατεβάζω το βλέμμα.

Γιατί ξέρω.

Ξέρω πόσο εύκολα η καρδιά μου μοιράζεται.

Ξέρω πόσο εύκολα διεκδικούν τον θρόνο της πράγματα μικρά.

Η γνώμη των άλλων.

Η ανάγκη να αρέσω.

Η ανάγκη να δικαιωθώ.

Η ανάγκη να νικήσω.

Η ανάγκη να μη χάσω τίποτα.

Και τότε ακούω πάλι:

«Όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα περισσότερο από Εμένα δεν είναι άξιός μου».

Κύριε, τι σημαίνει αυτό;

Πώς να Σε αγαπήσω περισσότερο από όσους αγαπώ;

Πώς να Σε βάλω πάνω από τη μητέρα που έκλαψε για μένα;

Πάνω από τον πατέρα που αγωνίστηκε για μένα;

Πάνω από τους ανθρώπους που έγιναν το σπίτι μου;

Και τότε γεννιέται μέσα μου μια άλλη ερώτηση.

Μήπως ποτέ δεν μου ζήτησες να αγαπήσω λιγότερο;

Μήπως μου ζητάς να αγαπήσω βαθύτερα;

Μήπως μόνο όταν Εσύ είσαι πρώτος μπορώ να αγαπήσω αληθινά τους άλλους;

Μήπως κάθε άλλη αγάπη, όταν γίνεται απόλυτη, μετατρέπεται τελικά σε είδωλο;

Μήπως αυτό φοβάσαι για μένα;

Μήπως γνωρίζεις πόσο εύκολα η καρδιά μου θεοποιεί ό,τι αγαπά;

Και καθώς σκέφτομαι, η ψυχή μου αρχίζει να πονά.

Γιατί ξαφνικά βλέπω πόσα είδωλα έχω κρύψει μέσα μου.

Πόσα πράγματα έχω στεφανώσει βασιλιάδες ενώ δεν είναι.

Πόσα πρόσωπα φόρτωσα με προσδοκίες που μόνο ο Θεός μπορεί να σηκώσει.

Και τότε έρχεται η επόμενη λέξη.

Σταυρός.

Πάντοτε ο σταυρός.

Γιατί δεν με αφήνεις να τον προσπεράσω, Κύριε;

Γιατί δεν μου δίνεις έναν ευκολότερο δρόμο;

Γιατί κάθε αληθινή συνάντηση μαζί Σου περνά από μια πληγή;

Γιατί κάθε φορά που Σε πλησιάζω, κάτι μέσα μου πρέπει να πεθάνει;

Τι είναι τελικά ο σταυρός μου;

Είναι οι αποτυχίες μου;

Είναι οι φόβοι μου;

Είναι οι απώλειές μου;

Είναι οι άνθρωποι που έφυγαν;

Είναι οι νύχτες που δεν παίρνω απάντηση;

Ή μήπως ο σταυρός μου είναι ο ίδιος μου ο εαυτός;

Μήπως κουβαλώ μέσα μου τον άνθρωπο που αντιστέκεται σε Σένα;

Μήπως αυτός είναι ο πραγματικός Γολγοθάς;

Και αν είναι έτσι, έχω άραγε το θάρρος να συνεχίσω;

Ή θέλω μόνο να λέγομαι μαθητής χωρίς να περπατώ τον δρόμο των μαθητών;

Και τότε ακούω τον Πέτρο.

Τον νιώθω κοντά μου.

Σχεδόν σαν να κάθεται δίπλα μου.

«Εμείς αφήσαμε τα πάντα. Τι θα γίνει με εμάς;»

Πόσο δικός μου είναι αυτός ο λόγος.

Πόσες φορές δεν το ψιθύρισα κι εγώ;

Κύριε, είδες τις προσευχές μου;

Είδες τα δάκρυά μου;

Είδες τις φορές που έμεινα όρθιος ενώ ήθελα να φύγω;

Είδες τις φορές που πάλεψα να πιστέψω;

Είδες τις νύχτες που φώναζα και δεν άκουγα κάποια απάντηση;

Είδες;

Ή μήπως χάθηκαν όλα;

Και τότε γεννιέται μέσα μου ο μεγαλύτερος φόβος.

Κι αν στο τέλος δεν τα κατάφερα;

Κι αν αποδειχθώ λιγότερος από όσο πίστευα;

Κι αν η πίστη μου είναι μικρή;

Κι αν η αγάπη μου είναι αδύναμη;

Κι αν Σε προδώσω την ώρα της δοκιμασίας;

Κι αν έρθει η στιγμή της ομολογίας και εγώ σιωπήσω;

Κι αν έρθει η ώρα του σταυρού και εγώ φύγω;

Κι αν δεν είμαι σαν τους Αγίους;

Κι αν δεν γίνω ποτέ;

Και τότε, μέσα σε όλες αυτές τις ερωτήσεις, έρχεται μια άλλη.

Η πιο ήσυχη.

Η πιο τρυφερή.

Η πιο φοβερή.

Δεν ακούγεται σαν βροντή.

Ακούγεται σαν ψίθυρος.

Μήπως η σωτηρία δεν εξαρτάται από τη δύναμή μου;

Μήπως εξαρτάται από τη δική Σου αγάπη;

Μήπως οι Άγιοι δεν σώθηκαν επειδή ήταν ήρωες;

Μήπως σώθηκαν επειδή δεν έφυγαν από κοντά Σου;

Μήπως το μυστικό δεν είναι να μην πέσω ποτέ;

Μήπως το μυστικό είναι να επιστρέφω πάντα;

Και τότε η καρδιά μου σπάει.

Όχι από φόβο.

Από ανακούφιση.

Γιατί καταλαβαίνω ότι στο τέλος όλων των ερωτήσεων υπάρχει μόνο μία.

Μία που περιμένει απάντηση κάθε μέρα της ζωής μου.

Όχι αν είμαι άξιος.

Όχι αν είμαι δυνατός.

Όχι αν είμαι άγιος.

Αλλά:

«Με αγαπάς;»

Και εγώ, με όλη τη φτώχεια μου, με όλες τις πληγές μου, με όλες τις αποτυχίες μου, γονατίζω μέσα στη νύχτα και ψιθυρίζω:

«Κύριε, Εσύ γνωρίζεις τα πάντα.

Γνωρίζεις πόσο αδύναμος είμαι.

Γνωρίζεις πόσο συχνά πέφτω.

Γνωρίζεις πόσο συχνά φοβάμαι.

Αλλά γνωρίζεις και αυτό:

Ότι, παρά τα πάντα, η ψυχή μου δεν θέλει να φύγει από κοντά Σου.»

Και μέσα στη σιωπή, για μια στιγμή, νιώθω πως αυτό αρκεί για να συνεχίσω τον δρόμο προς τον σταυρό και προς την Ανάσταση. 

 

4. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

«Κύριε, φοβάμαι.»

«Τι φοβάσαι, παιδί μου;»

«Φοβάμαι μήπως έρθει η ώρα και δεν Σε ομολογήσω.»

«Με αγαπάς;»

«Ναι, Κύριε. Ή τουλάχιστον θέλω να Σε αγαπώ.»

«Τότε γιατί φοβάσαι;»

«Γιατί γνωρίζω τον εαυτό μου. Γνωρίζω πόσο εύκολα λυγίζω. Πόσο εύκολα επηρεάζομαι από τους ανθρώπους. Πόσο εύκολα ζητώ την αποδοχή τους.»

«Και πιστεύεις ότι οι Άγιοι δεν γνώριζαν τον φόβο;»

«Νόμιζα πως ήταν διαφορετικοί από εμένα.»

«Όχι. Ήταν άνθρωποι όπως εσύ.»

«Τότε γιατί άντεξαν;»

«Γιατί με αγάπησαν περισσότερο από τον φόβο τους.»

Σιωπώ.

Τα λόγια Του μπαίνουν βαθιά μέσα μου.

Και ύστερα σηκώνω ξανά το βλέμμα.

«Κύριε, γιατί ζητάς τόσα πολλά;»

«Τι εννοείς;»

«Γιατί λες ότι όποιος αγαπά πατέρα ή μητέρα περισσότερο από Εσένα δεν είναι άξιός Σου; Γιατί ζητάς την πρώτη θέση στην καρδιά μου;»

Ο Χριστός δεν απαντά αμέσως.

Και η σιωπή Του μοιάζει με βαθιά γαλάζια θάλασσα.

Ύστερα ακούω τη φωνή Του.

«Ποιος σου έδωσε τον πατέρα σου;»

«Εσύ.»

«Ποιος σου έδωσε τη μητέρα σου;»

«Εσύ.»

«Ποιος σου έδωσε κάθε άνθρωπο που αγάπησες;»

«Εσύ, Κύριε.»

«Τότε γιατί φοβάσαι ότι θα σου μάθω να αγαπάς λιγότερο;»

Και εκεί η καρδιά μου σπάει.

Γιατί καταλαβαίνω.

Δεν ζητά να μικρύνει η αγάπη μου.

Ζητά να θεραπευτεί.

Ζητά να καθαριστεί.

Ζητά να επιστρέψει στην πηγή της.

«Κύριε, πολλές φορές έκανα ανθρώπους θεούς.»

«Το γνωρίζω.»

«Περίμενα από αυτούς να γεμίσουν το κενό που μόνο Εσύ μπορείς να γεμίσεις.»

«Το γνωρίζω.»

«Και όταν δεν τα κατάφερναν, πληγωνόμουν.»

«Το γνωρίζω.»

«Και όταν έφευγαν, διαλυόμουν.»

«Το γνωρίζω.»

«Και όταν με απογοήτευαν, σκοτείνιαζα.»

«Το γνωρίζω.»

«Γιατί;»

«Γιατί ζητούσες από πλάσματα να γίνουν ο Δημιουργός.»

Τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα.

Γιατί ξέρω πως είναι αλήθεια.

Πόσες φορές δεν ζήτησα από ανθρώπους να σώσουν την ψυχή μου.

Πόσες φορές δεν απαίτησα από θνητούς να μου δώσουν αιωνιότητα.

Πόσες φορές δεν αγκιστρώθηκα πάνω τους σαν να ήταν το τελευταίο μου καταφύγιο.

Και τότε ακούω ξανά:

«Εγώ δεν σου ζητώ να αγαπάς λιγότερο. Σου ζητώ να αγαπάς μέσα από Εμένα.»

Σκύβω το κεφάλι.

Και ύστερα ψιθυρίζω:

«Κύριε, τότε γιατί υπάρχει ο σταυρός;»

«Γιατί χωρίς αυτόν δεν θα γινόσουν ελεύθερος.»

«Μα πονάει.»

«Το γνωρίζω.»

«Μερικές φορές νιώθω ότι δεν αντέχω.»

«Το γνωρίζω.»

«Μερικές φορές θέλω να φύγω.»

«Το γνωρίζω.»

«Μερικές φορές κουράζομαι να παλεύω.»

«Το γνωρίζω.»

«Τότε γιατί δεν τον παίρνεις από πάνω μου;»

Για λίγη ώρα δεν ακούγεται τίποτα.

Και μετά έρχεται η απάντηση.

«Επειδή πρώτα τον σήκωσα Εγώ.»

Η καρδιά μου σταματά.

Όχι από φόβο.

Από δέος.

Γιατί ξαφνικά θυμάμαι.

Τη Γεθσημανή.

Τον ιδρώτα σαν αίμα.

Τη μοναξιά.

Τη σιωπή των μαθητών.

Τον Γολγοθά.

«Κύριε… Εσύ γνώρισες όλον αυτόν τον πόνο;»

«Περισσότερο από όσο μπορείς να καταλάβεις.»

«Και γιατί δεν έφυγες;»

«Γιατί σε αγαπώ.»

Δεν έχω άλλη απάντηση.

Μόνο δάκρυα.

Και μέσα στη σιωπή ακούω τον εαυτό μου να ρωτά κάτι ακόμη.

«Κύριε, ο Πέτρος ρώτησε τι θα λάβουν όσοι άφησαν τα πάντα για Σένα. Κι εγώ το έχω αναρωτηθεί πολλές φορές. Τι μένει όταν χάνονται όλα;»

Ο Χριστός χαμογελά.

Όχι όπως χαμογελούν οι άνθρωποι.

Αλλά όπως ανατέλλει ο ήλιος.

«Ποιος σου είπε ότι χάνεται ό,τι δίνεται σε Μένα;»

«Μα εγώ βλέπω απώλειες.»

«Εγώ βλέπω σπόρους.»

«Εγώ βλέπω τάφους.»

«Εγώ βλέπω αναστάσεις.»

«Εγώ βλέπω δάκρυα.»

«Εγώ βλέπω μαργαριτάρια.»

«Εγώ βλέπω τέλος.»

«Εγώ βλέπω αρχή.»

Και τότε η ψυχή μου αρχίζει να καταλαβαίνει.

Όχι πλήρως.

Αλλά αρκετά.

Ότι ο ουρανός δεν λογαριάζει όπως η γη.

Ότι η Βασιλεία δεν μετρά όπως ο κόσμος.

Ότι εκείνο που μοιάζει χαμένο μπορεί να είναι σωσμένο.

Και εκείνο που μοιάζει μικρό μπορεί να είναι αιώνιο.

«Κύριε, και αν φτάσω στο τέλος της ζωής μου και ανακαλύψω ότι ήμουν ο τελευταίος απ’ όλους;»

«Τότε ίσως να είσαι ο πρώτος.»

«Και αν αποδειχθώ αδύναμος;»

«Η δύναμή μου αναπαύεται στην αδυναμία.»

«Και αν πέσω;»

«Σήκω.»

«Και αν ξαναπέσω;»

«Σήκω ξανά.»

«Και αν πέσω χίλιες φορές;»

«Χίλιες μία να σηκωθείς.»

«Και αν έρθω μπροστά Σου με άδεια χέρια;»

«Φέρε μου την καρδιά σου.»

«Και αν είναι σπασμένη;»

«Ιδίως τότε.»

Δεν μπορώ πια να μιλήσω.

Μόνο να ακούω.

Και μέσα στην πιο βαθιά σιωπή της νύχτας, ο Χριστός λέει τον τελευταίο λόγο.

«Μη φοβάσαι τόσο αν με ομολογήσεις τέλεια. Φρόντισε να μη σταματήσεις να επιστρέφεις σε Μένα. Οι Άγιοι που τιμάς σήμερα δεν έγιναν Άγιοι επειδή δεν έπεσαν ποτέ. Έγιναν Άγιοι επειδή κάθε φορά που έπεφταν, επέλεγαν ξανά Εμένα.»

Και τότε γονατίζω.

Και η μόνη προσευχή που μένει στα χείλη μου είναι:

«Κύριε, όταν έρθει η ώρα της ομολογίας, όταν έρθει η ώρα του σταυρού, όταν έρθει η ώρα που όλα θα κριθούν, μη με αφήσεις να φύγω από κοντά Σου. Γιατί αν έχω Εσένα, ακόμη κι αν χάσω τα πάντα, δεν έχω χάσει τίποτα. Και αν χάσω Εσένα, ακόμη κι αν κερδίσω τα πάντα, δεν έχω κερδίσει τίποτα.»

Και μέσα στη σιωπή της καρδιάς μου, νιώθω πως η απάντησή Του είναι μία μόνο λέξη:

«Έλα.»

 

5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Υπάρχουν λόγια του Χριστού που παρηγορούν.

Υπάρχουν λόγια που θεραπεύουν.

Υπάρχουν λόγια που γίνονται βάλσαμο.

Και υπάρχουν λόγια σαν αυτά της σημερινής περικοπής.

Λόγια που δεν έρχονται να νανουρίσουν την ψυχή αλλά να την ξυπνήσουν.

Κάθε φορά που διαβάζω αυτή την ευαγγελική περικοπή νιώθω σαν να στέκομαι μπροστά σε έναν καθρέφτη που δεν λέει ψέματα.

Και αυτό είναι φοβερό.

Γιατί οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να ζούμε με μικρές αυταπάτες.

Να πιστεύουμε ότι αγαπούμε περισσότερο από όσο αγαπούμε.

Ότι πιστεύουμε περισσότερο από όσο πιστεύουμε.

Ότι παραδινόμαστε περισσότερο από όσο πραγματικά παραδινόμαστε.

Αλλά όταν ακούω τον Χριστό να λέει:

«Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους…»

τότε αναγκάζομαι να σταματήσω.

Και να αναρωτηθώ:

Ποιος είναι πραγματικά ο Χριστός για μένα;

Είναι μια θρησκευτική ιδέα;

Μια παράδοση;

Μια παρηγοριά;

Μια συνήθεια;

Ή είναι ο Κύριος της ζωής μου;

Γιατί αν είναι ο Κύριος της ζωής μου, τότε τίποτα δεν μπορεί να σταθεί πάνω από Αυτόν.

Και εκεί αρχίζει η δυσκολία.

Διότι όλοι μας έχουμε θρόνους μέσα στην καρδιά.

Κρυφούς θρόνους.

Αθέατους.

Εκεί όπου καθίζουμε πράγματα που αγαπούμε περισσότερο από τον Θεό.

Μερικές φορές είναι άνθρωποι.

Μερικές φορές είναι όνειρα.

Μερικές φορές είναι πληγές.

Ναι, ακόμη και οι πληγές μπορούν να γίνουν είδωλα.

Υπάρχουν τραύματα που τα κρατούμε τόσο σφιχτά ώστε φοβόμαστε να θεραπευτούν.

Υπάρχουν λύπες που γίνονται η ταυτότητά μας.

Υπάρχουν απώλειες που αρχίζουν να κυβερνούν τον εσωτερικό μας κόσμο.

Και τότε ο Χριστός έρχεται όχι για να μας στερήσει κάτι αλλά για να μας ελευθερώσει.

Η φράση Του για τον πατέρα, τη μητέρα, τον γιο και τη θυγατέρα δεν είναι απόρριψη της ανθρώπινης αγάπης.

Είναι διάσωση της ανθρώπινης αγάπης.

Γιατί μόνο όταν ο Θεός βρίσκεται στο κέντρο, οι υπόλοιπες αγάπες βρίσκουν τη σωστή τους θέση.

Μόνο τότε η αγάπη παύει να είναι κατοχή.

Παύει να είναι φόβος.

Παύει να είναι εξάρτηση.

Γίνεται θυσία.

Γίνεται ελευθερία.

Γίνεται ευλογία.

Και ύστερα έρχεται ο σταυρός.

Πάντοτε ο σταυρός.

Δεν υπάρχει χριστιανισμός χωρίς σταυρό.

Υπάρχει θρησκεία χωρίς σταυρό.

Υπάρχει ηθική χωρίς σταυρό.

Υπάρχει φιλοσοφία χωρίς σταυρό.

Αλλά μαθητεία χωρίς σταυρό δεν υπάρχει.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρεξήγηση της εποχής μας.

Θέλουμε έναν Χριστό που να επιβεβαιώνει τα σχέδιά μας.

Έναν Χριστό που να υπηρετεί τις επιθυμίες μας.

Έναν Χριστό που να αφαιρεί κάθε δυσκολία από τον δρόμο μας.

Αλλά ο αληθινός Χριστός δεν ήρθε να μας προστατεύσει από τον σταυρό.

Ήρθε να μας δείξει πώς να τον σηκώνουμε.

Και αυτό αλλάζει τα πάντα.

Γιατί τότε η δοκιμασία παύει να είναι απλώς δυστυχία.

Γίνεται τόπος συνάντησης.

Η πληγή γίνεται σχολείο.

Η μοναξιά γίνεται προσευχή.

Το δάκρυ γίνεται θεολογία.

Η αναμονή γίνεται εμπιστοσύνη.

Κοιτάζω τους Αγίους που τιμούμε σήμερα.

Και όσο περισσότερο τους μελετώ τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ κάτι.

Οι Άγιοι δεν ήταν άνθρωποι που απέφυγαν τον πόνο.

Ήταν άνθρωποι που βρήκαν τον Χριστό μέσα στον πόνο.

Δεν ήταν άνθρωποι χωρίς αδυναμίες.

Ήταν άνθρωποι που έδωσαν τις αδυναμίες τους στον Θεό.

Δεν ήταν άνθρωποι χωρίς φόβους.

Ήταν άνθρωποι που δεν άφησαν τον φόβο να γίνει κύριός τους.

Και αυτό μου δίνει ελπίδα.

Γιατί κι εγώ φοβάμαι.

Κι εγώ αμφιβάλλω.

Κι εγώ κουράζομαι.

Κι εγώ πέφτω.

Αλλά η αγιότητα δεν είναι το βραβείο των αλάνθαστων.

Είναι ο δρόμος των μετανοούντων.

Είναι η ιστορία εκείνων που συνέχισαν να επιστρέφουν.

Και ύστερα έρχεται ο Πέτρος.

«Εμείς αφήσαμε τα πάντα. Τι θα γίνει με εμάς;»

Αυτή η ερώτηση με συγκινεί βαθιά.

Γιατί δεν είναι μόνο δική του.

Είναι δική μου.

Είναι η ερώτηση κάθε ψυχής που κάποτε θυσίασε κάτι για τον Χριστό και ύστερα βρέθηκε να κοιτάζει τον ουρανό περιμένοντας απάντηση.

Και η απάντηση του Κυρίου αποκαλύπτει το μυστήριο.

Τίποτα δεν χάνεται.

Τίποτα.

Ο κόσμος χάνει.

Ο Θεός μεταμορφώνει.

Ο κόσμος αφαιρεί.

Ο Θεός πολλαπλασιάζει.

Ο κόσμος βλέπει τέλος.

Ο Θεός βλέπει αιωνιότητα.

Ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα της περικοπής.

Ότι η ζωή δεν κρίνεται από αυτά που κρατήσαμε.

Κρίνεται από αυτά που παραδώσαμε.

Δεν θα σταθώ μια μέρα μπροστά στον Χριστό κρατώντας τους θριάμβους μου.

Θα σταθώ κρατώντας τις πληγές μου.

Δεν θα Τον εντυπωσιάσουν οι επιτυχίες μου.

Θα Τον συγκινήσει η εμπιστοσύνη μου.

Δεν θα Του προσφέρω τη δύναμή μου.

Θα Του προσφέρω την καρδιά μου.

Και ίσως τότε καταλάβω πλήρως αυτό που σήμερα μόνο αμυδρά αντιλαμβάνομαι.

Ότι οι πρώτοι γίνονται τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι γιατί στη Βασιλεία του Θεού δεν μετρά η δόξα που απέκτησα.

Μετρά η αγάπη που έμαθα.

Δεν μετρά πόσο ψηλά ανέβηκα.

Μετρά πόσο βαθιά έσκυψα.

Δεν μετρά πόσο με θυμήθηκε ο κόσμος.

Μετρά αν αναγνώρισε το όνομά μου ο Χριστός.

Και τότε όλη η περικοπή γίνεται μία προσευχή.

Μία μόνη προσευχή.

«Κύριε, όταν έρθει η ώρα να Σε ομολογήσω, δώσε μου θάρρος. Όταν έρθει η ώρα να σηκώσω τον σταυρό μου, δώσε μου υπομονή. Και όταν έρθει η ώρα να σταθώ μπροστά Σου, μη με κρίνεις σύμφωνα με όσα κατάφερα, αλλά σύμφωνα με το έλεός Σου και με όσα για Εσένα λαχτάρησα ακόμα κι αν δεν τα κατόρθωσα. Γιατί μόνο αυτό μπορεί να σώσει μια ψυχή σαν τη δική μου.»

 

6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Έφτασα στο τέλος του δρόμου.

Δεν κατάλαβα πότε ακριβώς πέρασαν τα χρόνια.

Δεν κατάλαβα πότε άσπρισαν τα μαλλιά μου.

Δεν κατάλαβα πότε τα χέρια που κάποτε ήταν δυνατά άρχισαν να τρέμουν.

Ξέρω μόνο ότι ο δρόμος τελειώνει.

Το σώμα μου κουράστηκε.

Τα μάτια μου δεν βλέπουν όπως παλιά.

Οι δυνάμεις μου λιγοστεύουν.

Η ανάσα μου βαραίνει.

Και τώρα, για πρώτη φορά, όλα όσα με απασχολούσαν κάποτε μοιάζουν μικρά.

Πόσο μικρά.

Κοιτάζω πίσω.

Θυμάμαι τους αγώνες μου.

Τις νίκες που κάποτε θεωρούσα σπουδαίες.

Τις ήττες που κάποτε νόμιζα αβάσταχτες.

Τις φιλοδοξίες μου.

Τις αγωνίες μου.

Τα σχέδιά μου.

Τα όνειρά μου.

Και τώρα μοιάζουν σαν ίχνη στην άμμο που τα πήρε το κύμα.

Τόσο γρήγορα.

Τόσο αθόρυβα.

Και τότε ακούω ξανά τα λόγια Σου.

«Όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους…»

Κύριε…

Δεν ξέρω αν Σε ομολόγησα όπως έπρεπε.

Δεν ξέρω αν ήμουν γενναίος.

Δεν ξέρω αν στάθηκα αντάξιος.

Θυμάμαι μόνο πόσες φορές φοβήθηκα.

Πόσες φορές δίστασα.

Πόσες φορές έκρυψα τη φωτιά για να μην πληγωθώ.

Πόσες φορές σιώπησα ενώ έπρεπε να μιλήσω.

Πόσες φορές μίλησα ενώ έπρεπε να σιωπήσω.

Και όμως, μέσα σε όλα αυτά, υπήρχε κάτι που ποτέ δεν έσβησε.

Η λαχτάρα να ανήκω σε Σένα.

Μικρή.

Αδύναμη.

Τρεμάμενη.

Αλλά αληθινή.

Κι αυτό είναι το μόνο που μπορώ να Σου φέρω τώρα.

Δεν έχω θριάμβους.

Δεν έχω κατορθώματα.

Δεν έχω στεφάνια.

Έρχομαι με άδεια χέρια.

Με μια καρδιά γεμάτη ρωγμές.

Με μια ψυχή που κουβαλάει πληγές.

Με μια ζωή γεμάτη ελλείψεις.

Και όμως, παράξενα, δεν φοβάμαι όσο παλιά.

Γιατί τώρα καταλαβαίνω κάτι που δεν καταλάβαινα όταν ήμουν νέος.

Η σωτηρία δεν ήταν ποτέ το έργο μου.

Ήταν πάντοτε το έλεός Σου.

Κοιτάζω ξανά τη ζωή μου.

Θυμάμαι τους ανθρώπους που αγάπησα.

Άλλοι έφυγαν νωρίς.

Άλλοι χάθηκαν στον χρόνο.

Άλλοι με πλήγωσαν.

Άλλους πλήγωσα εγώ.

Πόση ατέλεια, Θεέ μου.

Πόση φτώχεια.

Και όμως μέσα σε αυτή τη φτώχεια Εσύ εργαζόσουν σιωπηλά.

Εκεί που εγώ έβλεπα τέλος, Εσύ έβλεπες αρχή.

Εκεί που εγώ έβλεπα αποτυχία, Εσύ έβλεπες μάθημα.

Εκεί που εγώ έβλεπα απώλεια, Εσύ έβλεπες αγιασμό.

Τώρα το καταλαβαίνω.

Τώρα που όλα λιγοστεύουν.

Τώρα που όλα φεύγουν.

Τώρα που τίποτε δεν μπορεί να μείνει εκτός από Εσένα.

Θυμάμαι τον σταυρό.

Πόσο τον φοβήθηκα.

Πόσο πάλεψα εναντίον του.

Πόσες φορές προσευχήθηκα να τον πάρεις από πάνω μου.

Και όμως, αν κοιτάξω με ειλικρίνεια, οι πιο άγιες στιγμές της ζωής μου γεννήθηκαν εκεί.

Όχι στις ευκολίες.

Όχι στις επιτυχίες.

Αλλά στις πληγές.

Στις νύχτες.

Στα δάκρυα.

Στις ώρες που νόμιζα πως ήμουν μόνος.

Εκεί ήσουν πιο κοντά από ποτέ.

Και δεν το ήξερα.

Τώρα το βλέπω.

Τώρα που ο ήλιος γέρνει.

Τώρα που η αιωνιότητα πλησιάζει.

Και τότε έρχεται μπροστά μου η τελευταία φράση της περικοπής.

«Πολλοί πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και πολλοί τελευταίοι πρώτοι.»

Πόσο παρηγορητικός είναι αυτός ο λόγος.

Γιατί ποτέ δεν ήμουν από τους πρώτους.

Ποτέ δεν ήμουν από τους μεγάλους.

Ποτέ δεν ήμουν από τους σπουδαίους.

Ήμουν απλώς ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να μη χάσει τον δρόμο προς το σπίτι.

Ένας αμαρτωλός που επέστρεφε.

Ένας διψασμένος που αναζητούσε νερό.

Ένας κουρασμένος οδοιπόρος που ακολουθούσε ένα φως μέσα στη νύχτα.

Και τώρα, στο τέλος, δεν ζητώ θρόνους.

Δεν ζητώ ανταμοιβές.

Δεν ζητώ δόξα.

Ζητώ μόνο ένα πράγμα.

Να ακούσω το όνομά μου από τα χείλη Σου.

Να μη με προσπεράσεις.

Να μη με ξεχάσεις.

Να με αναγνωρίσεις.

Όπως αναγνώρισες τον ληστή πάνω στον σταυρό.

Όπως αναγνώρισες τον Πέτρο μετά την άρνησή του.

Όπως αναγνώρισες τη Μαγδαληνή μέσα στα δάκρυά της.

Όπως αναγνωρίζεις κάθε ψυχή που επιστρέφει.

Και τότε, αν μου επιτρεπόταν να πω έναν τελευταίο λόγο πριν περάσω το κατώφλι της αιωνιότητας, δεν θα ήταν για τον εαυτό μου.

Θα ήταν για όσους μένουν πίσω.

Θα ήταν για κάθε πληγωμένη ψυχή.

Για κάθε άνθρωπο που κουβαλά σταυρό.

Για κάθε καρδιά που παλεύει να πιστέψει.

Θα έλεγα μόνο αυτό:

Μην φοβάστε να αγαπήσετε τον Χριστό περισσότερο από όλα.

Δεν θα σας στερήσει τίποτα αληθινό.

Μην φοβάστε τον σταυρό.

Πίσω του κρύβεται η Ανάσταση.

Μην φοβάστε τις απώλειες που γίνονται για το όνομά Του.

Καμία δεν χάνεται.

Μην φοβάστε όταν πέφτετε.

Να επιστρέφετε.

Πάντα να επιστρέφετε.

Και όταν όλα τελειώσουν, όταν σβήσει η τελευταία μέρα και ακουστεί η τελευταία καμπάνα του κόσμου, θα ανακαλύψετε αυτό που οι Άγιοι γνώριζαν από την αρχή:

Ότι άξιζε.

Ότι κάθε δάκρυ άξιζε.

Ότι κάθε σταυρός άξιζε.

Ότι κάθε πληγή άξιζε.

Γιατί στο τέλος του δρόμου δεν μας περιμένει μια ιδέα.

Δεν μας περιμένει μια ανάμνηση.

Δεν μας περιμένει μια ανταμοιβή.

Μας περιμένει ένα Πρόσωπο.

Ο Χριστός.

Και τότε η ψυχή, ύστερα από όλη την εξορία της γης, θα μπορέσει επιτέλους να ψιθυρίσει:

«Κύριε, ήρθα σπίτι.»

Αμήν.

 

Φλέγων Νηρεύς

Ανακοινώσεις

0 Σχόλια

Υποβάλετε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τελευταία Άρθρα