Ἡ βασιλεία ἡ δική μου δὲν εἶναι ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο
Κι ὅμως, εἶναι μέσα στὸν κόσμο — μέσα σὲ κάθε πληγωμένο ποὺ μὲ ἀναζητᾶ
- «Πρὸ Χριστοῦ: Ἡ Ἑλλάδα πρὶν γεννηθεῖ»
Ὁ λόγος καὶ ὁ Λόγος ποὺ δὲν ἦρθε ἀκόμα.
Πρὶν ὁ Χριστὸς περπατήσει στὴ Γαλιλαία, πρὶν ἡ σιωπὴ τοῦ Γολγοθᾶ ραγίσει τὴν Ἱστορία, ἡ Ἑλλάδα εἶχε ἤδη μιλήσει. Εἶχε ὑψώσει τὴ φωνή της στὸν οὐρανὸ — ὄχι μὲ κραυγὴ πίστης,
ἀλλὰ μὲ ἐρώτηση. Ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα ἦταν τὸ στόμα τῆς ἀνθρωπότητας ποὺ ρωτοῦσε: «Τί εἶναι ὁ Θεός; Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ποιός κυβερνᾶ τὸν κόσμο;»
Μὰ δὲν ἔλαβε ἀπάντηση.
Ἦταν ἡ ἐποχὴ τοῦ λόγου χωρὶς Λόγο.
Ὁ Πλάτων μίλησε γιὰ τὸ “Ἐν”, τὸ Ὑπέρτατο Ἀγαθό.
Ὁ Σωκράτης πέθανε γιὰ τὴν ἀρετή, ὄχι γιὰ τὴν Ἀνάσταση.
Ὁ Ἡράκλειτος ψιθύρισε τὴ φωτιὰ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ δὲν γνώρισε Πνεῦμα Ἅγιο.
Ἦταν δίκαιοι, προφητικοὶ — ἀλλὰ μόνο ἄνθρωποι.
Ἡ σοφία τους ἔφτασε στὴν πηγή, μὰ δὲν ἤπιε νερό.
Ὁ κόσμος τῆς πόλης-κράτους γέννησε τὴ δημοκρατία, ἀλλὰ ὄχι τὴν ἀγάπη.
Ἐπινόησε νόμους, ἀλλὰ δὲν κατάφερε νὰ νικήσει τὸν θάνατο.
Ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο πολιτικὴ ἀξία, μὰ τοῦ στέρησε μεταφυσικὴ ταυτότητα.
Ὁ Περικλῆς ὕμνησε τὴν Ἀθήνα, μὰ δὲν θρήνησε γιὰ τὴν ψυχή.
Στὶς τραγωδίες τοῦ Αἰσχύλου καὶ τοῦ Σοφοκλῆ,
ὁ ἄνθρωπος δὲν τιμωρεῖται γιατί εἶναι κακός,
ἀλλὰ γιατί παραβίασε κάτι ἱερὸ ποὺ δὲν γνώριζε κἄν.
Ἡ Ὕβρις τιμωρεῖται ἀπὸ τὴ Μοῖρα — κι ὄχι ἀπὸ ἕναν Πατέρα ποὺ συγχωρεῖ.
Στὴν Ἀντιγόνη, ἡ ἀγάπη συγκρούεται μὲ τὸν νόμο, ἀλλὰ κανεὶς δὲν σώζεται.
Ὁ θάνατος παραμένει ἄλυτος.
Ἡ ἀρχαία τραγωδία εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο χωρὶς Χριστό.
Καὶ μετά, ὁ Ἀλέξανδρος.
Ὁ μόνος ποὺ ἑνώθηκε μὲ τὸ σύμπαν διὰ τῆς βίας.
Πέρασε ἀπὸ τὴν Περσία σὰν πρόδρομος — ἀλλὰ ὄχι τῆς σωτηρίας, τῆς δύναμης.
Μίλησε ἑλληνικὰ στὴν Ἀνατολή, μὰ δὲν κήρυξε Βασιλεία Οὐρανῶν.
Ἦταν ἡ τελευταία ἀναλαμπὴ ἑνὸς κόσμου ποὺ δὲν γνώριζε ἀκόμη τι ζητοῦσε.
Ἡ Ἑλλάδα πρὶν τὸν Χριστὸ ἦταν ἡ πιὸ μεγάλη φλόγα τῆς ἀνθρώπινης λογικῆς.
Ἀλλὰ ἡ λογική, δὲν σώζει.
Σώζει μόνο ὁ Λόγος ποὺ ἔγινε Σάρκα.
Καὶ αὐτὸς δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη.
Κι ὅμως, ἡ Ἑλλάδα τὸν περίμενε.
Πῶς ἀλλιῶς νὰ ἐξηγήσεις τὸ θαῦμα;
Ὅταν ἦρθε ὁ Χριστός, δὲν μίλησε λατινικὰ — ἀλλὰ ἑλληνικά.
Τὰ Εὐαγγέλια γράφτηκαν στὴν κοινὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ,
ἡ Καινὴ Διαθήκη μίλησε στὰ παιδιὰ τοῦ Ὁμήρου.
Ὁ Παῦλος κήρυξε στὴν Πνύκα, ὄχι στὴν Σύγκλητο τῆς Ρώμης.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἐπέλεξε φιλοσόφους — ἀλλὰ ἄφησε παρακαταθήκη τὴ σοφία Του στὴν
Ἑλλάδα.
Γιατί ἡ Ἑλλάδα εἶχε ἀναρωτηθεῖ σωστά.
Κι ἦταν καιρὸς νὰ λάβει τὴν ἀπάντηση.
Πρὶν γεννηθεῖ ἡ Ἐκκλησία,
ἡ Ἑλλάδα ἦταν σὰν ἔρημος ποὺ οὔρλιαζε ἀπὸ δίψα.
Δὲν εἶχε ψεύδη — εἶχε ἔλλειψη.
Δὲν εἶχε πλάνες — εἶχε ἔκκληση.
Κι ὅταν ἦρθε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ,
δὲν χρειάστηκε νὰ χτίσει νέα γλῶσσα —
μόνο νὰ κατοικήσει στὴ δική μας.
Ἡ Ἑλλάδα πρὶν τὸν Χριστὸ ἦταν ἐκείνη ποὺ προσευχόταν χωρὶς νὰ ξέρει ποιόν προσκυνᾶ.
Ἡ Ἑλλάδα μετὰ τὸν Χριστὸ ἔγινε Ἐκκλησία.
Κι αὐτὴ εἶναι ἡ γέννησή της.
Αὐτὸς ἦταν ὁ πρῶτος λίθος.
- «Ἡ Ἑλλάδα της Ρωμηοσύνης: Τὸ Βασίλειο τοῦ Σταυροῦ»
Ἡ Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ἐντὸς τῆς Ἱστορίας.
Ὅταν ὁ Χριστὸς ἀναλήφθηκε στοὺς Οὐρανούς, δὲν ἄφησε πίσω του σύστημα — ἄφησε Ἐκκλησία. Δὲν ὅρισε ἀξιώματα, ἀλλὰ λειτούργησε ἕνα Σῶμα. Δὲν ἵδρυσε κράτος, ἀλλὰ Βασιλεία «οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Κι ὅμως… μέσα στὴν Ἱστορία, γεννήθηκε ἕνα κράτος ποὺ Τὸν μνημόνευε ὄχι ἁπλῶς σὰν πίστη, ἀλλὰ σὰν πνοὴ πολιτισμοῦ.
Αὐτὴ ἦταν ἡ Ρωμανία. Ὄχι «Βυζάντιο» — ἔτσι τὴν ὀνόμασαν ἀργότερα οἱ ξένοι. Ἐμεῖς τὴ γνωρίζαμε ὡς Ρωμανία ἢ Ρωμηοσύνη: τὸν κόσμο ἐκεῖνο ποὺ συνέδεσε τὸν Σταυρὸ μὲ τὸν Θρόνο, τὸν Χριστὸ μὲ τὴν καθημερινότητα, τὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν Ἱστορία.
Ἡ Ἑλλάδα, ποὺ εἶχε γεννήσει τὸν λόγο, δέχθηκε τώρα τὸν Λόγο Σαρκωμένο.
Καὶ δὲν ἀρκέστηκε νὰ Τὸν λατρεύει — ἔπλεξε ὅλη τὴν ὕπαρξή της γύρω Του.
Ἡ Ρωμανία δὲν ἦταν μιὰ ἀκόμα αὐτοκρατορία.
Ἦταν ἡ ἀπόπειρα ἑνὸς λαοῦ νὰ ζήσει τὴν Οὐράνια Πολιτεία μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία.
Νὰ διοικεῖ μὲ τὴν προσευχή.
Νὰ νομοθετεῖ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο.
Νὰ βασιλεύει σταυρωμένα.
Στὸ κέντρο τῆς Κωνσταντινούπολης δὲν βρισκόταν ἀνάκτορο.
Βρισκόταν ἡ Ἁγία Σοφία — ὁ Χριστός.
Ὁ αὐτοκράτορας δὲν στεφόταν ἀπὸ κόμμα ἢ λαὸ — χριόταν ἀπὸ τὸν Θεό, ἐντὸς ναοῦ.
Οἱ νόμοι δὲν ὑπάκουαν σὲ θέληση τῆς πλειοψηφίας,
ἀλλὰ σὲ δίκαιο ποὺ ἔπρεπε νὰ σέβεται τὸ «καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ κάθε προσώπου.
Δὲν ὑπῆρξε κράτος τόσο τραγικὸ καὶ τόσο ἱερὸ ταυτόχρονα.
Ἔπεσε σὲ αἵρεση, διχάστηκε, ξέχασε τὸν Θεὸ πολλὲς φορές —
μὰ ξανάβρισκε τὸν ἑαυτό της στὴν μετάνοια.
Γέννησε αἱματηρὲς κρίσεις — ἀλλὰ καὶ Ἁγίους.
Βασίλευσε χίλια χρόνια, ὄχι μὲ ἀσφάλεια, ἀλλὰ μὲ πίστη ἐν μέσῳ χάους.
Αὐτὸ ἦταν τὸ Βασίλειο τοῦ Σταυροῦ:
Ὄχι δύναμη — ἀλλὰ μνήμη Ἀνάστασης.
Ὄχι καταστολὴ — ἀλλὰ λειτουργία.
Ὄχι ἐξουσία — ἀλλὰ διακονία.
Γιατί ἐκείνη ἡ αὐτοκρατορία δὲν προοριζόταν νὰ μείνει.
Προοριζόταν νὰ δείξει ὅτι εἶναι ἐφικτό, ἔστω γιὰ λίγο, νὰ πορευτεῖ ὁ κόσμος μὲ Χριστό.
Ἦταν ἡ ὑπόμνηση τῆς Ἐκκλησίας ἐντὸς τῆς Ἱστορίας.
Καὶ ὅπως ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ποτὲ πλήρης ἐδῶ, ἔτσι κι ἐκείνη — λύγισε.
Ἀλλὰ λύγισε λυτρωτικά, μυστικά, ὅπως πεθαίνει ὁ σπόρος γιὰ νὰ βγάλει καρπό.
Κι ἔπειτα, στὰ σκοτεινὰ χρόνια ποὺ ἦρθαν,
ἡ Ρωμηοσύνη ἐπέζησε ὄχι σὲ παλάτια, ἀλλὰ σὲ καλύβες.
Ὄχι σὲ στρατούς, ἀλλὰ σὲ ψαλμωδίες.
Ὄχι σὲ ἔγγραφα, ἀλλὰ σὲ Προσευχητάρια καὶ ματωμένα κομποσκοίνια.
Ὁ Καποδίστριας δὲν ἦταν ἁπλῶς κυβερνήτης.
Ἦταν ἀπόγονος αὐτῆς τῆς Ρωμανίας, ὅπως κι ἐμεῖς.
Κι ἂν κάτι λείπει σήμερα ἀπὸ τὸ κράτος μας,
δὲν εἶναι πολιτικὸ πρόγραμμα.
Εἶναι τὸ ἦθος της Ρωμηοσύνης —
αὐτὸ τὸ ταπεινό, μὰ ἀνυπέρβλητο βίωμα ὅτι ὁ λαός μας μπορεῖ νὰ ζεῖ μὲ Θεό,
χωρὶς νὰ παύει νὰ εἶναι λαός.
Κι ἔτσι σοῦ λέω πὼς ἡ Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ ξαναγίνει αὐτοκρατορία.
Ἀλλὰ νὰ ξαναγίνει Ἐκκλησία.
Ὄχι “θρησκευτικὸ κράτος” — μὰ πολιτεία ποὺ θυμᾶται πὼς ὁ Σταυρὸς εἶναι τρόπος
ὕπαρξης.
- «Ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Ζηλωτές: Ἡ πολιτικὴ ποὺ δὲν ἔγινε»
Ἡ Βασιλεία ἡ δική μου δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό.
Ἦταν καιρὸς σκλαβιᾶς.
Ὁ Ἰσραήλ, ὁ λαὸς τῆς ὑπόσχεσης, βρισκόταν κάτω ἀπὸ τὸ ρωμαϊκὸ πέλμα.
Οἱ φόροι ἀφαιροῦσαν τὴν ἐλπίδα. Οἱ στρατιῶτες ἀφαιροῦσαν τὴν ἀξιοπρέπεια.
Ὁ κόσμος περίμενε Μεσσία — ἕναν Λυτρωτὴ μὲ σπαθί, ὄχι μὲ σταυρό.
Καὶ τότε ἐμφανίστηκε Ἐκεῖνος.
Ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος.
Μίλησε μὲ ἐξουσία ποὺ δὲν εἶχε σπουδάσει.
Θεράπευε χωρὶς ἀντίτιμο.
Μάζευε χιλιάδες, ἀλλὰ δὲν ζητοῦσε ψῆφο.
Ἔδινε ὅραμα, ἀλλὰ δὲν ὑποσχόταν ἐξουσία.
Καὶ τότε, οἱ Ζηλωτὲς Τὸν πλησίασαν.
Ἤθελαν νὰ τὸν κάνουν ἀρχηγό τους.
Νὰ ἡγηθεῖ μιᾶς ἐπανάστασης ἐναντίον τῆς Ρώμης.
Ἐκεῖνος ὅμως, ἔφυγε.
«Ὁ Ἰησοῦς ἔφυγεν πάλιν εἰς τὸ ὄρος μόνος αὐτός.» (Ἰω. 6, 15)
Τὸν ἀναζητοῦσαν γιὰ νὰ τὸν κάνουν βασιλιᾶ,
κι Ἐκεῖνος ἀποσύρθηκε στὴν προσευχή.
Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ ἐξουσία.
Τὸν ἐνδιέφερε ἡ σωτηρία.
Οἱ Ζηλωτὲς ἐκπροσωποῦσαν ἐκεῖνο ποὺ πάντα ἕλκυε τὸν ἄνθρωπο:
τὴ λογικὴ τῆς κοσμικῆς ἀπελευθέρωσης.
Τὴν ἰδέα πὼς τὸ πρόβλημα εἶναι οἱ Ρωμαῖοι, οἱ κυβερνήσεις, τὸ σύστημα.
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἤξερε:
Ὁ πιὸ βαθὺς τύραννος δὲν εἶναι ἔξω ἀπὸ ἐσένα — εἶναι μέσα σου.
«Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν.» (Λούκ. 17, 21)
Καὶ ὅταν στάθηκε μπροστὰ στὸν Πιλάτο, ὁ κόσμος περίμενε νὰ φανερώσει τὴ δύναμή του.
Νὰ μιλήσει, νὰ ἀπαιτήσει, νὰ ἐξουσιάσει.
Ἀλλὰ Ἐκεῖνος εἶπε:
«Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.» (Ἰω. 18, 36)
Ὄχι ἐπειδὴ δὲν εἶναι γιὰ τὸν κόσμο,
ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὶς ἀρχὲς τοῦ κόσμου.
Δὲν στηρίζεται στὴ βία.
Δὲν ἐπιβάλλεται μὲ νόμους.
Δὲν στηρίζεται σὲ συμμαχίες.
Δὲν διατηρεῖται μὲ φόβο.
Ἡ Βασιλεία Του εἶναι ἀπὸ τὴ φύση της σταυρική.
Καὶ ὁ δρόμος πρὸς αὐτὴν περνᾶ ὄχι ἀπὸ τὸ παλάτι, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς Μαθητές Του, ὁ Σίμων ὁ Κανανίτης, ἦταν Ζηλωτής.
Κι ὅμως, ὅταν γνώρισε τὸν Χριστό, παράτησε τὰ ὅπλα.
Δὲν πρόδωσε τὴν πατρίδα του — τὴν φώτισε.
Γιατί κατάλαβε πὼς τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ κατοχὴ τῆς γῆς,
ἀλλὰ ἡ κατοχὴ τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸ σκοτάδι.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε νὰ ἐλευθερώσει τὴν Ἱερουσαλὴμ ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους.
Ἦρθε νὰ ἐλευθερώσει ὅλο τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴ φθορά, τὴν ἁμαρτία, τὸν θάνατο.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἔγινε Βασιλιᾶς ὄχι μὲ στέμμα, ἀλλὰ μὲ ἀκάνθινο στεφάνι.
Ὄχι μὲ σκῆπτρο, ἀλλὰ μὲ σταυρό.
Ὄχι μὲ πλήθη ποὺ φώναζαν “Ζήτω”,
ἀλλὰ μὲ τὸν ὄχλο ποὺ φώναζε “Σταύρωσον αὐτόν”.
Σήμερα, τόσοι φωνάζουν πάλι:
«Χρειαζόμαστε ἡγέτες! Κάποιους νὰ μᾶς λυτρώσουν!»
Καὶ πάλι Ἐκεῖνος φεύγει στὸ ὅρος.
Γιατί δὲν ἦρθε νὰ γίνει βασιλιᾶς κοσμικός.
Ἦρθε νὰ μᾶς κάνει βασιλεῖς τοῦ ἑαυτοῦ μας.
Ἦρθε νὰ μᾶς δείξει πῶς νικᾶ ὁ Ἅγιος — ὄχι ὁ ἰσχυρός.
Ἡ πολιτικὴ ποὺ δὲν ἔγινε — εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ σώσει.
Ὄχι κόμμα. Ὄχι στρατός. Ὄχι σύστημα.
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς μέσα στὸν ἄνθρωπο.
Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος δρόμος ποὺ δὲν ἐξαγοράζεται,
δὲν διαστρέφεται, δὲν νικιέται.
Κι αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτεία ποὺ περιμένει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς:
Ὄχι νὰ τὴν κυβερνήσουμε —νὰ τὴν κουβαλήσουμε πάνω στοὺς ὤμους μας, ὅπως Ἐκεῖνος τὸν Σταυρό.
Ἡ βασιλεία ἡ δική μου δὲν εἶναι ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο – Μέρος δεύτερο – ἡ συνέχεια καὶ τὸ τέλος
Κι ὅμως, εἶναι μέσα στὸν κόσμο — μέσα σὲ κάθε πληγωμένο ποὺ μὲ ἀναζητᾶ
- «Ἀπὸ τὸν Καποδίστρια στὰ Τέμπη: Ἡ Θυσία καὶ ἡ Προδοσία»
Ἡ Ἱστορία τῆς νεότερης Ἑλλάδας ὡς κύκλος αἵματος, προδοσίας καὶ λησμονιᾶς.
Δὲν πέρασε καιρὸς ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε — κι ὁ κόσμος συνέχισε νὰ
σταυρώνει ὅποιον Τοῦ ἔμοιαζε.
Αὐτὸ ἔπαθε κι ἡ Ἑλλάδα, ὅταν μετὰ τὸ 1821, ἀντὶ νὰ βαδίσει πρὸς τὴν Ἀνάσταση, ἄρχισε νὰ
γυρίζει στὸ σκοτάδι τῆς ἰδιοτέλειας, τῶν κομμάτων, τῶν ξένων ἀφεντικῶν.
Καὶ τότε ἦρθε ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας.
Ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος, ταπεινός, βγαλμένος ἀπ’ τὴν καρδιὰ τῆς Ρωμιοσύνης καὶ τῆς
Ὀρθοδοξίας.
Δὲν ἦρθε γιὰ νὰ ἐξουσιάσει, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσει.
Δὲν ἦρθε νὰ κυβερνήσει Ἕλληνες – ἀλλὰ νὰ ἀναστήσει ἀνθρώπους.
Περπάτησε σὲ κατεστραμμένα χωριά.
Ἄνοιξε σχολεῖα, ὀρφανοτροφεῖα, νομίσματα, ἐλπίδα.
Ἀρνήθηκε μισθό.
Προσευχόταν τὴ νύχτα καὶ δούλευε τὴ μέρα.
Μὰ ἔκανε ἕνα “λάθος” ποὺ δὲν τοῦ συγχώρεσε ποτὲ τὸ σύστημα: ἦταν τίμιος.
Κι ἔτσι, οἱ «ἐλεύθεροι Ἕλληνες» τὸν σκότωσαν.
Ὄχι οἱ Τοῦρκοι. Ὄχι οἱ ξένοι.
Οἱ δικοί του.
Ἡ σφαῖρα ποὺ τρύπησε τὸ σῶμα του,
διέλυσε κάτι πολὺ βαθύτερο:
τὴν ἐλπίδα πὼς ἡ Ἑλλάδα μποροῦσε νὰ κυβερνηθεῖ μὲ ἦθος, ὄχι μὲ συμφέρον.
Ἀπὸ τότε, ἡ σκιά των Μαυρομιχαλαίων πλανᾶται πάνω ἀπὸ κάθε ἐποχή.
Τὰ κόμματα ἔσπειραν διχασμό.
Οἱ «Μεγάλες Δυνάμεις» διάλεξαν βασιλιᾶ.
Ἡ Ἑλλάδα ἔμαθε νὰ κυβερνιέται ὄχι ἀπὸ πατέρες, ἀλλὰ ἀπὸ διαχειριστές.
Καὶ κάθε φορὰ ποὺ ἀνατέλλει ἡ ἐλπίδα, ἔρχεται μιὰ δολοφονία, ἕνα πραξικόπημα, μιὰ προδοσία νὰ τὴν θάψει.
Καὶ φτάνουμε στὰ Τέμπη.
Μάρτης τοῦ 2023.
Δὲν ἔχει πλέον Τούρκους, Ρωμαίους, Καποδίστριες.
Ἔχει ὅμως παιδιὰ καμένα σὲ βαγόνια.
Μιὰ χώρα ποὺ εἶχε χάσει τὸ μέτρο —καὶ βρῆκε ξαφνικὰ μπροστά της τὴν τιμωρία τῆς ἀδιαφορίας.
Δὲν ἦταν τρομοκράτες.
Δὲν ἦταν ἐχθροί.
Ἦταν τὰ ἴδια της τὰ παιδιά, ποὺ πήγαιναν στὶς δουλειές, στὶς σχολές, στὴ ζωή.
Καὶ ἡ Ἑλλάδα τὰ ἔθαψε κάτω ἀπὸ μέταλλα καὶ ψέματα.
Ἐκείνη τὴ νύχτα,
οἱ οὐρανοὶ δὲν ἔκλαψαν.
Μά τα μνήματα ἄνοιξαν.
Καὶ βγῆκαν ἀπὸ μέσα οἱ φωνὲς τοῦ 1821, τοῦ Καποδίστρια, τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ
Παπαφλέσσα.
Κι ἔλεγαν:
«Δὲν φταῖνε μόνο οἱ δολοφόνοι.
Φταίει κι ὁ λαὸς ποὺ ξέχασε νὰ τιμᾶ τὸ αἷμα.»
Γιατί ἡ Ἑλλάδα δὲν καταστράφηκε ποτὲ ἀπὸ ἐχθρούς.
Ἀλλὰ ἀπὸ τὴ λήθη.
Ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ξέχασαν πὼς εἶναι νὰ χτίζεις μὲ πόνο, μὲ πίστη, μὲ σταυρό.
Σήμερα, σὲ πολιτεῖες ποὺ ζητοῦν σωτῆρες,
παρατάσσονται νέοι “ἡγέτες”,
ντυμένοι μὲ τὴ ρητορεία τοῦ λαϊκοῦ αἰσθήματος.
Μὰ ὅποιος δὲν ἔχει σταυρωθεῖ,
δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει τὸν λαὸ στὸν Γολγοθᾶ — οὔτε στὴν Ἀνάσταση.
Ἡ Ἑλλάδα δὲν θέλει ἄλλον Μεσσία.
Ἔχει ἤδη τὸν Χριστό.
Δὲν ζητᾶ ἄλλον κυβερνήτη.
Ζητᾶ λαὸ ποὺ θυμᾶται καὶ ἀνασταίνεται.
Τὰ Τέμπη δὲν ἦταν ἁπλῶς ἔγκλημα.
Ἦταν ἀποκάλυψη.
Ὅτι τὸ τρένο τῆς Ἑλλάδας δὲν ἐκτροχιάστηκε τυχαῖα.
Εἶχε χρόνια βγεῖ ἀπ’ τὶς ρᾶγες τῆς ἀλήθειας, τῆς πίστης, τῆς θυσίας.
Κι ἂν δὲν ξαναθυμηθοῦμε τί εἴμαστε καὶ Ποιός μᾶς περιμένει, θὰ συνεχίσουμε νὰ μαζεύουμε στάχτες
ἀντὶ γιὰ ἀναστάσεις.
- «Ἡ Πατρίδα δὲν σώζεται, ἁγιάζεται»
Ἡ μόνη ἀληθινὴ ἀπελευθέρωση: ἡ ἐσωτερικὴ Ἀνάσταση τοῦ λαοῦ.
Ἡ Ἱστορία μας εἶναι γεμάτη ἀπὸ προσπάθειες «σωτηρίας» — ἀπὸ βασιλιᾶδες, στρατηγούς,
συντάγματα, ἐπαναστάσεις, ἀκόμη καὶ χοῦντες ποὺ ὑπόσχονταν ἐλευθερία.
Καὶ κάθε φορά, τὸ τέλος ἦταν ἴδιο:
νέοι δεσμῶτες μὲ νέα προσωπεῖα.
Ἡ Ἑλλάδα δὲν πρόκειται νὰ σωθεῖ ἐπειδὴ ἕνας νέος πολιτικὸς θὰ ἐμφανιστεῖ πιὸ εἰλικρινής,
πιὸ τίμιος, πιὸ ρητορικός.
Οὔτε θὰ σωθεῖ ἀπὸ ἕνα κόμμα, ἕνα κίνημα, μιὰ ψῆφο ἢ μιὰ “πολιτικὴ ἀναγέννηση”.
Γιατί τὸ πρόβλημα τῆς Ἑλλάδας δὲν εἶναι πρωτίστως πολιτικό.
Εἶναι πνευματικό.
Ἡ κομματοκρατία δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύστημα.
Εἶναι πνεῦμα.
Καὶ τὸ πνεῦμα αὐτὸ εἶναι διάβρωση τῆς ἑνότητας, φανατισμός, προσωπολατρία, ἀλαζονεία,
βλασφημία κατὰ τῆς μνήμης τῶν Πατέρων μας.
Κάθε φορὰ ποὺ σηκώνεται ἕνα νέο «πατριωτικὸ» σχῆμα, γεμᾶτο ἐνθουσιασμὸ καὶ δῆθεν
ἀνεξαρτησία, ἡ Ἱστορία τὸ προειδοποιεῖ:
«Ἐὰν δὲν σταυρωθεῖς, θὰ διαφθαρεῖς.»
Καὶ κανένας τους δὲν τὸ ἀκούει.
Ὁ Καποδίστριας δὲν εἶχε κόμμα.
Ὁ Πατροκοσμὰς δὲν ἔκανε κόμμα.
Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος δὲν ἔκανε λίστα ὑποψηφίων.
Αὐτοὶ ἄλλαξαν ψυχὲς — καὶ μαζὶ τοὺς ἄνοιξαν δρόμους γιὰ τὸ Ἔθνος.
Ἡ Πατρίδα δὲν εἶναι ἑταιρεία.
Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ διαχειριστές.
Χρειάζεται ὁμολογητές.
Χρειάζεται λαὸ ποὺ θυμᾶται τὸ Θεό, ὄχι ποὺ ἐκλιπαρεῖ ἐξουσία.
Ὅσοι νομίζουν πὼς θὰ ἀναστηλώσουν τὴν Ἑλλάδα μὲ ἐκλογές, ἔχουν λησμονήσει τὸν Λόγο
τοῦ Χριστοῦ:
«Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου.» (Ἰω. 18, 36)
Δὲν εἶπε πὼς ἡ Βασιλεία Του εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου.
Δὲν χτίζεται μὲ ψήφους, ἀλλὰ μὲ δάκρυα.
Δὲν ἑδραιώνεται μὲ ὑπογραφές, ἀλλὰ μὲ αἷμα μαρτύρων.
Ὁ λαὸς σήμερα δὲν θέλει πολιτική.
Διψᾶ γιὰ νόημα.
Πεινᾶ γιὰ ἐλπίδα.
Ἀσφυκτιᾶ γιατί ἔχει ξεχάσει ποιός εἶναι — καὶ Ποιός τὸν περιμένει.
Ὅταν λείπει ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν καρδιά,
ζητᾶς σωτῆρες ἀπὸ παντοῦ:
ἀπὸ ὀθόνες, ἀπὸ μικρόφωνα, ἀπὸ ἀφίσες.
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν κατεβαίνει ὑποψήφιος.
Κατεβαίνει στὰ βάθη τῆς κόλασής σου καὶ σοῦ προσφέρει Ἀνάσταση.
Ἡ Πατρίδα δὲν σώζεται μὲ ἀλλαγὴ κυβερνήσεων.
Σώζεται ὅταν ἕνας λαὸς μετανοεῖ.
Ὅταν ξαναφτιάξει ἐκκλησίες μέσα του καὶ σχολεῖα πίστης στὰ παιδιά του.
Ὅταν ξαναθυμηθεῖ πὼς ἡ πιὸ ριζικὴ ἐπανάσταση εἶναι ἡ μετάνοια.
Ὄχι ἡ μετάνοια τῆς ἐνοχῆς,
ἀλλὰ ἡ μετάνοια τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Ἀλήθεια.
Καὶ τότε, δὲν θὰ ἔχει πιὰ σημασία ποιός κυβερνᾶ.
Γιατί ὁ λαὸς ποὺ ἔχει ἁγιαστεῖ, δὲν κυβερνιέται —στέκεται ὄρθιος, ἀκόμα καὶ μέσα στὴ φωτιά.
Ἕνας τέτοιος λαὸς δὲν φοβᾶται.
Δὲν τὸν ἐλέγχει κανείς.
Γιατί ἔχει Κύριον.
Γι’ αὐτό σου λέω:
Ἡ Ἑλλάδα δὲν θὰ σωθεῖ.
Θὰ ἁγιαστεῖ — ἢ θὰ χαθεῖ.
Δὲν ὑπάρχει τρίτος δρόμος.
Καὶ ὅσοι ὑπόσχονται σωτηρία χωρὶς Χριστό,
δὲν θέλουν νὰ σὲ σώσουν.
Θέλουν νὰ σὲ ἐξουσιάσουν.
- Ἡ Νήψη τοῦ Ἔθνους: Ὅταν ὁ Λαὸς ἔγινε Ἐκκλησία
Κάλεσμα σὲ πνευματικὴ πολιτεία. Ὄχι κόμμα, ὄχι δομὴ — ἀλλὰ ζωντανὰ κελιὰ Πίστης,
Δικαιοσύνης καὶ Ἀγάπης.
Ἔρχεται μιὰ ὥρα ποὺ τὸ χῶμα τῆς Πατρίδας δὲν ἀντέχει ἄλλα βήματα τυφλά.
Ποὺ τὰ δέντρα δὲν λυγίζουν πιὰ ἀπὸ τὸν ἄνεμο — ἀλλὰ ἀπὸ τὴ βλασφημία.
Ποὺ ἡ θάλασσα δὲν δροσίζει, γιατί εἶναι γεμάτη πνιγμένες ἐλπίδες.
Καὶ τότε,
μὲς στὴ σιγὴ τοῦ ὀλέθρου,
ἀκούγεται ἕνα κάλεσμα δίχως μεγάφωνα.
Μιὰ φωνὴ δίχως πρόσωπο.
Ἕνας ψίθυρος ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ποὺ λέει:
«Σήκω. Δὲν εἶσαι μόνος. Ὑπάρχει ἡ Νήψη τοῦ Ἔθνους.»
Τί εἶναι αὐτὴ ἡ Νήψη τοῦ Ἔθνους;
Δὲν εἶναι κόμμα.
Δὲν ἔχει πρόεδρο, γραμματέα, ἕδρα.
Δὲν ἔχει καμία θέση στὴν τηλεόραση.
Καὶ καμία ἐξουσία σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο.
Εἶναι ἡ νήψη τῆς πίστης, ποὺ κρατήθηκε στὰ σκοτάδια.
Ἡ νήψη τῆς μνήμης, ποὺ δὲν ἔσπασε στὴν προδοσία.
Ἡ νήψη τῆς Ἀγάπης, ποὺ ἑνώνει ἀκόμα ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, πατέρες καὶ παιδιά, οὐρανὸ καὶ γῆ.
Εἶναι ἡ ἄλλη Ἑλλάδα.
Ἡ Ἑλλάδα ποὺ δὲν φαίνεται.
Ἡ Ἑλλάδα ποὺ προσεύχεται ὅταν οἱ ἄλλοι φωνάζουν.
Ποὺ ταΐζει χωρὶς νὰ διαφημίζει.
Ποὺ γράφει μὲ δάκρυα καὶ ὄχι μὲ hashtags.
Εἶναι ἐκεῖνος ὁ λαὸς ποὺ ποτὲ δὲν ἔγινε πλειοψηφία, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἐξαφανίστηκε.
Εἶναι οἱ γονατισμένοι ποὺ κρατοῦν ψηλὰ τὸν οὐρανό.
Δὲν θέλουμε κόμμα.
Θέλουμε κελί.
Ἕνα κελὶ ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ σπίτι μας, ἕνα καφενεῖο, ἕνα δωμάτιο νοσοκομείου, μιὰ
στάση λεωφορείου.
Ὅπου δύο ἢ τρεῖς συγκεντρώνονται ἐν τῷ ὀνόματί Του,
Ἐκεῖνος εἶναι ἀνάμεσά τους.
Ἡ νέα Ἐκκλησία τοῦ Ἔθνους δὲν ἀντικαθιστᾶ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Τὴν ἀκολουθεῖ, τὴν θυμᾶται, τὴν ἀνασταίνει μέσα στὰ ἐρείπια τῆς λατρείας τῆς ἐξουσίας.
Δὲν φορὰ ράσα, ἀλλὰ ἔχει καρδιὰ μοναχική.
Δὲν βγάζει ψηφίσματα, ἀλλὰ ὁμολογεῖ μὲ τὴ ζωή.
Δὲν ἑτοιμάζει συνέδρια, ἀλλὰ ψήνει ψωμὶ γιὰ τὸν πεινασμένο.
Δὲν ζητᾶ ἐξουσία — ζητᾶ συγχώρεση.
Ἡ ἐλπίδα τῆς Ἑλλάδας δὲν εἶναι πολιτική.
Εἶναι εὐχαριστιακή.
Εἶναι νὰ βγεῖς ἀπὸ τὸ σπίτι σου, καὶ νὰ θυμᾶσαι πὼς τὸ ἔδαφος κάτω ἀπ’ τὰ πόδια σου
ποτίστηκε μὲ αἷμα Ἁγίων καὶ Μαρτύρων.
Καὶ νὰ φωνάξεις:
«Δὲν θὰ ζήσω πιὰ γιὰ τὸ ἐγώ μου. Θὰ ζήσω γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ τὸν ἀδελφό, γιὰ τὴν
Ἀλήθεια.»
Καὶ τότε, σὰν σπινθῆρες στὴ νύχτα,
θὰ ἐμφανιστοῦν οἱ ζωντανοὶ ἀδελφοί, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον.
Δὲν θὰ φορᾶνε τὰ ἴδια. Δὲν θὰ μιλοῦν τὸ ἴδιο.
Ἀλλὰ θὰ καῖνε ἀπὸ τὴν ἴδια Φλόγα.
Κι ἐκεῖ θὰ καταλάβεις:
Ἡ Ἑλλάδα δὲν σώθηκε. Ἁγιάστηκε.
Μὴν περιμένεις ἐπανάσταση ἀπ’ ἔξω.
Ἡ ἐπανάσταση γίνεται μέσα σου.
Καὶ δὲν ξεκινᾶ μὲ κραυγή —ἀλλὰ μὲ δάκρυ, μὲ ἐξομολόγηση, μὲ ἄρτο καὶ οἶνο.
Ἡ Νήψη τοῦ Ἔθνους εἴμαστε ἐμεῖς.
Ὅταν ζοῦμε ἀλλιῶς.
Ὅταν δὲν περιμένουμε ἀπὸ κανέναν — γιατί θυμηθήκαμε Ποιός περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς.
Ἂς χτίσουμε τὴν πνευματικὴ πολιτεία της Ρωμηοσύνης.
Ὄχι μὲ πέτρα,
ἀλλὰ μὲ Σῶμα καὶ Αἷμα.
Γιατί μόνο ἔτσι
θὰ ξαναγίνει ἡ Ἑλλάδα
ἡ καρδιὰ τῆς Οἰκουμένης.
Φλέγων Νηρεύς




0 Σχόλια