1. ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΙΗΓΗΣΗ
Στεκόμουν ανάμεσα τους… αλλά δεν ήμουν ένας από τους δώδεκα.
Ήμουν πιο πίσω. Πάντα πιο πίσω.
Σαν να μην τολμούσα να πλησιάσω πολύ κοντά.
Και όμως… Τον είχα δει.
Τον είχα δει νεκρό.
Και μετά… Τον είχα δει ζωντανό.
Και αυτό… δεν χωρούσε μέσα μου.
Πώς γίνεται;
Πώς γίνεται να τελειώνει κάτι… και να αρχίζει ξανά;
Πώς γίνεται ο θάνατος να μην έχει τον τελευταίο λόγο;
Και όμως… στεκόταν μπροστά μας.
Δεν ήταν όραμα. Δεν ήταν σκέψη.
Ήταν Εκείνος.
Μας μιλούσε… όχι για εκδίκηση, όχι για δύναμη, όχι για αποκατάσταση όπως την περιμέναμε.
Μας μιλούσε για τη Βασιλεία.
Και εγώ δεν καταλάβαινα.
Τι είναι αυτή η Βασιλεία;
Πού είναι;
Πότε θα έρθει;
Και τότε… άκουσα τους άλλους να ρωτούν:
«Κύριε… τώρα θα αποκαταστήσεις τη βασιλεία;»
Και μέσα μου… συμφώνησα.
Ναι, τώρα! Τώρα που νίκησες τον θάνατο!
Τώρα που φάνηκες! Τώρα που όλα είναι δυνατά!
Και όμως… η απάντησή Του δεν ήταν αυτή που περίμενα.
«Δεν είναι δικό σας να γνωρίζετε χρόνους και καιρούς…»
Και κάτι μέσα μου έσπασε.
Γιατί εγώ ήθελα να ξέρω.
Ήθελα να ελέγχω.
Ήθελα να βεβαιωθώ ότι όλα θα γίνουν όπως τα φανταζόμουν.
Και Εκείνος… μου αφαίρεσε αυτό το δικαίωμα.
Και μου έδωσε κάτι άλλο.
«Θα λάβετε δύναμη… όταν έρθει το Άγιο Πνεύμα…»
Δύναμη;
Δεν ένιωθα δυνατός.
Ένιωθα μπερδεμένος. Φοβισμένος. Γεμάτος αβεβαιότητες.
Και όμως… μιλούσε σαν να ήξερε κάτι που εγώ δεν έβλεπα.
Και τότε κατάλαβα…
Δεν μας ζητούσε να καταλάβουμε.
Μας ζητούσε να περιμένουμε.
Να μείνουμε.
Να μη φύγουμε από τα Ιεροσόλυμα.
Να μη σκορπιστούμε.
Να μείνουμε εκεί… στο σημείο της σύγκρουσης… στο σημείο της μνήμης… στο σημείο της πληγής.
Γιατί εκεί… θα ερχόταν η υπόσχεση.
Και εγώ… δεν ήθελα να μείνω.
Ήθελα να φύγω. Να ξεχάσω. Να επιστρέψω σε κάτι γνώριμο.
Αλλά κάτι μέσα μου με κράτησε.
Μια ανάμνηση.
Ένα βλέμμα Του.
Ένα «μείνε» που δεν ειπώθηκε δυνατά… αλλά χαράχτηκε βαθιά.
Και έμεινα.
Μέρα πρώτη. Σιωπή.
Μέρα δεύτερη. Αναμονή.
Μέρα τρίτη… Αμφιβολία.
Και μέσα μου φωνές:
«Και αν δεν γίνει τίποτα;»
«Και αν όλα ήταν ψευδαίσθηση;»
«Και αν περιμένεις μάταια;»
Και όμως… δεν έφυγα.
Γιατί Τον είχα δει.
Και αυτό δεν μπορούσα να το αρνηθώ.
Και τότε… άρχισα να καταλαβαίνω.
Η πίστη… δεν είναι να ξέρεις.
Είναι να μένεις.
Να μένεις εκεί που σε έβαλε… ακόμα κι όταν δεν καταλαβαίνεις.
Και σιγά σιγά… η καρδιά μου άλλαξε.
Δεν ρωτούσα πια «πότε».
Δεν ρωτούσα «πώς».
Άρχισα να ρωτώ:
«Είσαι εδώ;»
Και μέσα στη σιωπή… ήταν.
Και τότε… μια άλλη φράση Του άρχισε να καίει μέσα μου:
«Θα είστε μάρτυρες…»
Μάρτυρας;
Δεν ήθελα να είμαι μάρτυρας.
Ήθελα να είμαι ασφαλής. Να είμαι ήσυχος. Να ζήσω χωρίς ρίσκο.
Αλλά μάρτυρας σημαίνει κάτι άλλο.
Σημαίνει ότι δεν κρατάς τη ζωή σου για τον εαυτό σου.
Σημαίνει ότι αυτό που είδες… δεν μπορείς να το κρύψεις.
Σημαίνει ότι η αλήθεια που σε άγγιξε… σε στέλνει.
Και τότε… τρόμαξα.
Γιατί κατάλαβα:
Αν όντως Τον είδα… δεν μπορώ να μείνω ίδιος.
Δεν μπορώ να επιστρέψω απλά στη ζωή που είχα.
Κάτι άρχισε… και δεν θα σταματήσει.
Και όμως… ακόμα δεν είχε έρθει η δύναμη.
Ήμουν ανάμεσα.
Ανάμεσα σε αυτό που ήμουν… και σε αυτό που θα γίνω.
Ανάμεσα στη μνήμη Του… και στην υπόσχεσή Του.
Και εκεί… στο «ανάμεσα»… έμαθα να υπάρχω.
Να μην βιάζω τον χρόνο.
Να μην απαιτώ απαντήσεις.
Να περιμένω.
Και όσο περιμένω… κάτι μέσα μου ωριμάζει.
Όχι φανερά. Όχι θορυβωδώς.
Αλλά βαθιά.
Και ξέρω…
Όταν έρθει…
όταν το Πνεύμα με αγγίξει…
δεν θα είμαι πια ο ίδιος.
Και τότε… δεν θα ρωτώ.
Θα μαρτυρώ.
2. ΚΗΡΥΓΜΑ
Στέκομαι μπροστά σας… και δεν έχω βεβαιότητες να σας δώσω.
Δεν έχω ημερομηνίες. Δεν έχω σχέδια. Δεν έχω απαντήσεις για το «πότε» και το «πώς».
Γιατί Εκείνος… μου τα πήρε.
Και μου άφησε κάτι άλλο.
Μου άφησε την αναμονή.
Ακούσαμε:
«Δεν είναι δικό σας να γνωρίζετε χρόνους και καιρούς…»
Και αυτό… αδελφοί μου… με πληγώνει.
Γιατί εγώ θέλω να ξέρω.
Θέλω να ξέρω πότε θα αλλάξουν τα πράγματα.
Θέλω να ξέρω πότε θα έρθει η λύση.
Θέλω να ξέρω πότε ο Θεός θα ενεργήσει όπως εγώ περιμένω.
Και όμως… ο Χριστός μου λέει:
Δεν σου ανήκει αυτό.
Και τότε… μένω γυμνός.
Χωρίς έλεγχο.
Χωρίς βεβαιότητα.
Χωρίς ασφάλεια.
Και εκεί… αρχίζει η πίστη.
Γιατί η πίστη δεν είναι να ξέρω.
Η πίστη είναι να εμπιστεύομαι.
Και αυτό… είναι πιο δύσκολο.
Οι Απόστολοι Τον ρώτησαν:
«Κύριε, τώρα θα αποκαταστήσεις τη βασιλεία;»
Και αν είμαι ειλικρινής… αυτή είναι και η δική μου ερώτηση.
Κύριε… τώρα;
Τώρα θα φτιάξεις τη ζωή μου;
Τώρα θα θεραπεύσεις τον πόνο μου;
Τώρα θα δώσεις νόημα σε όσα δεν καταλαβαίνω;
Και Εκείνος… δεν απαντά όπως περιμένω.
Δεν λέει «ναι».
Δεν λέει «όχι».
Με μετακινεί.
Από το «πότε»… στο «πώς».
«Θα λάβετε δύναμη… όταν έρθει το Άγιο Πνεύμα».
Δύναμη.
Όχι για να ελέγξω.
Όχι για να κυριαρχήσω.
Αλλά για να γίνω μάρτυρας.
Και εδώ… φοβάμαι.
Γιατί μάρτυρας δεν είναι αυτός που απλώς μιλά.
Μάρτυρας είναι αυτός που δίνει τη ζωή του.
Και εγώ… δεν θέλω να χάσω τη ζωή μου.
Θέλω να τη διατηρήσω. Να την προστατεύσω. Να την κρατήσω ασφαλή.
Αλλά ο Χριστός… μου δείχνει άλλο δρόμο.
Αν Τον είδα…
αν Τον γνώρισα…
αν άγγιξε την καρδιά μου…
τότε δεν μπορώ να μείνω σιωπηλός.
Η ζωή μου γίνεται μαρτυρία.
Όχι μόνο με λόγια.
Με ύπαρξη.
Με τρόπο που ζω.
Με τρόπο που αγαπώ.
Με τρόπο που συγχωρώ.
Και αυτό… δεν μπορώ να το κάνω μόνος μου.
Γι’ αυτό λέει:
«Περιμένετε την επαγγελία…»
Περιμένετε.
Αυτό είναι το πιο δύσκολο.
Να μην φύγω.
Να μην απογοητευτώ.
Να μην πω «δεν έγινε τίποτα».
Αλλά να μείνω.
Στο ίδιο μέρος.
Στην ίδια προσευχή.
Στην ίδια ελπίδα.
Ακόμα κι όταν δεν βλέπω τίποτα.
Γιατί εκεί… έρχεται το Πνεύμα.
Όχι στον θόρυβο.
Όχι στη βιασύνη.
Αλλά στην αναμονή.
Και όταν έρθει…
όλα αλλάζουν.
Όχι έξω πρώτα.
Μέσα.
Και αυτό που ήμουν πριν… δεν υπάρχει πια.
Ο φόβος δεν φεύγει τελείως… αλλά δεν με κυβερνά.
Η αδυναμία δεν εξαφανίζεται… αλλά δεν με ορίζει.
Γιατί μέσα μου υπάρχει κάτι άλλο.
Δύναμη.
Όχι δική μου.
Δική Του.
Και τότε… μπορώ να σταθώ.
Και να πω:
Τον είδα.
Όχι με τα μάτια μόνο.
Με την καρδιά.
Τον είδα ζωντανό.
Και αυτό… δεν μπορώ να το αρνηθώ.
Και τότε… αρχίζει η αποστολή.
«Θα είστε μάρτυρες… έως εσχάτου της γης».
Όχι μόνο σε τόπους μακρινούς.
Αλλά εδώ.
Στο σπίτι μου.
Στη δουλειά μου.
Στις σχέσεις μου.
Στην καθημερινότητά μου.
Εκεί που φαίνεται αν η πίστη είναι αληθινή.
Όχι στα λόγια.
Στη ζωή.
Και σας ρωτώ… και ρωτώ και τον εαυτό μου:
Περιμένω;
Ή έχω φύγει;
Έχω μείνει στην Ιερουσαλήμ της καρδιάς μου… ή έχω διασκορπιστεί;
Ζητώ το Πνεύμα… ή αρκούμαι σε ό,τι μπορώ μόνος μου;
Γιατί χωρίς Αυτό… δεν μπορώ.
Μπορώ να μιλήσω.
Μπορώ να προσπαθήσω.
Μπορώ να φαίνομαι.
Αλλά δεν μπορώ να είμαι μάρτυρας.
Και εγώ δεν θέλω να φαίνομαι.
Θέλω να είμαι.
Και αυτό… είναι έργο του Θεού.
Όχι δικό μου.
Γι’ αυτό σήμερα…
δεν ζητώ απαντήσεις.
Ζητώ παρουσία.
Δεν ζητώ σημεία.
Ζητώ Πνεύμα.
Και λέω:
Μείνε.
Δώσε μου δύναμη να περιμένω.
Δώσε μου καρδιά να αντέξω την άγνοια.
Δώσε μου ζωή που να μαρτυρεί Εσένα.
Και τότε…
όταν έρθει η ώρα…
δεν θα ρωτώ πια «πότε».
Θα ζω.
3. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΕ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Γιατί θέλω να ξέρω;
Γιατί δεν μπορώ να μείνω χωρίς απάντηση;
Όταν Εκείνος μου λέει:
«Δεν είναι δικό σου να γνωρίζεις χρόνους και καιρούς…»
γιατί αντιστέκομαι;
Τι φοβάμαι τόσο πολύ στην άγνοια;
Μήπως αν δεν ξέρω… χάνω τον έλεγχο;
Και αν χάσω τον έλεγχο… τι απομένει από μένα;
Ποιος είμαι χωρίς τον έλεγχο;
Είμαι πίστη… ή είμαι ανάγκη για βεβαιότητα;
Και αυτή η αναμονή… γιατί με κουράζει τόσο;
Γιατί δεν μπορώ να μείνω;
Γιατί θέλω πάντα να φύγω, να κάνω κάτι, να προχωρήσω μόνος μου;
Μήπως γιατί η σιωπή με φέρνει αντιμέτωπο με τον εαυτό μου;
Μήπως φοβάμαι αυτό που θα βρω αν μείνω ακίνητος;
Και όμως… Εκείνος είπε:
«Μη φεύγετε… περιμένετε…»
Γιατί εκεί;
Γιατί στην Ιερουσαλήμ;
Γιατί στο σημείο της πληγής;
Στο σημείο της μνήμης;
Στο σημείο όπου όλα κατέρρευσαν;
Γιατί δεν με στέλνει αμέσως;
Γιατί δεν μου δίνει κατευθείαν τη δύναμη;
Μήπως γιατί δεν είμαι έτοιμος;
Και τι σημαίνει «έτοιμος»;
Να ξέρω περισσότερα;
Να είμαι πιο δυνατός;
Να έχω λύσει τα προβλήματά μου;
Ή μήπως… να έχω μάθει να περιμένω;
Και αν η αναμονή είναι προετοιμασία… γιατί τη βλέπω σαν καθυστέρηση;
Γιατί νομίζω ότι δεν γίνεται τίποτα;
Μήπως μέσα στην αναμονή… κάτι ήδη γίνεται… αλλά δεν το βλέπω;
Και αυτή η υπόσχεση…
Την πιστεύω;
Ή απλώς την επαναλαμβάνω;
«Θα λάβετε δύναμη…»
Πιστεύω ότι θα λάβω;
Ή έχω συμβιβαστεί με τη δική μου αδυναμία;
Μήπως έχω μάθει να ζω χωρίς να περιμένω το Πνεύμα;
Μήπως έχω φτιάξει μια πίστη χωρίς δύναμη;
Λόγια… πράξεις… συνήθειες… αλλά χωρίς φωτιά;
Και αν έρθει το Πνεύμα… θα το αναγνωρίσω;
Ή θα το φοβηθώ;
Γιατί αν έρθει… θα με αλλάξει.
Και εγώ… θέλω να αλλάξω;
Ή θέλω απλώς να βελτιωθώ λίγο… χωρίς να χάσω τον εαυτό μου;
Και αυτή η λέξη… «μάρτυρας»…
Γιατί με ταράζει;
Γιατί δεν μου αρκεί να είμαι πιστός ιδιωτικά;
Γιατί πρέπει να φανεί;
Γιατί πρέπει να δοθεί;
Μήπως γιατί η αλήθεια… όταν είναι αληθινή… δεν μένει κρυφή;
Και τότε… φοβάμαι.
Αν γίνω μάρτυρας… τι θα χάσω;
Ασφάλεια;
Αποδοχή;
Εικόνα;
Και τι θα κερδίσω;
Αλήθεια;
Αξίζει;
Και αν δεν γίνω μάρτυρας… τότε τι είμαι;
Απλώς κάποιος που άκουσε… αλλά δεν έζησε;
Κάποιος που πίστεψε… αλλά δεν εμπιστεύτηκε;
Και αν Εκείνος στάθηκε μπροστά μου ζωντανός…
πώς μπορώ να ζήσω σαν να μην έγινε τίποτα;
Πώς μπορώ να επιστρέψω στην παλιά μου ζωή… σαν να μην άλλαξε τίποτα;
Και όμως… το κάνω.
Ξεχνώ.
Απομακρύνομαι.
Σκορπίζομαι.
Και μετά αναρωτιέμαι γιατί νιώθω άδειος.
Γιατί;
Μήπως γιατί έφυγα πριν έρθει η υπόσχεση;
Μήπως δεν έμεινα αρκετά;
Και τώρα…
είμαι διατεθειμένος να μείνω;
Να μείνω χωρίς να ξέρω;
Να μείνω χωρίς να βλέπω;
Να μείνω χωρίς να νιώθω;
Μπορώ;
Ή θα φύγω πάλι;
Και αν μείνω… τι θα αλλάξει;
Θα έρθει όντως το Πνεύμα;
Ή αυτό είναι μόνο για τους πρώτους… για τους αγίους… για τους άλλους;
Και αν είναι και για μένα…
γιατί διστάζω να το ζητήσω;
Τι με κρατά πίσω;
Υπερηφάνεια;
Απιστία;
Φόβος;
Και αν το ζητήσω… τι θα πω;
«Έλα»;
Μπορώ να το πω αυτό αληθινά;
Ή θα το πω… και μετά θα κρατήσω κλειστά τα δωμάτια μέσα μου;
Και αν έρθει… θα Τον αφήσω να μπει παντού;
Ή θα Του δώσω μόνο ένα μέρος;
Και τότε… δεν θα μείνω μισός;
Και τώρα… μέσα σε όλα αυτά… μια ερώτηση μένει:
Τον θέλω… ή θέλω απλώς αυτά που δίνει;
Θέλω το Πνεύμα… ή θέλω τη δύναμη χωρίς το Πρόσωπο;
Θέλω τη Βασιλεία… ή θέλω μια ζωή πιο εύκολη;
Και αν απαντήσω ειλικρινά…
θα αντέξω την αλήθεια;
Σιωπή.
Δεν έχω άλλη ερώτηση.
Μόνο μία επιθυμία… που αρχίζει να γίνεται προσευχή:
Να μείνω.
Να μην φύγω αυτή τη φορά.
Να περιμένω.
Και αν έρθεις…
δώσε μου δύναμη να μην κρυφτώ.
4. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Στέκομαι… και δεν ξέρω αν πρέπει να μιλήσω.
— Κύριε… είσαι εδώ;
— Εδώ είμαι.
— Από πότε;
— Πριν καν ρωτήσεις.
— Τότε γιατί νιώθω σαν να Σε ψάχνω;
— Γιατί μαθαίνεις να Με ζητάς.
— Και αν Σε χάσω;
— Δεν Με χάνεις. Απομακρύνεσαι.
— Και τότε;
— Σε περιμένω.
Σιωπή.
— Κύριε… γιατί δεν μου λες πότε;
— Τι θέλεις να μάθεις;
— Πότε θα ενεργήσεις… πότε θα αλλάξει η ζωή μου… πότε θα έρθει η απάντηση…
— Αν σου το έλεγα… θα εμπιστευόσουν;
— Ίσως… ναι…
— Όχι. Θα κρατιόσουν στον χρόνο… όχι σε Μένα.
— Τότε γιατί με αφήνεις στην άγνοια;
— Για να Με βρεις.
— Μα Σε ψάχνω ήδη…
— Ψάχνεις απαντήσεις. Όχι Εμένα.
Πονάει αυτό.
— Δηλαδή… δεν Σε θέλω;
— Με θέλεις… αλλά θέλεις και τον έλεγχο.
— Και τα δύο δεν γίνεται;
— Όχι.
— Τότε τι πρέπει να αφήσω;
— Αυτό που σε κρατά μακριά από την εμπιστοσύνη.
— Και τι είναι αυτό;
— Ο φόβος ότι αν δεν ελέγχεις… θα χαθείς.
— Και δεν θα χαθώ;
— Θα Με βρεις.
Σιωπή ξανά… αλλά πιο βαθιά.
— Κύριε… γιατί μου είπες να περιμένω;
— Γιατί δεν είσαι έτοιμος να λάβεις.
— Τι μου λείπει;
— Η καρδιά που μένει.
— Δηλαδή;
— Φεύγεις εύκολα.
— Ναι… φεύγω…
— Όταν δεν βλέπεις… απομακρύνεσαι.
— Γιατί νομίζω ότι δεν είσαι εκεί…
— Είμαι εκεί… αλλά θέλω να μάθεις να μένεις χωρίς να βλέπεις.
— Αυτό είναι δύσκολο.
— Είναι πίστη.
— Και αν δεν τα καταφέρω;
— Θα σε μάθω.
— Πώς;
— Μείνε… και θα σε αλλάξω.
— Πόσο να μείνω;
— Μέχρι να σταματήσεις να ρωτάς «πόσο».
Η καρδιά μου αντιστέκεται.
— Κύριε… θέλω να προχωρήσω.
— Μείνε.
— Θέλω να κάνω κάτι.
— Περίμενε.
— Θέλω να Σε υπηρετήσω.
— Πρώτα δέξου.
— Να δεχτώ τι;
— Το Πνεύμα Μου.
— Και αν δεν έρθει;
— Θα έρθει.
— Πώς είσαι τόσο βέβαιος;
— Γιατί είναι υπόσχεση.
— Και αν εγώ δεν είμαι άξιος;
— Δεν δίνεται στους άξιους. Δίνεται σε όσους έχουν δεκτική καρδιά.
— Και αν δεν έχω;
— Ζήτησε της από Εμένα και θα την αποκτήσεις.
— Κύριε… φοβάμαι αυτό που θα γίνει αν έρθει το Πνεύμα.
— Τι φοβάσαι;
— Ότι θα αλλάξω.
— Και αυτό σε φοβίζει;
— Ναι… γιατί δεν ξέρω ποιος θα είμαι.
— Θα είσαι αυτός που σε δημιούργησα να είσαι.
— Και τώρα;
— Είσαι αυτός που έμαθες να είσαι.
— Και πρέπει να αφήσω αυτό;
— Αν θέλεις να ζήσεις… ναι.
Δάκρυα… χωρίς λόγο.
— Κύριε… γιατί με στέλνεις;
— Δεν σε στέλνω μόνο. Σε γεμίζω πρώτα.
— Αλλά είπες «θα είστε μάρτυρες…»
— Ναι.
— Δεν θέλω να είμαι μάρτυρας.
— Γιατί;
— Γιατί φοβάμαι.
— Τι;
— Να χάσω… να απορριφθώ… να πληγωθώ…
— Το ξέρω.
— Και όμως με καλείς;
— Δεν σε καλώ να χάσεις. Σε καλώ να δώσεις.
— Ποια είναι η διαφορά;
— Όταν δίνεις με αγάπη… δεν χάνεις.
— Και αν δεν έχω αγάπη;
— Θα σου δώσω.
— Πότε;
— Όταν έρθει το Πνεύμα.
— Και αν δεν είμαι έτοιμος;
— Γι’ αυτό περιμένεις.
Σιωπή.
— Κύριε… πόσο δύσκολο είναι αυτό…
— Είναι.
— Και γιατί το κάνεις έτσι;
— Γιατί σε θέλω αληθινό… όχι απλώς ενεργό.
— Δεν αρκεί να κάνω το σωστό;
— Όχι χωρίς Εμένα.
— Και αν προσπαθήσω μόνος μου;
— Θα κουραστείς.
— Το έχω ζήσει…
— Το ξέρω.
— Τότε… τι να κάνω τώρα;
— Μείνε.
— Και μετά;
— Ζήτα.
— Και μετά;
— Δέξου.
— Και μετά;
— Μαρτύρησε.
— Δεν μπορώ…
— Μόνος σου όχι.
— Με Εσένα;
— Μπορείς.
— Κύριε…
— Ναι;
— Έλα.
— Είμαι εδώ.
— Μην φύγεις.
— Δεν φεύγω.
— Και αν εγώ φύγω;
— Θα σε περιμένω.
— Και αν αργήσω;
— Δεν κουράζομαι.
— Και αν πέσω;
— Θα σε σηκώσω.
— Πόσες φορές;
— Όσες χρειαστεί για να μάθεις να μένεις.
Και εγώ… σιωπώ.
Αλλά τώρα… δεν είναι άγνοια.
Είναι εμπιστοσύνη που γεννιέται.
5. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ
Στέκομαι μέσα σε μια παράξενη ένταση.
Δεν είναι φόβος… αλλά δεν είναι και ειρήνη πλήρης.
Είναι κάτι ενδιάμεσο… σαν να βρίσκομαι στο κατώφλι.
Ο Χριστός έχει ήδη αναστηθεί.
Τον έχω δει. Τον έχω πιστέψει. Τον έχω γευτεί.
Και όμως… δεν έχει ολοκληρωθεί τίποτα.
Αντί να τελειώσει… κάτι αρχίζει.
Και αυτό το «ανάμεσα»… με ταράζει.
Γιατί δεν αντέχω τα «ανάμεσα».
Θέλω αρχή και τέλος.
Θέλω βεβαιότητα και αποτέλεσμα.
Αλλά εδώ… δεν μου δίνεται τίποτα από αυτά.
Μου δίνεται μόνο:
αναμονή.
Και τότε σκέφτομαι…
μήπως η αναμονή δεν είναι απουσία;
μήπως είναι παρουσία που δεν έχω μάθει ακόμα να αναγνωρίζω;
Ο Χριστός δεν έφυγε απλώς.
Μου άφησε λόγο.
Μου άφησε υπόσχεση.
Μου άφησε εντολή:
«Μείνε».
Και αυτή η λέξη… με διαπερνά.
Γιατί το να μείνω… είναι πιο δύσκολο από το να κινηθώ.
Το να κάνω κάτι… μου δίνει την ψευδαίσθηση ότι ελέγχω.
Το να μείνω… με φέρνει αντιμέτωπο με την αλήθεια:
ότι δεν ελέγχω τίποτα.
Και εκεί… αρχίζει ο στοχασμός.
Τι σημαίνει να περιμένω τον Θεό;
Σημαίνει ότι αποδέχομαι πως ο χρόνος δεν είναι δικός μου.
Ότι το «πότε» δεν μου ανήκει.
Ότι η Βασιλεία δεν έρχεται όταν εγώ θέλω… αλλά όταν Εκείνος κρίνει.
Και αυτό… δεν είναι εύκολο να το δεχτώ.
Γιατί μέσα μου υπάρχει μια κρυφή απαίτηση:
να γίνει το θέλημα του Θεού… στον δικό μου χρόνο.
Και όταν δεν γίνεται… απογοητεύομαι.
Και όμως… εδώ αποκαλύπτεται κάτι βαθύτερο:
ο Θεός δεν καθυστερεί.
Ο Θεός προετοιμάζει.
Και εγώ… δεν θέλω προετοιμασία.
Θέλω εκπλήρωση.
Αλλά αν λάβω χωρίς να είμαι έτοιμος… θα καταστραφώ από αυτό που θα λάβω.
Και τότε καταλαβαίνω…
η αναμονή δεν είναι καθυστέρηση.
Είναι έλεος.
Είναι προστασία.
Είναι χώρος όπου η καρδιά μου μαθαίνει να αδειάζει… για να μπορέσει να γεμίσει.
Και το Πνεύμα…
δεν έρχεται σε γεμάτη καρδιά.
Έρχεται σε καρδιά που πεινά.
Και εγώ… πεινάω;
Ή έχω γεμίσει με πράγματα που με κάνουν να νομίζω ότι δεν χρειάζομαι τίποτα;
Και τότε ο στοχασμός γίνεται πιο βαθύς:
Τι σημαίνει «θα λάβετε δύναμη»;
Δεν είναι δύναμη κοσμική.
Δεν είναι ικανότητα εξωτερική.
Είναι δύναμη να υπάρχω αλλιώς.
Να αγαπώ όταν δεν υπάρχει λόγος.
Να συγχωρώ όταν πληγώνομαι.
Να μένω όταν όλα μέσα μου θέλουν να φύγουν.
Αυτή είναι η δύναμη.
Και αυτή… δεν την έχω.
Όσο κι αν προσπαθώ… δεν μπορώ να τη δημιουργήσω.
Μπορώ να προσποιηθώ.
Μπορώ να συγκρατηθώ.
Αλλά δεν μπορώ να μεταμορφωθώ.
Και εδώ… το Πνεύμα γίνεται αναγκαίο.
Όχι ως ιδέα.
Αλλά ως ζωή.
Και τότε… η έννοια του «μάρτυρα» αλλάζει μέσα μου.
Δεν είναι αυτός που μιλά για τον Θεό.
Είναι αυτός που ζει από τον Θεό.
Και η ζωή του… γίνεται φως.
Χωρίς να προσπαθεί να φανεί.
Χωρίς να πιέζει.
Απλώς… είναι.
Και τότε σκέφτομαι…
μήπως όλη μου η αγωνία να κάνω, να πω, να αποδείξω…
είναι γιατί δεν έχω μάθει να είμαι;
Να είμαι παρουσία.
Να είμαι αλήθεια.
Να είμαι σχέση.
Και αυτό… δεν γεννιέται χωρίς αναμονή.
Η αναμονή με αδειάζει από το περιττό.
Με φέρνει σε απλότητα.
Με αναγκάζει να δω:
χωρίς τον Θεό… δεν μπορώ.
Και αυτό… είναι αρχή ταπείνωσης.
Και η ταπείνωση… είναι ο τόπος όπου κατεβαίνει το Πνεύμα.
Όχι για να με υψώσει εξωτερικά.
Αλλά για να με γεμίσει εσωτερικά.
Και τότε… η αποστολή δεν είναι βάρος.
Είναι φυσική ροή.
Δεν πηγαίνω για να κάνω κάτι.
Πηγαίνω γιατί δεν μπορώ να κρατήσω μέσα μου αυτό που έλαβα.
Και αυτό… είναι μυστήριο.
Δεν διδάσκεται.
Γεννιέται.
Και εγώ… είμαι ακόμα στη μήτρα της αναμονής.
Και αυτό… είναι καλό.
Όσο κι αν πονά.
Όσο κι αν με κουράζει.
Όσο κι αν δεν καταλαβαίνω.
Γιατί ξέρω…
όταν έρθει…
όταν το Πνεύμα αγγίξει…
δεν θα είμαι πια ο ίδιος.
Και τότε… δεν θα χρειάζομαι στοχασμό.
Θα ζω.
6. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ
Δεν έχω πια να ρωτήσω.
Ό,τι μπορούσα να ζητήσω… το ζήτησα.
Ό,τι μπορούσα να φοβηθώ… το φοβήθηκα.
Ό,τι μπορούσα να καταλάβω… το άγγιξα όσο μπόρεσα.
Και τώρα… στέκομαι.
Όχι με βεβαιότητα.
Αλλά με μια ήσυχη απόφαση που αρχίζει να γεννιέται μέσα μου.
Ο Χριστός ήρθε.
Τον είδα.
Τον πίστεψα.
Και μετά… μου είπε να περιμένω.
Αυτό είναι που δεν ξεχνώ.
Δεν μου είπε να τρέξω.
Δεν μου είπε να αποδείξω.
Δεν μου είπε να σώσω τον κόσμο.
Μου είπε:
«Μείνε».
Και αυτό… είναι πιο δύσκολο απ’ όλα.
Γιατί το να μείνω σημαίνει ότι δεν κρατώ τίποτα.
Ούτε τον χρόνο.
Ούτε την εξέλιξη.
Ούτε το αποτέλεσμα.
Σημαίνει ότι εμπιστεύομαι.
Και η εμπιστοσύνη… δεν είναι εύκολη για μένα.
Γιατί μέσα μου υπάρχει ακόμα η ανάγκη να ξέρω.
«Κύριε… τώρα;»
Αυτή η ερώτηση… δεν με άφησε ποτέ.
Και όμως… η απάντησή Του μένει ίδια:
Δεν είναι δικό σου.
Και τώρα… το δέχομαι.
Όχι γιατί το κατάλαβα πλήρως.
Αλλά γιατί κουράστηκα να αντιστέκομαι.
Κουράστηκα να προσπαθώ να ελέγξω αυτό που δεν μου ανήκει.
Κουράστηκα να ζητώ απαντήσεις πριν μάθω να μένω.
Και τώρα… επιλέγω.
Να μείνω.
Όχι γιατί είμαι δυνατός.
Αλλά γιατί δεν έχω άλλο δρόμο που να δίνει ζωή.
Και μέσα σε αυτή την επιλογή… κάτι αλλάζει.
Δεν είναι θόρυβος.
Δεν είναι έκρηξη.
Είναι μια σιωπηλή μετατόπιση.
Από το «να κάνω»… στο «να υπάρχω».
Από το «να ξέρω»… στο «να εμπιστεύομαι».
Από το «να φοβάμαι»… στο «να περιμένω».
Και τότε… η υπόσχεση αρχίζει να παίρνει μορφή.
Όχι έξω ακόμα.
Μέσα.
«Θα λάβετε δύναμη…»
Δεν την έχω πλήρως.
Αλλά αρχίζω να τη διαισθάνομαι.
Σαν να πλησιάζει.
Σαν να είναι ήδη καθ’ οδόν.
Και δεν βιάζομαι πια όπως πριν.
Γιατί αρχίζω να καταλαβαίνω:
Αν έρθει πριν την ώρα… δεν θα τη σηκώσω.
Αν δοθεί πριν ωριμάσω… θα τη χαλάσω.
Και τότε… λέω:
Έλα όταν θέλεις.
Όχι όταν θέλω εγώ.
Και αυτή η φράση… δεν θα μπορούσα να την πω πριν.
Τώρα… μπορώ.
Όχι τέλεια.
Αλλά αληθινά.
Και τότε… η αποστολή δεν με φοβίζει όπως πριν.
«Θα είστε μάρτυρες…»
Αυτή η λέξη… δεν είναι πια απειλή.
Δεν είναι βάρος.
Είναι συνέχεια.
Αν λάβω… θα δώσω.
Αν γεμίσω… θα ξεχειλίσω.
Αν ζήσω… θα φανεί.
Δεν χρειάζεται να προσπαθήσω να είμαι κάτι.
Αρκεί να μείνω σε Αυτόν.
Και Εκείνος… θα κάνει τα υπόλοιπα.
Και τώρα… κοιτάζω πίσω.
Όλες τις φορές που έφυγα.
Όλες τις φορές που δεν περίμενα.
Όλες τις φορές που πίστεψα ότι είμαι μόνος.
Και βλέπω…
δεν ήμουν.
Ποτέ.
Εκείνος ήταν.
Ακόμα και όταν εγώ δεν ήμουν.
Και αυτό… με λυγίζει.
Όχι από ενοχή.
Από ευγνωμοσύνη.
Και τώρα… δεν θέλω να φύγω ξανά.
Όχι γιατί φοβάμαι.
Αλλά γιατί βρήκα τόπο.
Τόπο όπου μπορώ να είμαι αληθινός.
Τόπο όπου δεν χρειάζεται να προσποιούμαι.
Τόπο όπου η αναμονή… δεν είναι κενό.
Είναι παρουσία.
Και αν έρθει το Πνεύμα…
και θα έρθει…
θέλω να με βρει εδώ.
Όχι αλλού.
Όχι διασκορπισμένο.
Όχι χαμένο.
Εδώ.
Να περιμένω.
Και αν αργήσει…
θα περιμένω.
Και αν δεν νιώθω τίποτα…
θα μείνω.
Και αν αμφιβάλλω…
δεν θα φύγω.
Γιατί τώρα ξέρω:
η πίστη δεν είναι αίσθηση.
Είναι απόφαση.
Και εγώ… αποφάσισα.
Όχι τέλεια.
Όχι χωρίς φόβο.
Αλλά αληθινά.
Θα μείνω.
Και τώρα…
σιωπώ.
Όχι γιατί τελείωσε.
Αλλά γιατί αρχίζει.
Φλέγων Νηρεύς




0 Σχόλια